Όταν έχεις κατάθλιψη τα πράγματα κυλάνε είτε πολύ αργά, είτε πολύ γρήγορα.
Υπάρχουν στιγμές που κοιτάς έξω από το παράθυρο το κενό, αγνοώντας το τοπίο που ξεδιπλώνεται μπροστά σου. Το βλέμμα αδειανό, λειψό και χωρίς ζωντάνια. Το ρολόι κυλάει κι η μέρα εναλλάσσεται με την νύχτα, αλλά εσένα δεν σου καίγεται καρφί. Μόνο να κοιτάς έξω θες, το απόλυτο τίποτα.
Υπάρχουν όμως και στιγμές που τρέμεις σαν το ψάρι, τα νύχια σου είναι φαγωμένα μέχρι το δέρμα κι ο κρύος ιδρώτας μουσκεύει τις βρώμικες πυτζάμες σου. Κρατάς την ανάσα σου μετρώντας τα δευτερόλεπτα, περιμένοντας ότι κάτι αναπάντεχο θα συμβεί την επόμενη στιγμή, αλλά μένεις ξεκρέμαστος με την ελπίδα.
Εκεί ο χρόνος δεν περνάει με τίποτα. Σε διαβρώνει, όπως η σκουριά το μέταλλο.
Σε μία τέτοια κατάσταση βρίσκομαι κι εγώ τώρα. Δεν κοιτάω έξω από το παράθυρο, ο συννεφιασμένος ουρανός με τρομάζει. Δεν φοράω πυτζάμες, μόνο μαύρο κοστούμι και μαύρα παπούτσια. Δεν κρατάω την ανάσα μου, αλλά μία φωτογραφία του Παύλου. Την πρώτη φορά που αντίκρισα το χαμόγελό του, αποφάσισα ότι αυτό το χαμόγελο θέλω να το βλέπω πάντα. Κι αυτό το χαμόγελο αποφάσισα να εναποθέσω στο μνήμα του.

«Θα έρθεις, ρε μαλάκα, το βράδυ;»
Πόσο τον βαριέμαι τον Τάσο ώρες ώρες, επίμονος και πρήχτης μέχρι αηδίας. Να θέλει να μου γνωρίσει ξεπλυμένες γκόμενες μπας και «γαμήσω και γίνω άνδρας». Και πού να ‘ξερε…
«Δεν ξέρω, βαριέμαι. Τα ίδια και τα ίδια».
Τον άκουγα που ξεφύσαγε από το άλλο ακουστικό. Αν δεν ήταν τόσο κολλημένος, ίσως και να γούσταρα.
«Έλα, ρε σάπιε, ξεκόλλα από το σπίτι επιτέλους. Θα περάσουμε καλά. Θα είναι κι άλλα παιδιά που δεν τα ξέρεις, φοιτητές από Θεσσαλονίκη».
«Κι ήρθαν να ξεσαλώσουν στον Βόλο; Φοβερή επιλογή, πες τους».
«Γιατί τι έχει ο Βόλος μας; Και γαμώ περνάμε!»
Δε θα γλιτώσω από αυτόν. Από την άλλη, κι άλλο βράδυ σπίτι με βιβλία και ποτήρι κρασί να παριστάνω τον μοναχικό λόρδο; Θα μου σαλέψει στο τέλος. Δεν γαμιέται.
«Θα έρθω. Αλλά για ένα δίωρο το πολύ. Μετά θα φύγω γιατί δε θα αντέχω άλλο την πάρλα και τα ηλίθια ανέκδοτά σου».
«Πώπω, τι μου θύμισες τώρα… άκουσα ένα το πρωί. Είναι ένας Γερμανός, ένας Ιταλ-»
Έκλεισα το τηλέφωνο χωρίς δεύτερη σκέψη. Δε θα άντεχα κι άλλο ανέκδοτο από τον Τάσο. Ο μοναδικός λόγος που τον κάνω παρέα είναι τα ομολογουμένως καλά πάρτι που κάνει καμία φορά σπίτι του. Και το χόρτο που φέρνει από Βουλγαρία. Το παιδί για όλες τις δουλειές.

Το μαγαζί που βγήκαμε βρίσκεται στον παραλιακό δρόμο, κοντά στα τσιπουράδικα. Αποφάσισα να ντυθώ λίγο πιο καλά σήμερα μπας κι ανέβει η διάθεσή μου. Δεν τα πήγα κι άσχημα, ήδη κάποια βλέμματα είχαν πέσει πάνω μου κι αρνούνταν να φύγουν. Η παρέα του Τάσου φαινόταν μέσα στο κέφι. Πλησίασα ανάβοντας ένα τσιγάρο, καθώς τους χάζευα. Δύο αδιάφορες μελαχρινές, ένας κοντός με γυαλιά, ο Τάσος και…
«Παύλος, χάρηκα».
Πρέπει να μου είχε πέσει το τσιγάρο στο πάτωμα γι αυτό γελούσαν όλοι. Και το στόμα μου να έχασκε ορθάνοιχτο. Τα παθαίνω αυτά όταν τρώω κόλλημα. Μεγάλο κόλλημα.
«Ιασ… Ιάσονας. Κι εγώ… χάρηκα».
Χαμογελούσε. Πανέμορφος.

Η δόνηση του κινητού, με επανέφερε στην πραγματικότητα. Το σήκωσα, προσπαθώντας να κρύψω τους ελαφρούς λυγμούς μου.
«Ιάσονα, ξεκίνησες; Σε λίγο φτάνω κι εγώ».
«Ναι… έρχομαι. Στην πόρτα είμαι».
Έκλεισα το κινητό και προσπάθησα να πάρω βαθιές ανάσες. Τα δάκρυα δεν εγκατέλειπαν τα μάτια μου, μόνιμοι σύντροφοι το τελευταίο διάστημα. Σηκώθηκα, φόρεσα το αγαπημένο του κασκόλ και ένα ρίγος διαπέρασε το σβέρκο μου. Έπιασα την μυρωδιά του, το άρωμά του. Είναι δυνατόν μετά από τόσες μέρες; Κι όμως, το μύριζα έντονα. Πίεσα το κασκόλ στην μύτη μου, με πλημμύριζε, κολυμπούσα μέσα του. Σαν…
Σαν τις νύχτες που κοιμόμασταν μόνο με αυτό;
Τινάχτηκα πίσω και έπεσα στον τοίχο. Η φωνή του, το άγγιγμά του. Όχι, δε, δε θα το πάθαινα αυτό τώρα, δε θα τρελαινόμουν. Άφησα το κασκόλ στην θέση του και έφυγα τρέχοντας. Ήλπιζα τα σύννεφα να γεννήσουν βαριά, δυνατή βροχή. Μόνο έτσι θα συνερχόμουν.

