Δεν ήσουν καλά, αλήθεια. Δεν είχες καμιά όρεξη για την ακρίβεια. Αλλά είχες καιρό να βγεις, να δεις τις φιλενάδες σου, να γελάσεις. Ντύθηκες, φίλησες παιδιά και σύζυγο, «Καλά να περάσεις», «Φρόνιμα, ναι;» και έφυγες. Χωρίς αυτοκίνητο για να πιείς, χωρίς τακούνια για να γλεντήσεις σαν άνθρωπος.

Και γλέντησες. Έφαγες, ήπιες, χόρεψες, γέλασες, ήπιες, γέλασες, χόρεψες, ήπιες, γέλασες, ήπιες, γέλασες.

Κλείνει το μαγαζί. Μπαίνετε 4 άτομα σε μικροσκοπικό αυτοκίνητο επονομαζόμενο Φεράρι αγκαζέ με δύο παιδικά καθίσματα. Δεν αναπνέεις, μόνο γελάς. Στόχος: παγωτό. Η φιλενάδα έχει σωσμένο στις επαφές της το τηλέφωνο του παγωτατζίδικου και τσεκάρει πότε κλείνει. Κλαίτε από τα γέλια σε όλη τη διαδρομή. Πιλοτάκι η οδηγός. Αφήνουμε τη μία σπίτι, που της στέλνει μηνύματα το παιδί της μέσα στα άγρια μεσάνυχτα γιατί ανησυχεί. Σκέφτεσαι πότε ήταν που σου έστελνε η μάνα σου. Ωραία που είναι να σε αγαπάνε…

Προλάβατε. Διαλέγετε γεύσεις όσο το παλικάρι προσπαθεί να αποφασίσει ποια λεκάνη παγωτού θα σας φορέσει καπέλο. Αράζετε, σχολιάζετε, γελάτε. Το παλικάρι κλείνει τη θέρμανση, τη μουσική, τα φώτα. Βγαίνεις καμαρωτή με το παγωτό στο χέρι, οι άλλες το εξαφάνισαν ήδη.

Κάπου εκεί, ανάμεσα στο πεζοδρόμιο και το υπερυψωμένο οδόστρωμα, ακούς το τριπλό κρακ. Βρίσκεσαι στο έδαφος. Ο δεξιός αστράγαλος σε σουβλίζει, όσο στο δεξί σου χέρι συνεχίζεις να κρατάς αγέρωχα το χωνάκι. Σε ρωτάνε οι φίλες αν το θες και τους το δίνεις. Έχεις μια μικρή υποψία ότι το φάγανε. Αλλά ρώτησαν. Κυρίες, πάντα. Πάει ο αστράγαλος, πάει και η στρατσιατέλα.

Αυτοβρίζεσαι λίγο από μέσα σου, όσο οι φιλενάδες σου βρίσκουν την καλύτερη επιλογή για νοσοκομείο. Γρήγορες, έξυπνες, αποτελεσματικές. Τις αγαπάς λίγο παραπάνω. Ξαναρχίζεις να γελάς. Πονάς και γελάς. Μπαίνετε στο αμάξι, στέλνεις μήνυμα στο σύζυγο που κοιμάται κι έτσι κι αλλιώς έχει τα παιδιά. Στέλνεις μήνυμα στον πατέρα σου. Που απαντάει αμέσως. Και έχει φτάσει στο νοσοκομείο σε 7 λεπτά.

Προσπαθείς να θυμηθείς ποια ήταν η τελευταία φορά που σήκωσες τον πατέρα σου μέσα στην άγρια νύχτα να σε μαζέψει από νοσοκομεία. Θυμάσαι κι όταν σε μάζεψε από την αστυνομία. Και από την Εθνική Οδό κάπου στη Μαλακάσα. Και όταν του έστειλες μήνυμα να σου στείλει λεφτά να επιστρέψεις από Καβάλα ενώ είχες πάει για καφέ στη Γλυφάδα. Κι όταν τον πήρες τηλέφωνο να σου στείλει με fax το διαβατήριο στα σύνορα ενώ είχες πάει μπαρότσαρκα στο Γκάζι.

