Τυφλός. Είχε μείνει τυφλός για όλη του τη ζωή. Αυτό το χαζό, φασαριόζικο, κακοφτιαγμένο πυροτέχνημα είχε εκραγεί στα χέρια του και μπροστά στο πρόσωπό του. Πρόλαβε να δει μόνο μια έκρηξη, ένα έντονο φως, κίτρινο – μπλε – άσπρο και μετά τίποτα. Μόνο σκοτάδι και μαύρο.

Τον μετέφεραν στο νοσοκομείο και τον φρόντισαν. Οι γιατροί μίλησαν στη μητέρα του, μα δεν της άφησαν ελπίδα. Είχε χάσει την όρασή του και από τα δυο μάτια, δεν υπήρχαν πολλά που να μπορούν να γίνουν, τουλάχιστον τώρα. «Μα είναι μόνο δεκαοχτώ», άκουσε τη μάνα του να ψιθυρίζει. «Πώς μπορεί να μη βλέπει; Πώς; Είναι… είναι καλλιτέχνης… Ζωγραφίζει… Πώς να ζωγραφίσει αν δε βλέπει;» Οι λυγμοί της ακούγονταν όλο και περισσότερο καθώς η σκοτεινιά τον τύλιγε.

Είχε περάσει σχεδόν μήνας. Τώρα ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι του στο δωμάτιό του, κάθε μέρα που περνούσε, ίδια με την προηγούμενη. Ήθελε μόνο τη μάνα του, όχι τους ανόητους τους φίλους του που τον είχαν πείσει να δοκιμάσει το αυτοσχέδιο πυροτέχνημα. Ναι, κι αυτός ήταν ανόητος που τους είχε πιστέψει και το είχε δοκιμάσει, για να είναι ειλικρινής. Αλλά τι ωφελούσε να το παραδεχτεί; Ευχόταν να μπορούσε να γυρίσει πίσω το χρόνο, να μην είχε δοκιμάσει ποτέ το πυροτέχνημα, ευχόταν να μπορούσε να βλέπει.

Αυτό που τον πλήγωνε περισσότερο δεν ήταν ο σωματικός πόνος, αν και ένιωθε σαν να είχε βελόνες μέσα στα μάτια του. Τον πλήγωνε περισσότερο που δεν μπορούσε να δει. Δεν έβλεπε το πρόσωπο της μάνας του, τις ζωγραφιές του, ό,τι μπορούσε να απολαμβάνει μέχρι τότε. Αγαπούσε τη ζωγραφική, συνήθιζε να κοιτάζει έξω από το παράθυρό του και να ζωγραφίζει σε χαρτί ή σε καμβά. Χρησιμοποιούσε κάρβουνο, μπογιές, νερομπογιές. Μερικές φορές τα σχέδιά του ήταν ασπρόμαυρα, αλλά τις περισσότερες ήταν χρωματιστά. Του έλειπε το να μπορεί να δει τα χρώματα.

Είχε τα μάτια του κλειστά. Μπορούσε να νιώσει τον ήλιο να του ζεσταίνει τα χέρια και το πρόσωπο, άκουγε κάτι πουλάκια να τιτιβίζουν έξω από το παράθυρό του. Προσπάθησε να συγκεντρωθεί και να θυμηθεί μέσα στο μυαλό του όλα αυτά που δεν μπορούσε πια να δει. Αποφάσισε ότι ήθελε να δει τη φύση. Να προσπαθήσει να δει τα χρώματα με τη φαντασία του, ίσως να τα δει πίσω από τα κλειστά του βλέφαρα.

Ο ήλιος… δεν είχε μπορέσει ποτέ να τον κοιτάξει κατάματα, φυσικά, μα όμως ήξερε ότι ήταν φωτεινό κίτρινο, σχεδόν άσπρο το χρώμα του. Αχτίδες που ζέσταιναν την καρδιά σου, την ψυχή σου, τα μαλλιά σου και σε έκαναν να φοράς καπέλο. Ένας φίλος που έριχνε τη ζέστη του σε πόλεις και χωριά, στα χωράφια, στα ποτάμια, στη θάλασσα…

Μετά σκέφτηκε το νερό. Τη θάλασσα με τα όμορφα, θυμωμένα, άσπρα κύματα ή ήρεμη και γαλήνια σαν λάδι. Ποτάμια να κυλάνε πάνω από βότσαλα, δίπλα στο πράσινο χορτάρι, κρύα και καθαρά, που μπορούσες να δεις τον εαυτό σου μέσα τους λες και κοιτούσες σε καθρέφτη. Μικρά ψαράκια να κολυμπάνε μέσα τους, και όλα αυτά στην άκρη των δαχτύλων σου.

Λουλούδια να φυτρώνουν σε κήπους, σε πάρκα, σε λιβάδια. Κόκκινα, κίτρινα, λευκά, όλα απαραιτήτως συνδυασμένα με πράσινο, διαφορετικά χρώματα και είδη, ψηλά, κοντά, μα όλα ανεξαιρέτως συναρπαστικά. Πεταλούδες και μέλισσες, και πουλιά, να πετάνε από το ένα λουλούδι στο άλλο, από ένα δέντρο στο άλλο, μικροσκοπικές κοινωνίες που σφύζουν από ζωή, σύντροφοι που ήταν εκεί ακόμη κι αν δεν τους έβλεπες, κι αν δε νοιαζόσουν να τους δεις.

Και το αγαπημένο του θέμα, τα φύλλα και το ουράνιο τόξο. Όχι τα φύλλα πάνω στα δέντρα, μα αυτά που είχαν πέσει στο έδαφος. Πράσινα και κίτρινα και πορτοκαλί, ακόμα και κόκκινα. Όλοι τα έλεγαν «νεκρή φύση», αλλά αυτός όχι. Η αλλαγή των χρωμάτων του φαινόταν κάτι τόσο ζωντανό, τόσο συναρπαστικό. Και το ουράνιο τόξο με τα εφτά χρώματά του, βροχή και ήλιος παντρεμένα, να αστράφτουν λες και μέσα από πρίσμα.

Όταν η μάνα του μπήκε στο δωμάτιο τον βρήκε να χαμογελάει. Άγγιξε το πρόσωπό του και το χέρι του.
«Τι κάνεις;» τον ρώτησε.
«Βλέπω τη φύση…Και τα χρώματά της… Μπορώ ακόμα και τα βλέπω!» Ακουγόταν σχεδόν χαρούμενος.
«Τα βλέπεις με τη φαντασία σου. Και θα συνεχίσεις να τα νιώθεις με όλες σου τις αισθήσεις. Θα την ακούς τη φύση και θα τη γεύεσαι, θα τη μυρίζεις και θα την αγγίζεις. Δε θα σου λείψει τίποτα.»
Του άνοιξε την παλάμη και έβαλε κάτι μέσα. Ένα φύλλο. Αυτός το άγγιξε και ήταν απαλό και λείο. Το μύρισε και ήταν φρέσκο. Το γεύτηκε και είχε πάνω του σταγόνες πρωινής δροσιάς. Το έφερε κοντά στο αυτί του και το λύγισε, και ήταν ελαστικό. Το παιδί χαμογέλασε ξανά.
«Πράσινο είναι, σωστά;» ρώτησε.
Η μάνα του χαμογέλασε κι αυτή μέσα από τα δάκρυά της.
«Ναι, αγάπη μου, είδες; πράσινο είναι.»