Η Θεσσαλονίκη ποτέ δεν μου άρεσε. Ένιωθα σαν να με είχε κηρύξει ανεπιθύμητο – μικρό για τα γούστα της. Κι εκείνη τη στιγμή, είχα έναν ακόμη λόγο για να την μισώ. Μου έκλεψε ότι αγαπούσα περισσότερο και το πέταξε σε ένα κουτί μπροστά μου.
Μία μαύρη κάσα με ασημένια χερούλια.
Παντού τριγύρω δακρυσμένα μάτια και κατεβασμένα κεφάλια. Ψεύτικα τριαντάφυλλα από το απέναντι ανθοπωλείο. Υποκρισία θλίψης και συμπόνοιας. Κάποια χαμόγελα θα ήθελα πάρα πολύ να τα έσβηνα με μία μπουνιά. Δεν με γνώριζαν προσωπικά, αλλά ένιωθα ότι με ξέρουν. Ποιος ήμουν, τι έκανα με τον φίλο τους, πόσο ευθυνόμουν για τον θάνατό του. Μου εύχονταν συλλυπητήρια – αν και μέσα τους εύχονταν να ήμουν εγώ στη θέση του.
Ο ξένος, η αδερφάρα που τον έκλεψε, ο παρίας.
«Ιάσονα μου, είσαι καλά; Θες να φύγουμε;»
Η Αρετή. Η μοναδική μου φίλη πλέον. Μία ξένη μέσα στους ξένους, είχε έρθει μόνο για μένα και τον Παύλο.
«Ναι, αγάπη. Σε λίγο θα φύγουμε, δεν τους μπορώ. Δώσε μου λίγο χρόνο μόνο».
Περίμενα να ξεκουμπιστούν οι περισσότεροι για να αφήσω τον δικό μου φόρο τιμής. Μόνο μία νεαρή κοπέλα είχε μείνει παραπέρα να με παρατηρεί. Πλησίασα τον χωμάτινο λάκκο, η τρύπα στην γη έμοιαζε απίστευτα αχανής. Ακούμπησα δίπλα την φωτογραφία του, μαζί με τις υπόλοιπες. Η γυναίκα με πλησίασε. Μαύρα γυαλιά, μαζεμένα κόκκινα μαλλιά σε κότσο.
«Καλησπέρα. Με λένε Δέσποινα. Είσαι… ο Ιάσονας;»
Απάντησα θετικά. Κάτι στο ύφος της έμοιαζε σαν να έτρεμε.
«Είμαι… ήμουν φίλος του Παύλου. Είσαι κάποια συγγενής;», ρώτησα αδιάφορα. Ήλπιζα να μην άρχιζε κι αυτή να με ρωτάει περίεργα πράγματα. Ο αέρας γύρω μας έγινε βαρύς, ένιωσα να κατακάθεται πάνω μου. Μία κρύα ανάσα γαργάλησε το σβέρκο μου.
«Ναι… και όχι. Ήθελα απλά ήθελα να σε γνωρίσω. Καλή συνέχεια».
Γύρισε πλάτη κι απομακρύνθηκε γρήγορα. Την παρατηρούσα αμήχανος μέχρι που η Αρετή με πλησίασε και με αγκάλιασε για να φύγουμε. Κοίταξα την φωτογραφία. Ένα τρελό κομμάτι μέσα μου, ήθελε να τον δει και ζωντανά μία τελευταία φορά.
Θυμάμαι, είχε αέρα εκείνη την μέρα, παγερό, δυνατό. Το μπουφάν μου ήταν ακατάλληλο για το κρύο και τουρτούριζα. Εκείνος, χωρίς να του πω τίποτα, με αγκάλιασε από τους ώμους για να με ζεστάνει. Και χαμογέλασε…

«Βολιώτης λοιπόν, ε;»
«Ναι, αν και ο πατέρας μου έχει καταγωγή από Αγρίνιο. Αλλά δεν έχω πάει ποτέ».
Ένιωθα τελείως βλάκας. Η αμηχανία μου είχε χτυπήσει κόκκινο και δεν ήξερα αν είναι από τις ματιές του ή από τα καχύποπτα βλέμματα των υπολοίπων θαμώνων στην καφετέρια. Του είχα ζητήσει να βγούμε για να του δείξω την πόλη. Δέχτηκε αμέσως. Δεν του είπα να φέρει και την υπόλοιπη παρέα, δεν με ρώτησε.
«Μου αρέσει η πόλη σας. Έχει κάτι το απελευθερωτικό».
Το στόμα του ήταν υπέροχο. Η κίνηση των χειλιών του με αποπροσανατόλιζε. Συνειδητοποίησα ότι αργούσα να απαντήσω, σαν να έχανα την ορμή των λέξεων.
«Εγώ αντίθετα νιώθω αρκετές φορές δέσμιός της. Σαν να μην μπορώ να κόψω τον ομφάλιο λώρο. Φαντάσου, μόνο Αθήνα έχω πάει και Λάρισα που είναι δίπλα».
Ρούφηξε μία γουλιά από τον καφέ του και δεν έχασε το βλέμμα του από τα μάτια μου. Μία παρέα δίπλα ξερόβηξε και κρυφογέλασε. Μαλακισμένα.

«Όλοι κάποτε κόβουμε τα δεσμά και αφηνόμαστε. Εγώ βρέθηκα τελείως τυχαία εδώ. Αν δεν είχα πάει σε εκείνο το σεμινάριο στην σχολή, δεν θα γνώριζα τα παιδιά. Δεν θα ερχόμουν εδώ μαζί τους και δεν θα γνωριζόμασταν».
Δεν μπορεί να το είπε τυχαία αυτό., δεν γίνεται. Κάτι σημαίνει, μου έδινε πάτημα. Ή τώρα ή ποτέ Ιάσονα. Έπιασα το χέρι του.
«Χαίρομαι που γνωριστήκαμε», του είπα δειλά.
Το τράβηξε απαλά. Σκατά. Πάλι μαλακία έκανα, πάλι θα γίνω ρεζίλι, πάλι…
«Όχι εδώ», μου είπε συνωμοτικά. Φώναξε την σερβιτόρα να πληρώσει κι εγώ απέμεινα να τον κοιτάζω. Δεν κατάλαβα πότε πλήρωσε, πότε σηκωθήκαμε και φύγαμε ενώ δεν έδωσα καμία σημασία στην παρέα που γελούσε πιο έντονα.
Με ένοιαζε μόνο που μου κρατούσε το χέρι.