Εύχεσαι νοερά σε όλους τους θεούς του σύμπαντος να μη σου μοιάσουν τα παιδιά σου.

Βγαίνετε Εθνική και είναι όλα κολλημένα. Ατύχημα. Οι φιλενάδες βγαίνουν να δουν τι γίνεται, το πιλοτάκι καβαλάει το αμάξι της να δει καλύτερα. Θα πάνε να πούνε στην αστυνομία ότι έχουν τραυματία να μας αφήσουν να περάσουμε. Ναι, θα πάνε να πουν στην αστυνομία ότι στραβοπάτησε η φίλη, να ανοίξουν την Εθνική. Είναι ικανές. Αλήθεια. Συνεχίζεις να γελάς.

Ο δρόμος ανοίγει και το πιλοτάκι σας έχει φτάσει στο νοσοκομείο. Σας περιμένει ο πατέρας, που έχει καβατζάρει το μοναδικό καρεκλάκι όσο οι φιλενάδες ξεκινάνε μανούρες με την ασφάλεια για να περάσουμε. «Μαλάκα κόψε τα γέλια και δείχνε πως πονάς για να τελειώνουμε». Κοριτσάρα μου…

Δίνεις το ΑΜΚΑ σου στον πατέρα σου για τα διαδικαστικά της εισόδου και σε ρωτάνε ημερομηνία γέννησης. Δεν ξέρεις τι είναι χειρότερο, το ότι δεν ξέρει ο πατέρας σου την ημερομηνία γέννησής σου, ή ότι ο υπάλληλος δεν την βλέπει στο ΑΜΚΑ που έχει μπροστά του. Του φάνηκες μικρή λέει, δεν του μοιάζεις με σαραντάρα λέει, ποια σαραντάρα ρε, που ακόμα δεν έχεις κλείσει τα 39, μη σου…

Σε περνάει η security στον «συνάδελφο». Θα σε εξετάσει η ασφάλεια, τη βλέπεις τη δουλειά. Σε εξετάζει γιατρός. Που λέει ο λόγος. Που κάνει κρύα αστεία και δεν μπορείς να τον στείλεις γιατί είναι μπροστά ο πατέρας σου. Ακτινογραφία, επιστροφή στο γιατρό. Αυτός για Νομική θα πήγαινε, δεν μπορεί. Κάπου λάθος θα έστριψε και τον έβγαλε ο δρόμος του εκεί και προσπαθεί να βγάλει άκρη με τον ομολογουμένως χιλιοδιαλυμένο σου αστράγαλο. Παίρνεις την ακτινογραφία, του δείχνεις τα παλιά κατάγματα και βγάζεις διάγνωση μόνη σου. Διάστρεμμα.

Γύψο και αντιπηκτικές για 15 μέρες. Για διάστρεμμα;;

Ξεκινάς τις διαπραγματεύσεις, όταν μπουκάρει στο εξεταστήριο ομήγυρη Ρομά που πλακώθηκαν στο ξύλο. Συνεχίζουν το ξύλο στο εξεταστήριο. Έρχεται η ασφάλεια, βγάζουν έξω τους συνοδούς, βρίσκεις ευκαιρία και την κάνεις κι εσύ με έναν επίδεσμο και μια υπόσχεση να πάρεις νάρθηκα από το φαρμακείο. Γράφει και 15 μέρες αναρρωτική. Γελάνε και οι γύψοι.

Περιμένοντας τον πατέρα σου να φέρει το αυτοκίνητο, κερνάς τους Ρομά τσιγάρο και τα λέτε.

Συνεχίζεις και γελάς.
Ξυπνάς βογκώντας. Γελάς όλη μέρα. Ήρεμη. Για κάποιο βλαμμένο λόγο είσαι χαρούμενη που στα σαρανταπαρά σε μαζεύουν ακόμα από τα νοσοκομεία μετά από βραδινή έξοδο. Είσαι περήφανη με τον εαυτό σου για τις φίλες που έχεις.

Μπαμπάκα μου… Πάντα εκεί…

Γελάς και πονάς λιγότερο.

(Αφιερωμένο στις Μαρίες μου. Ευχαριστώ…)

 

Ν.