Ήθελα να σηκωθώ και να φύγω από την Θεσσαλονίκη το συντομότερο δυνατόν. Η Αρετή όμως επέμενε να μείνουμε ακόμα λίγες μέρες, να χαλαρώσω από το βαρύ περιβάλλον του σπιτιού μου, να δω λίγο κόσμο, να ξεχαστώ. Λες και η απώλεια ήταν πίνακας με νερομπογιές, που τον μουτζουρώνεις και τον ξαναφτιάχνεις όπως εσύ θες. Το μοναδικό που με ένοιαζε ήταν να κλειστώ στο δωμάτιό μου, να κατεβάσω ρολά και διακόπτες, να εγκλωβιστώ στο σκοτάδι. Εγώ κι οι αναμνήσεις μου.
Επέστρεψα μόνος στο δωμάτιο του ξενοδοχείου για να ξαπλώσω. Είχα ξεχάσει αθόρυβο το κινητό μου κατά την διάρκεια της κηδείας και βρήκα δύο αναπάντητες από τον Τάσο. Λογικά θα ήθελε να μάθει πώς είμαι. Βαριόμουν να του μιλήσω τώρα.
Το βράδυ θα βγαίναμε μία βόλτα, εγώ κι η Αρετή να πιούμε και να θυμηθούμε αυτά που αγαπούσαμε κι οι δύο στον Παύλο. Να γίνουμε φέσι και να μην μας νοιάζει κανένας. Πράγμα πολύ εύκολο, μιας και το αλκοόλ δεν το σήκωνα με τίποτα. Ξάπλωσα στο κρεβάτι με τα ρούχα, γύρισα στο πλάι και πήρα αγκαλιά το μαξιλάρι. Τα μάτια μου ήθελαν να κλείσουν αλλά κάτι έντονο μου γαργαλούσε την μύτη. Μου θύμιζε… θαλασσινό νερό; Πώς ήταν δυνατόν; Κοίταξα από το παράθυρο του δωματίου, λες κι η θάλασσα θα μετακόμιζε ξαφνικά καμιά δεκαριά χιλιόμετρα και θα έγλειφε το μπαλκόνι μου. Κι όμως ήταν τόσο έντονη η μυρωδιά, τόσο οικεία…
Όπως την βραδιά που τα κορμιά μας ενώθηκαν πάνω στον κρύο βράχο, κάτω από την πανσέληνο;
«Παύλο;»
Δεν μπορεί αυτός ήταν, τον άκουσα! Γύρισα το κεφάλι και αφουγκράστηκα. Το δωμάτιο έμοιαζε να μπάζει αέρα από παντού, το στρώμα είχε γίνει νωπό κι ένιωθα μία φαγούρα σε όλο μου το σώμα. Έτριψα το δέρμα μου κι έπιασα κάτι απαλό. Το μύρισα… αλάτι.
Θυμάσαι τον βράχο μας, την σπηλιά μας; Γυμνοί πάνω σε έναν κρύο βράχο.
Σηκώθηκα απότομα κι έτρεξα στο μπάνιο να ρίξω λίγο νερό στο πρόσωπό μου. Δεν μπορεί, τρελαίνομαι, δεν γίνεται αυτό το πράγμα! Μύριζα τον ιδρώτα του, το δέρμα του, έβλεπα να με λούζει το βλέμμα του. Ο νιπτήρας του μπάνιου έγινε λακκούβα στον βράχο, το νερό θαλασσινό, ο καθρέφτης έδειχνε εμένα κι αυτόν από πίσω, να μου φιλάει απαλά τον λαιμό.
Σου άρεσε να κάθομαι από πάνω σου κι απλά να σε φιλάω. Ώρες. Νύχτα και μέρα.
«Ναι… μου άρεσε».
Μιλούσα στον νεκρό. Κι όμως φαινόταν πιο ζωντανός από ποτέ. Πόσο μου είχαν λείψει αυτά τα χέρια, αυτό το στήθος, η ανάσα του στο αυτί μου. Γύρισα να τον αντικρίσω κι ο καθρέφτης πλέον με έδειχνε να αγκαλιάζω το κενό. Εγώ όμως έβλεπα το κορμί του Παύλου μου, ένιωθα τους χτύπους της – κατά τα άλλα νεκρής – καρδιάς του. Και το μπάνιο μετατρεπόταν στο γνώριμο σκηνικό της σπηλιάς μας. Φυτά που αγκαλιάζονταν με μυτερά βράχια, η οροφή της να χάσκει ανοιχτή όσο το φως του φεγγαριού τρύπωνε δειλά από μέσα της, λούζοντας τον μοναδικό βράχο που μπορούσες να ξαπλώσεις.
Με παρέσυρε με το σώμα του και ξαπλώσαμε στα κρύα πλακάκια του μπάνιου – λάθος, στον λείο και σκληρό βράχο. Μου κατέβασε το παντελόνι όσο έκλεινα τα μάτια και παραδινόμουν στην ηδονή. Ήξερα ότι όλο αυτό ήταν της φαντασίας μου, παραλήρημα του πόθου μου που αρνιόταν να ξεχάσει. Είχα καυλώσει απότομα, η γλώσσα του περιεργαζόταν την στύση μου. Κοίταξα ψηλά και έβλεπα το φεγγάρι, άνοιξα το χέρι σαν να ήθελα να το κλείσω στην χούφτα μου.
Τελείωσα τόσο απότομα όσο ξεκίνησα. Το στόμα μου γέμισε αλάτι, γέμισε από τα φιλιά του, γέμισε από τον κρύο ιδρώτα που με είχε λούσει. Γύρισα και κοιμήθηκα όπως ήμουν, γυμνός από την μέση και κάτω, στο μπάνιο. Δεν ήθελα να σηκωθώ με τίποτα, γιατί να το κάνω άλλωστε;
Σ’ αγαπάω αγοράκι μου.

Δύο πράγματα με ξύπνησαν, τα έντονα χτυπήματα στην πόρτα και το σώμα μου που έτρεμε από το κρύο. Η κύστη μου διαμαρτυρόταν, η δεξιά πλευρά μου είχε πιαστεί και από το στόμα μου έτρεχαν σάλια. Ένιωθα σαν να έβγαινα από λήθαργο. Τον έψαξα.
«Παύλο;»
Τα χτυπήματα έγιναν πιο έντονα. Μία υπόκωφη φωνή ακουγόταν απ’ έξω.
«Ιάσονα! Άνοιξε, η Αρετή είμαι. Πες μου ότι δεν έκανες καμιά τρέλα, σε παρακαλώ, απάντησε!»
Σηκώθηκα τρέμοντας. Ανέβασα το παντελόνι μου κι έριξα πάνω μου μία πετσέτα. Σύρθηκα με το ζόρι στην πόρτα και την άνοιξα. Η Αρετή βούτηξε στην αγκαλιά μου και παραλίγο να σωριαστούμε κάτω.
«Επιτέλους! Νόμιζα ότι σε έχασα ρε βλάκα. Σε άφησα πολύ χάλια, τηλέφωνα δεν απαντούσες, στο ραντεβού δεν ήρθες…»
Ασυναίσθητα κοίταξα από το παράθυρο. Είχε βραδιάσει. Πόση ώρα κοιμόμουν;
«Κα… καλά είμαι. Με πήρε ο ύπνος και δεν πήρα χαμπάρι. Σόρρυ ρε μωρό αν σε έστησα, δεν-»
«Ξέχνα το, δεν πειράζει. Εξ ‘άλλου μαλακία ιδέα είχα. Θα αράξουμε να τα πιούμε εδώ. Μα, εσύ τρέμεις ολόκληρος!»
Την άφησα και έτρεξα προς το μπάνιο. Χρειαζόμουν ένα ζεστό ντους, να ηρεμήσω, να διώξω τις αναμνήσεις, το αλάτι…
«Με θυμάσαι ποτέ να προσέχω;», της είπα γελώντας. «Θα κάνω ένα ζεστό μπάνιο και θα συνέλθω. Εσύ ανέλαβε φαγητά και ποτά. Απόψε θα το κάψουμε». Της έκλεισα το μάτι.
«Γεια σου, ρε Ιάσονα μπερμπάντη! Δώσε πόνο!».
Πίνοντας δεν ξεχνάς, πίνοντας θυμάσαι.
«Το ξέρω…»
Η Αρετή γύρισε το κεφάλι της.
«Τι είπες, Ιασονάκο μου;»
Της έγνεψα με το χέρι ότι δεν ήταν τίποτα. Εσύ δεν ξεχνιέσαι με τίποτα, είπα μέσα μου και μπήκα στην ντουζιέρα.

Η βραδιά κύλησε όπως ακριβώς το περίμενα. Η ατμόσφαιρα ήταν γλυκόπικρη, ραντισμένη από αναμνήσεις και αφηγήσεις που αφορούσαν αποκλειστικά τον Παύλο. Πώς γνωριστήκαμε, πώς δεθήκαμε, πώς κόλλησε η Αρετή στην παρέα μας. Τον αγαπούσε τον Παύλο, ήξερε ότι με έκανε χαρούμενο κι αυτό της αρκούσε. Το κρασί τελείωσε γρήγορα, τα φαγητά το ίδιο, το ξημέρωμα δεν άργησε να έρθει και να μας βρει μισοκοιμισμένους να ακούμε μουσική από τα κινητά μας.
«Ιάσονα… θέλω να σε ρωτήσω κάτι αλλά μη με παρεξηγήσεις».
Και να ήθελα έτσι όπως είμαι τώρα δεν μπορούσα.
«Σε ακούω».
«Πιστεύεις ότι το επεδίωξε;»
Ένιωσα σαν να μου έπεσε το ταβάνι στο κεφάλι, μία σουβλιά πόνου με ταρακούνησε.
«Τι… εννοείς; Πραγματικά, ρε Αρετή, τι εννοείς;»
Πρέπει να κατάλαβε τον εκνευρισμό στην φωνή μου γι αυτό και μαζεύτηκε στην γωνία της.
«Μην αρπάζεσαι. Αλλά είναι κάτι που προβληματίζει τους πάντες σε αυτήν την ιστορία. Έτρεχε κάτω από το όριο ταχύτητας, μάρτυρες το είδαν να χάνει τον έλεγχο και να προσκρούει στην κολόνα. Δεν φάνηκε να υπήρξε τρίτος, δεν είχε πιει, το αμάξι δεν είχε μηχανική βλάβη. Και ξέρουμε ότι ήταν πολύ καλός οδηγός».
Δεν μου άρεσε καθόλου αυτή η κουβέντα. Μου θύμιζε ψιθύρους και φήμες που είχαν πάρει τα αυτιά μου μετά το δυστύχημα. Ότι το προκάλεσε ο ίδιος, ότι ήθελε να αυτοκτονήσει, να δώσει ένα τέλος σε όλα.
«Αρετή, θα στο πω μία φορά και βάλε το καλά στο μυαλό σου αν θες να είμαστε ακόμα φίλοι. Ο Παύλος δεν ήθελε να αυτοκτονήσει. Ήταν ευτυχισμένος. Γαμώ την τρέλα μου, θα συζούσαμε! Κλείναμε έναν χρόνο μαζί, είχαμε ξεπεράσει όλα τα εμπόδια. Γιατί να τα τελειώσει όλα; Αποκλείεται, ξέχνα το!»
Ετοιμάστηκε να απαντήσει αλλά έκλεισε το στόμα της και κατέβασε με μία γουλιά το υπόλοιπο κρασί. Σηκώθηκα απότομα και πήγα νευριασμένος στο μπάνιο. Άκουσα μία φθαρμένη συγνώμη από τα χείλη της, την ώρα που έκλεινα την πόρτα.
Όταν βγήκα είχε ήδη φύγει κι ο ήλιος είχε αρχίσει να ανατέλλει.
Έλα στο κρεβάτι μαζί μου. Να διώξω την νύχτα και την πίκρα από πάνω σου.
Σαν μία οποιαδήποτε άλλη μέρα που γυρνούσαμε από ξενύχτι, έπεσα στο κρεβάτι και τον αγκάλιασα. Τα γένια του μου γαργαλούσαν το πρόσωπο και χαμογέλασα. Όπως τότε.
«Μου έλειψες πολύ».
Κι εμένα.

Όσες φορές κι αν κοίταζα το ρολόι, η ώρα κυλούσε το ίδιο αργά. Είχαμε δώσει ραντεβού στις πέντε, έμεναν ακόμα είκοσι λεπτά κι εγώ έτρεμα σαν το ψάρι. Ούτε στο πρώτο μου ραντεβού, πριν οκτώ χρόνια, δεν είχα τέτοια αγωνία. Και τι ραντεβού δηλαδή, μία βόλτα είπε θα πηγαίναμε με το αμάξι προς την σπηλιά του Κένταυρου Χείρωνα.
«Είναι μαγικά, ένα μέρος μέσα στο πράσινο και βυθισμένο από την γλυκιά μυρωδιά της θάλασσας. Θα σου αρέσει».
Και στο λιμάνι να κοιτάμε τις βάρκες αν με πήγαινε, το ίδιο θα ένιωθα. Η φαγούρα στα πόδια μου δυνάμωσε, στα χέρια μου το ίδιο, τα μαλλιά μου θέλουν λούσιμο; Τι σκατά, σαν ξεμυαλισμένος έφηβος νιώθω. Άκουσα στρίγκλισμα από ρόδες, αυτός είναι; Όχι καμία σχέση. Τι ώρα είναι; Ακόμα δεκαπέντε λεπτά; Μα πέρασαν τουλάχιστον είκοσι!
«Γεια σου, Ιάσονα».
Κάπως έτσι πρέπει να είναι όταν σταματάει η καρδιά σου κι ακούς ακόμα και τα βήματα που αντηχούν στην άσφαλτο – αγνοώντας όλον τον θόρυβο από δίπλα.
«Γεια. Άργησες».
Δεν άργησε. Ακόμα έξι δεν πήγε, ηλίθιε!
«Με συγχωρείς. Είσαι έτοιμος; Έχω παρκάρει κοντά».
Μπήκα στην θέση του συνοδηγού και πήρα μερικές βαθιές ανάσες. Οι οποίες κόπηκαν απότομα όταν μου χάιδεψε το χέρι και με ρώτησε τι σταθμό να βάλει στο ράδιο.
«Και τον Χατζηνικολάου να βάλεις, δεν με νοιάζει»

Γέλασε. Να δω πόσες βλακείες θα πετάξω ακόμα.
«Ε, δεν νομίζω ότι ταιριάζει. Τι θα έλεγες γι αυτό;»
Βιολιά και φλάουτα ξεχύθηκαν από δύο μικρά ηχεία. Οδηγούσε, σιγοσφυριζόντας τον σκοπό. Ήθελα να τον αρπάξω, να τον μυρίσω, να τον δαγκώσω, να-
«Ευτυχώς ο καιρός έχει φτιάξει και δε θα έχει κρύο».
«Γιατί, θα κάνουμε μπάνιο;», ρώτησα όλο απορία.
Γύρισε, μου έκλεισε το μάτι και συνέχισε να τραγουδάει.
Α ρε Ιάσονα… την πάτησες.

Το ΚΤΕΛ για Αθήνα ήταν γεμάτο κι η διαδρομή μέχρι τον Βόλο έμοιαζε με μαραθώνιο. Η Αρετή ήθελε να μείνει για να δει κάποιους φίλους της αλλά εγώ δεν άντεχα άλλο εκεί πέρα. Ο Παύλος με πίεζε να γυρίσω πίσω, μου ψιθύριζε συνέχεια ότι αρκετά βασανίστηκα, στο σπίτι μου θα ήμασταν καλύτερα. Δεν ανέφερα τίποτα σε κανέναν, δεν με ενδιέφερε αν τρελαινόμουν. Μου αρκούσε που ήταν μαζί μου.
Φτάνοντας, το κινητό μου χτύπησε ξανά. Το όνομα του Τάσου εμφανίστηκε στην οθόνη.
«Γεια σου, Τάσο. Έφτασα Βόλο».
«Α ωραία! Σε έπαιρνα και τις προάλλες να δω πώς είσαι, αν την παλεύεις, αν-»
«Καλά είμαι. Θες κάτι;»
Δεν απάντησε αμέσως. Πρέπει να σάστισε από την απότομη φωνή μου. Δεν γούσταρα την πάρλα του, ειδικά τώρα.
«Ναι… πρέπει να σου μιλήσω. Μπορώ να περάσω από το σπίτι το απόγευμα;»
Άσε τους ξένους εκεί που πρέπει. Ο χώρος μας είναι για την πάρτη μας.
«Δεν ξέρω, Τάσο, δεν είμαι σε θέση να δω κόσμο. Θέλω-»
«Για μισή ώρα. Είναι λίγο επείγον. Θα φέρω και τσιγάρο».
Πριν απαντήσω μου το είχε κλείσει. Ανάθεμα τον μαλάκα, δε θα γλιτώσω εύκολα.
Πάντα υποχωρητικός. Αφήνεις τους άλλους να πατάνε στην καλοσύνη σου.
«Ας ήσουν εδώ να με συμβουλεύεις καλύτερα».
Πρώτη φορά μετανιώνω τόσο για λόγια που βγαίνουν από το στόμα μου. Δεν μου απάντησε. Περπάτησα από τον σταθμό των λεωφορείων ως το σπίτι με το κεφάλι κατεβασμένο, παίζοντας τα κλειδιά ανάμεσα στα δάχτυλα μου. Ζήτημα είναι, αν κοίταξα καθόλου τους δρόμους που περνούσα απέναντι. Μπαίνοντας στο σπίτι, το κινητό μου χτύπησε ξανά. Άγνωστο νούμερο. Περισσότερο από αφηρημάδα παρά από πρόθεση, απάντησα.
«Παρακαλώ;»
Ανάσα κοφτή. Ένας ξερός ήχος σαν να ξεροκατάπιε.
«Ο Ιάσονας; Καλησπέρα, είμαι η Δεσπ…»
Η γραμμή έκλεισε κι ένιωσα το χέρι μου να μουδιάζει. Το κινητό μού έπεσε από τα χέρια, έσκυψα να το πιάσω αλλά το δυνατό χέρι του Παύλου με κράτησε.
Δε θα γιορτάσουμε την επιστροφή στην φωλιά μας;
Και να ήθελα, δεν κατάφερα να φέρω αντίρρηση.

Ο Τάσος εμφανίστηκε κατά το σούρουπο, ντυμένος στην τρίχα και κρατώντας δύο καφέδες. Του άνοιξα απρόθυμα και τον οδήγησα στο σαλόνι. Πεταμένα ρούχα και βρώμικες κάλτσες παντού. Τα σπίτια είναι καταδικασμένα να ακολουθούν την ψυχοσύνθεση των ιδιοκτητών τους.
«Τι βλέπω, έχουμε έξοδο μετά; Με καμιά γκομενίτσα;», του πέταξα χαριτωμένα. Η διάθεσή μου είχε βελτιωθεί λίγο από το πρωί.
«Μεγάλη ιστορία φίλε, άσε. Θα στα πω άλλη στιγμή. Μισό να στρίψω και θα κάτσουμε να μιλήσουμε».
Πραγματικά ήμουν περίεργος τι στο διάολο ήθελε να μου πει τόσο άμεσα. Ξεφύσηξα αδιάφορα και σωριάστηκα σε μία πολυθρόνα. Ένιωσα το χάδι του Παύλου να μου γαργαλάει το στέρνο. Ο Τάσος μου πέρασε το τσιγάρο κι η πρώτη τζούρα μου γαργάλησε ευχάριστα τον λαιμό.
«Πώς ήταν η κηδεία;»
«Όπως όλες οι κηδείες. Θα μου πεις τώρα;»
Ο Τάσος ανακάθισε ελαφρά κι έβγαλε το σακάκι του. Σαν να είχε ιδρώσει στο μέτωπο.
«Τζέισον…», είπε και ξεροκατάπιε. Με εκνεύριζε το Τζέισον αλλά δεν είπα τίποτα. «υπάρχουν κάποια πράγματα που πρέπει να μάθεις για τον Παύλο και την σχέση σας».
Όχι τον μπάσταρδο. Όχι τώρα. Με είδε που έσμιξα τα φρύδια μου και σήκωσε τα χέρια ψηλά.
«Όχι, όχι, σε παρακαλώ μην με κόψεις τώρα που έχω πάρει θάρρος. Αν δεν τα πω τώρα, δε θα τα πω ποτέ. Τον Παύλο τον ήξερα πριν έρθει πρώτη φορά στον Βόλο. Σε εκείνη την έξοδο που γνωριστήκατε, αν θυμάσαι».
Προφανώς και το θυμάμαι. Από τότε δεν έχει περάσει μέρα που να μην ξαναζήσω εκείνη την στιγμή. Ένιωσα ένα σφίξιμο στο στομάχι, κάτι στον τρόπο που μιλούσε δεν μου άρεσε. Σαν να απολογούταν.
«Τάσο, δεν νιώθω άνετα να μοιραστώ οτιδήποτε για τον Παύλο αυτήν την στιγμή. Ειδικά μαζί σου. Θυμάμαι την αντίδρασή σου όταν σου είπα ότι ήμασταν μαζί και τη δήθεν έκπληξη σου όταν ανακάλυψες ότι γουστάρω άντρες».
Του έδωσα το τσιγάρο και ρούφηξε βαθιά. Δεν με κοιτούσε στα μάτια.
«Το καταλαβαίνω, αλλά πλέον δεν μπορούν να μείνουν μυστικά αυτά. Υποψιαζόμουν ότι είσαι γκέι, και κανονικά δε θα έπρεπε να με νοιάζει, αλλά μου την έδινε το… ότι το κρατούσες μυστικό. Ότι κρυβόσουν. Και το έπαιζες απλά υπερόπτης με όλους. Με τις γυναίκες, με εμένα, με τις παρέες μας».
Είχε δυναμώσει η ένταση της φωνής του κι η ατμόσφαιρα είχε αρχίσει να ηλεκτρίζεται. Ο Παύλος κάτι μου ψιθύριζε αλλά τ’ αυτιά μου είχαν προσανατολιστεί αλλού.
«Μέχρι που γνώρισα τον Παύλο. Ήταν πολύ όμορφος, το καταλαβαίνω κι εγώ. Ήταν straight αλλά δεν έμοιαζε να έχει κόλλημα στο να κάνει κάτι και με άντρα. Μου έλεγε ότι μπορεί να ρίξει τον οποιοδήποτε. Τον προκάλεσα ότι υπερβάλλει. Και τότε… βάλαμε ένα στοίχημα».
Κλείσε τ’ αυτιά σου, εγώ είμαι εδώ, έλα στον βράχο μας, έλα στην σπηλιά μας.
Τ’ αυτιά μου όμως δεν έκλεισαν και το μυαλό μου άρχισε να βομβαρδίζεται με νέες πληροφορίες. Σαν το καυτό νερό που τρέχει πάνω στο δέρμα, ένιωθα όλο μου το κορμί να τινάζεται.
«Τάσο, τι μαλακίες μου λες; Πες μου ότι δεν εννοείς αυτό που καταλαβαίνω».
Τον είδα να τρίβει τα χέρια του και να κοιτάει ακόμα το πάτωμα.
«Δεν…»
«ΓΥΡΝΑ ΚΑΙ ΚΟΙΤΑΞΕ ΜΕ ΟΤΑΝ ΜΟΥ ΜΙΛΑΣ ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ!»
Πρώτη φορά είχα φωνάξει τόσο έντονα. Γύρισε τρομαγμένος προς το μέρος μου.
«Δεν το έκανα για να σε πληγώσω. Αλλά για να σε βοηθήσω να εκδηλωθείς. Δεν υπήρχε λόγος να κρύβεσαι. Ο Παύλος δέχθηκε το στοίχημα και το κέρδισε. Σε έριξε με την πρώτη. Σαν ώριμο φρούτο. Εγώ το χάρηκα, αυτός το χάρηκε. Δεν περίμενε, βέβαια, ότι θα σε ερωτευτεί και θα κολλήσει. Γιατί σε αγάπησε Ιάσονα, παρ’ όλη την αρχική πρόθεση».
Σηκώθηκα τρεμάμενος και κοίταξα τριγύρω. Ένιωσα την αλμύρα της θάλασσας, έβλεπα το σαλόνι μου να μεταμορφώνεται και να γίνεται πιο σκοτεινό.
Αγόρι μου, έλα μαζί μου και θα σου τα εξηγήσω όλα. Μην τον ακούς.
«Όχι. Δε θα έρθω».
Ο Τάσος με κοίταξε απορημένος. Ξαφνικά, ένα κύμα αέρα σηκώθηκε και τίναξε το ένα παραθυρόφυλλο έντονα. Δύο κορνίζες έπεσαν στο πάτωμα κι άλλες δύο ταρακουνήθηκαν στα καρφιά τους.
«Ιάσονα… έπρεπε να το βγάλω από μέσα μου. Δεν μπορούσα άλλο να το κρύβω. Το έκανα με καλό σκοπό και-»
«Φύγε. Τώρα. Μην πεις άλλη λέξη, μην ανοίξεις άλλο το στόμα σου, απλά φύγε».
Η πόρτα στο μέσα δωμάτιο έκλεισε από τον αέρα. Ένιωθα το υπόκωφο ουρλιαχτό του Παύλου στο μυαλό μου και για μια στιγμή μου κόπηκαν τα πόδια.
Ο Τάσος έστρεψε το βλέμμα του κάτω και μετά έσβησε το τσιγάρο. Οι καφέδες δίπλα έμειναν ανέγγιχτοι. Έπιασε το σακάκι του και κίνησε προς την πόρτα. Μύριζα αλάτι και ένιωθα μία πίεση στην πλάτη μου. Μετακινήθηκα απότομα. Δεν προσπάθησε ξανά.
«Συγνώμη».
Δεν ήμουν σίγουρος ποιος από τους δύο το είπε, άκουσα μόνο την πόρτα να κλείνει με έναν γδούπο. Έκλεισα το κινητό, έκλεισα τ’ αυτιά μου, έκλεισα τα πάντα. Πήρα λίγες βαθιές ανάσες, άνοιξα την πόρτα κι απλά έτρεξα.

Ο ουρανός είχε συννεφιάσει κι ένα ελαφρύ ψιλόβροχο μούσκευε τα ρούχα μου. Προσπερνούσα περαστικούς, δρόμους, μαγαζιά και πλατείες. Αρνιόμουν να πιστέψω όσα είχα ακούσει, αρνιόμουν να δεχθώ ότι ένα χρόνο από την ζωή μου τον σπατάλησα για ένα στοίχημα. Ο Παύλος δεν είχε ακουστεί ξανά από το σπίτι, δεν τον ένιωσα ξανά δίπλα μου. Κάποια στιγμή έφτασα στο λιμάνι, στο σημείο που με είχε μαζέψει τότε για να πάμε στην σπηλιά. Κοίταξα την ανταριασμένη θάλασσα, το κύμα που χτυπούσε διαδοχικά την πλατφόρμα. Στάθηκα στην άκρη κι έκλεισα τα μάτια μου. Από το νερό ακουγόταν ένας μελαγχολικός σκοπός, σαν μία κακόφωνη μελωδία που μου θύμιζε μία εκδρομή με αυτοκίνητο. Αλλά η μυρωδιά της με τραβούσε ανυπόμονα. Με καλούσε. Έσκυψα μπροστά…

Φτάσαμε μετά από μία ώρα περίπου καθώς ο ήλιος είχε ήδη δύσει. Ο ουρανός είχε γεμίσει αποχρώσεις του κόκκινου κι η θάλασσα είχε αποκτήσει ένα μαγευτικό χρώμα. Ήμασταν τελείως μόνοι.
«Σου αρέσει το μέρος;»
Το λάτρευα.
«Ναι, πολύ. Απίστευτο, δεν έχω έρθει ποτέ παρ’ όλο που το έχω ακούσει τόσες φορές».
«Ίσως δεν είχες την κατάλληλη παρέα», μου είπε πιάνοντάς μου το χέρι και οδηγώντας με μέσα από ένα μικρό μονοπάτι. Δεν ήξερα πού πηγαίναμε, δεν είχα πάρει τίποτα μαζί μου, αυτός κρατούσε ένα μικρό σακίδιο. Κατηφορίσαμε προς την θάλασσα αλλά μετά στρίψαμε απότομα μέσα από το δασάκι. Το φως άρχισε να φθίνει κι η ορατότητα κοβόταν από την πυκνή βλάστηση. Ακολουθούσα το βήμα του, αγνοώντας για το πού μπορεί να πάμε και πόσο θα απομακρυνθούμε.
«Παύλο…»
«Φτάνουμε, αγόρι μου. Μην ανησυχείς. Λίγο ακόμα».
Η είσοδος της σπηλιάς ήταν πολύ μεγάλη. Η μυρωδιά του θαλασσινού νερού ήταν έντονη παρ’ όλο το ύψος που είχαμε ανέβει. Άναψε ένα φανάρι που κρατούσε στο σακίδιο του και με οδήγησε στο εσωτερικό της. Τα βράχια ήταν αρκετά λεία κι η υγρασία είχε αρχίσει να κάνει πανηγυρικές εμφανίσεις. Τυλίχτηκα με το μπουφάν μου.
«Σκιάζομαι λίγο αν και μου αρέσει πολύ το μέρος. Δεν έχω ξαναβγεί… τέτοιο ραντεβού».
Το ξεστόμισα λες κι ήταν κάτι απαγορευμένο. Λες και βγαίναμε σαν δύο κολλητοί να αράξουμε με μπίρες στην παραλία και τίποτα απ’ όλα αυτά δεν έκρυβε κάτι το ερωτικό. Μου έπιασε το χέρι και με τράβηξε κοντά του. Ένιωσα την ανάσα του να μου ζεσταίνει το πρόσωπο. Τα στόματα μας απείχαν εκατοστά.
«Με εμένα εδώ, μη φοβάσαι τίποτα. Σου ετοιμάζω την καλύτερη θέα του κόσμου».
Απλά έγνεψα. Και συνεχίσαμε. Ήμουν στο έλεός του.
Μετά από λίγα λεπτά περπάτημα φτάσαμε σε ένα ύψωμα της σπηλιάς. Είδα τον βράχο μπροστά μου κι είδα και την οροφή. Ο μπάσταρδος, είχε δίκιο. Ήταν η καλύτερη θέα του κόσμου.

Έβλεπα φώτα. Λάθος, άκουγα φώτα. Το κεφάλι μου έμοιαζε να είχε συρρικνωθεί, το σώμα μου το ίδιο, αλλά οι αισθήσεις μου είχαν απογειωθεί. Θαμπό κίτρινο που σκέπαζε τα μάτια μου και πλημμύριζε τα αυτιά μου. Φλογερό κόκκινο, βαθύ μπλε, χρώματα και λάμψεις που με κάλυπταν ολόκληρο. Ένιωθα ότι έπεφτα, αργά, με το σώμα μου μπρούμυτα, ακολουθώντας τα φώτα. Τα άκρα μου κινούνταν αργά ενώ στο στόμα μου ανέβαινε μία γλυκιά γεύση. Αν αυτό ήταν το τέλος τότε ήταν πολύ καλύτερο από ότι περίμενα.
Μία σύσπαση στο στομάχι, με ταρακούνησε. Τα φώτα εξαφανίστηκαν, έγιναν βαθύ σκοτάδι και κάτι επιχειρούσε να με τραβήξει απ’ αυτό το ονειρικό ταξίδι. Τότε εμφανίστηκε πάλι εκείνος. Σαν τότε, που έστρωσε την μαλακή κουβέρτα στον βράχο και ξαπλώσαμε, μου έφτιαξε ένα απαλό, φωτεινό στρώμα. Ξάπλωσα πάνω του ανακουφισμένος κι αφέθηκα. Τα χέρια του με τύλιξαν κι άρχισαν να με τραβάνε προς τα κάτω, προς την αγκαλιά του. Ήθελα να του φωνάξω, να τον βρίσω, να τον μισήσω, αλλά δεν μπόρεσα. Πάντοτε ένιωθα ανήμπορος απέναντί του.
Φωνές άρχισαν να σπάνε το σκοτάδι, τα φώτα επέστρεψαν, κι εγώ προσπάθησα να ανασηκωθώ. Κάποιοι ένιωθα να με τραβάνε, μακριά από το λευκό στρώμα, μακριά από τον Παύλο του οποίου τα μάτια λαμπύριζαν. Προσπάθησα να τον αρπάξω, κι έπιασα μόνο θαλασσινό νερό.
«Νεαρέ! Είσαι καλά; Παιδιά, γρήγορα, έχει πιει νερό, σηκώστε του το κεφάλι!»
Έβηξα δυνατά. Έφτυσα νερό και έβηξα πάλι. Κόσμος είχε μαζευτεί γύρω μου, τα ρούχα μου μουσκεμένα, έτρεμα από το κρύο. Ο Παύλος πουθενά.
«Ευ… ευχαριστώ. Πρέπει να ζαλίστηκα και να έπεσα. Ευχαριστώ».
«Αμάν, ρε αγόρι μου. Τυχαία σε είδα από μακριά, θα είχες πνιγεί τώρα!»
Έγνεψα ότι είχε δίκιο και σηκώθηκα. Η έντονη γεύση από αλάτι με έκανε να ανατριχιάζω και άρχισα να περπατάω γρήγορα προς το σπίτι μου. Ο κόσμος με ρωτούσε αν είχα χτυπήσει κάπου, αλλά δεν έδωσα σημασία.
Όταν έφτασα έριξα μία ματιά στο κινητό μου που είχα ξεχάσει σπίτι. Τρεις αναπάντητες από την Αρετή κι άλλη μία από το ίδιο άγνωστο νούμερο που είχε καλέσει νωρίτερα. Η κοπέλα από την κηδεία; Μα τι ήθελε επιτέλους;
Δεν μπορούσα να μιλήσω σε κανέναν. Έβγαλα τα βρεγμένα ρούχα και μπήκα για ένα ζεστό μπάνιο. Ένιωθα το κρύο να εισβάλλει στο κορμί μου και φοβόμουν ότι δε θα γλιτώσω το κρύωμα. Αλλά αυτό για το οποίο έτρεμα περισσότερο, ήταν η ανάμνηση της εμπειρίας που έζησα. Ο Παύλος ήθελε να με πάρει μαζί του; Με αγκάλιαζε, με τραβούσε, δεν ήθελε να πάρω ανάσα. Γιατί όμως; Ήλπιζα να μην εμφανιστεί ξανά, να μην μου ταράξει άλλο το μυαλό.
Όλα ένα στοίχημα. Αρνιόμουν να το πιστέψω. Έπρεπε να πάρω απαντήσεις, να κλείσω αυτό το κεφάλαιο για πάντα, να πάψω να μιλάω σε νεκρούς και να ζήσω με τους ζωντανούς. Κατάπια δύο αντιπυρετικά, ξάπλωσα κι αφέθηκα στον ύπνο να με τυλίξει.

Σήκωσα το δεξί μου χέρι προσπαθώντας να κλείσω το φεγγάρι στην χούφτα μου. Το έκανα κι έκλεισα τα μάτια, λες κι ήθελα να φυλακίσω την στιγμή αυτή και να σταματήσει να κυλάει ο χρόνος. Το αριστερό μου χέρι, τυλιγμένο στο στήθος του, είχε μουδιάσει από ώρα αλλά δεν τολμούσα να το κουνήσω. Είχε αποκοιμηθεί στην αγκαλιά μου και ροχάλιζε ελαφρά. Η εμπειρία του έρωτα μαζί του ήταν μοναδική. Ένιωθα σαν να μην το είχε ξανακάνει αλλά ταυτόχρονα προσπαθούσε να δείχνει σίγουρος. Μπορεί να ήταν η πρώτη του φορά με άνδρα, μπορεί οι προηγούμενες να ήταν επιπόλαιες. Δεν με ένοιαζε. Σημασία είχε ότι τώρα, ξαπλωμένοι πάνω σε μία κουβέρτα με ένα κομμάτι ουρανού να μας κρατάει συντροφιά από την ανοιχτή οροφή από πάνω μας, ένιωθα δυνατός. Θεός. Αποκοιμήθηκα.
Όταν ξύπνησα, κρύωνα πολύ. Ο Παύλος είχε ήδη σηκωθεί, είχε ντυθεί κι έκανε τσιγάρο. Δεν τον είχα δει να καπνίζει ξανά. Φαινόταν προβληματισμένος. Άπλωσα το χέρι μου πάνω του και τινάχτηκε.
«Είσαι καλά; Μίλησέ μου».
Στάνταρ το είχε μετανιώσει, δεν το είχε ξανακάνει, θα σηκωνόταν να φύγει, θα με παρατούσε στην κωλοσπηλιά και όταν γυρνούσα πίσω θα γινόμουν ο περίγελος όλων.
«Ναι… δηλαδή όχι. Άστο. Καλά είμαι. Ντύσου να φύγουμε, είναι αργά».
«Αν δεν αισθάνεσαι άνετα, πες μου το. Προτιμώ τώρα και σταράτα, παρά μετά και με υπεκφυγές».
Με κοίταξε με ηρεμία. Χαμογέλασε, έστω και αμυδρά, αλλά χαμογέλασε.
«Καλά είμαι. Απλά… δεν το περίμενα». Τον είδα να γράφει ένα μήνυμα στο κινητό του και να το βάζει στο μπουφάν του.
Χωρίς άλλη κουβέντα, πέταξε το τσιγάρο κάτω, το έσβησε και σηκώθηκε. Δεν το περίμενε…

Άνοιξα τα μάτια μου κι ένιωσα τις πρώτες ηλιαχτίδες του πρωινού να πέφτουν απαλά στο πρόσωπό μου. Όλα πλέον φαίνονταν ξεκάθαρα, σαν να τα κάλυπτε πριν ένα θολό πέπλο το οποίο καθάρισε απότομα σε μία νύχτα. Δεν το είχε ξανακάνει, όλη η ιστορία γι αυτόν ήταν μία πρόκληση – ένα ερωτικό στοίχημα. Ο μεγάλος γκόμενος Παύλος, που την πάτησε από τον αγαθιάρη και μυστικοπαθή Ιάσονα. Η πρώτη μας φορά του γύρισε μπούμερανγκ και τον χτύπησε κατακούτελα. Γι αυτόν τον λόγο τον πρώτο μήνα ήταν αρκετά πιο ντροπαλός, πιο κλειστός. Δεν με έκανε πέρα, απλά μου ζητούσε χρόνο και του τον έδινα.
Ακόμα ένιωθα όμως μία άγκυρα μέσα μου, μία βαριά άγκυρα να με τραβάει. Από την ώρα που πέθανε μέχρι και τώρα, είχα ακόμα αυτό το συναίσθημα. Έπρεπε να το τελειώσω και να βγω από αυτήν την ατέρμονη δίνη. Μαζί με τις αναπάντητες, η Αρετή μου είχε αφήσει και δύο μηνύματα. Είχε μιλήσει με τον Τάσο κι είχε μάθει για την κουβέντα μας. Με ρωτούσε αν ήμουν καλά, αν ήθελε να βρεθούμε, να μιλήσουμε. Πιθανόν να ήξερε κι αυτή, μέσα στο κόλπο για την μεγάλη αποκάλυψη του γκέι Ιάσονα. Δεν είχα καμία όρεξη.
Ντύθηκα, έφαγα ένα γρήγορο πρωινό και βγήκα να ψάξω για ταξί. Θα πήγαινα μία τελευταία φορά στην σπηλιά και θα τον καλούσα να τον αντιμετωπίσω. Δεν ξέρω αν θα εμφανιζόταν, αλλά κάτι μέσα μου έλεγε ότι αυτό περίμενε κι ο ίδιος.
Μετά από μία ώρα περίπου, είχα φτάσει. Η απερίσκεπτη βιασύνη μου θα μου στοίχιζε, καθώς λεφτά για να γυρίσω πίσω δεν είχα. Θα έβρισκα λύση αργότερα, τώρα τα πόδια μου ήδη με τραβούσαν προς τα κάτω κι η θέλησή μου υπερνικούσε την λογική. Κατέβηκα προς την παραλία και μετά ανηφόρισα το μονοπάτι προς την σπηλιά.
Με νίκησες. Η απόλυτη, αληθινή σου αγάπη νίκησε εμένα και το χαζό στοίχημα.
Η ανάσα του πάλι με ζέσταινε και για μία στιγμή έχασα τον ειρμό των σκέψεών μου.
«Δεν αφήνεις τις γαλιφιές αγάπη μου; Σε πόσους είχες ξανακάνει το ίδιο; Πόσα θύματα πήδηξες και μετά παράτησες για να αποδείξεις την αστείρευτη γοητεία σου;»
Η ειρωνεία ήταν διάχυτη στα λόγια μου, οι γροθιές μου σφιγμένες. Αν τον είχα μπροστά μου ίσως και να τον χτύπαγα, κάτι που δε θα τολμούσα να κάνω όσο ήταν ζωντανός.
Καμία από τις γυναίκες δεν κατάφερε αυτό που κατάφερες εσύ. Ναι, ήσουν ο πρώτος μου. Αλλά ένιωσα πράγματα που τα θεωρούσα απαγορευμένα. Αναθεώρησα τον εαυτό μου, την ζωή μου. Ιάσονα… το ήξερες ότι ήμουν σε σχέση με μία γυναίκα για χρόνια;
Κοκάλωσα. Η είσοδος της σπηλιάς ήταν λίγα μέτρα μπροστά μου αλλά πλέον την έβλεπα σαν ένα τεράστιο πηγάδι.
«Είχες σχέση; Μα τι μαλακίες μου λες, ακόμα και τώρα; Κι άλλα ψέμματα;»
Κι όμως δεν ήταν ψέμματα. Η κοπέλα στην κηδεία, η γνωριμία της μαζί μου, το τηλεφώνημά της. Τώρα όλα έβγαζαν νόημα.
Ούρλιαζα σαν τον τρελό στην μέση της ερημιάς, στο κενό, στο τίποτα, σε μία σπηλιά.
«Έναν χρόνο…», έτρεμα και τα λόγια έβγαιναν σπασμένα και μισά.
Δεν σου λέω ψέμματα. Γι αυτό κρυβόμουν στην αρχή, γι αυτό απέφευγα να σου πω να έρθεις Θεσσαλονίκη. Η κοπέλα μου κάτι είχε καταλάβει. Τόσα ταξίδια Βόλο για δουλειά δεν έπειθαν και τόσο πολύ. Οι γονείς μου το ίδιο. Περπατούσα σε μία σανίδα πάνω από μία θάλασσα γεμάτη καρχαρίες. Και απέναντι ήσουν εσύ. Μία ζωή πίσω μου, μία ζωή μπροστά μου.
Το χέρι του χάιδευε το στέρνο μου, το στήθος του κολλημένο στο δικό μου. Τα χείλη του σχεδόν ενωμένα στα δικά μου, τον αισθανόμουν περισσότερο από ποτέ. Τον έσπρωξα πίσω.
«Γιατί δεν μου τα είπες ποτέ; Γιατί κρυβόσουν; Φτιάξατε ένα ολόκληρο σενάριο για να εκδηλωθώ εγώ κι όταν το έκανα, εσύ κρύφτηκες περισσότερο; Ποιος είναι ο μαλάκας σ’ αυτήν την υπόθεση λοιπόν;»
Εγώ. Εμείς. Σε παρακαλώ, μην με διώχνεις. Την μέρα που… τη μέρα που τράκαρα, ερχόμουν να σου μιλήσω. Δεν είχα αποφασίσει. Ή θα χωρίζαμε και θα στα αποκάλυπτα όλα ή θα παρατούσα όλη την ζωή μου πίσω για να είμαι μαζί σου. Ο εαυτός μου είχε χωριστεί σε δύο αταίριαστα κομμάτια. Δεν ξέρω αν αφέθηκα ή ήμουν απρόσεχτος. Πάντως όταν είδα τον θάνατο να έρχεται, σχεδόν ανακουφίστηκα.
Αρκετά είχα ακούσει. Ήθελα να τελειώσει αυτό το πράγμα, αλλά γινόταν χειρότερο. Δε θα φορτωνόμουν και τον θάνατά του. Γύρισα πλάτη κι άρχισα να κατεβαίνω. Οι φωνές του, τα καλέσματά του σχεδόν με κούφαιναν. Ο αέρας έγινε πιο έντονος, χώμα σηκώθηκε ψηλά και μπήκε στα μάτια μου. Στα τυφλά περπάτησα και βρέθηκα κάτω στην παραλία. Το νερό αναδεύτηκε, κύμα υψώθηκε από το πουθενά και τον είδα να βγαίνει μέσα από την θάλασσα.
«Παύλ…»
Έλα μαζί μου. Να ζήσουμε τον έρωτα μας όπως το θέλαμε. Μακριά από πρέπει, υποσχέσεις και μυστικά. Η ζωή δεν μας φέρθηκε όπως θέλαμε, ο θάνατος είναι πιο ελεύθερος.
«Γιατί γύρισες; Γιατί έχεις μείνει εδώ, κολλημένος μαζί μου; Πήρες την απόφασή σου, αποφάσισες να πεθάνεις».
Αποφάσισα να μην σε χάσω. Να μην κόψω το νήμα που μας ενώνει.
«Αποφάσισες να δειλιάσεις. Να μην διαλέξεις πλευρά. Να είσαι πάντα στο μεταίχμιο».
Για μια στιγμή μεταφέρθηκα πολλά χρόνια πίσω. Στο λύκειο, σε μία γωνία στο προαύλιο, περικυκλωμένος από νταήδες να με χτυπάνε γιατί ήμουν πουστράκι. Λελές με φούστα. Η μάνα μου να με μαζεύει ντροπιασμένη και να με παρακαλάει να φύγω εξωτερικό για να μην την διασύρω. Εγώ απλά άλλαξα σπίτι κι έμεινα μόνος μου.
Έχω περάσει αυτό το μονοπάτι, έχω φάει τα αγκάθια και τα σκατά του να σε έχουν στο περιθώριο. Φτάνει.
Ιάσονά μου…
«Η ζωή φέρεται όπως της φέρεσαι κι εσύ. Ναι, τα καταφέρατε, αποκαλύφθηκα. Εσύ όμως στάθηκες αδύναμος να το διαχειριστείς κι ας το έπαιζες δυνατός. Όχι, Παύλο, δε θα σε ακολουθήσω στον θάνατο. Δεν το αξίζεις, όπως δεν το αξίζει κανείς. Είχες τις επιλογές σου και πήρες την εύκολη λύση. Εγώ επιλέγω την δύσκολη. Όπως έκανα πάντα».
Τον είδα να προσπαθεί να με πλησιάσει περισσότερο αλλά κάτι τον τραβούσε στο έδαφος. Απότομοι κυματισμοί σχηματίστηκαν γύρω του, το νερό φούσκωσε κι ένιωσα κι εμένα να με τραβάει μία δίνη. Έκανα βήματα πίσω όσο αυτός άπλωνε ένα ξερό και μαύρο χέρι να με πιάσει.
Το πρόσωπό του άλλαξε, έγινε σκοτεινό, διαστρεβλώθηκε και άρχισε να διαλύεται. Είδα την φωτογραφία του, το χαμόγελό του, το πρόσωπό του όταν κάναμε έρωτα. Αγνόησα τις δίνες του νερού και πλησίασα προς το μέρος του, βράχηκα μέχρι την μέση και τον αγκάλιασα. Φίλησα τα χείλη του και γεύτηκα αλάτι. Και μετά έκατσα κάτω κι έκλαψα, όσο δεν είχα κλάψει ποτέ στην ζωή μου.

«Αρετή, εγώ είμαι.»
Ακολούθησε ένα παραλήρημα λίγων λεπτών στο οποίο απομάκρυνα το ακουστικό από το αυτί μου. Όταν ηρέμησε της ξαναμίλησα.
«Θα στα πω όλα. Μπορείς να έρθεις να με πάρεις από την σπηλιά του Χείρωνα; Μην ρωτήσεις πώς και γιατί είμαι εδώ, απλά έλα».
Στεκόμουν στην άκρη του δρόμου, με βρεγμένο παντελόνι και στεγνά μάτια. Κάθε τόσο κοιτούσα προς την θάλασσα, μήπως εμφανιζόταν πάλι και μου χαμογελούσε. Αλλά ήξερα ότι αυτό ήταν πλέον αδύνατο.
Η Αρετή έφτασε μετά από αρκετή ώρα με το αμάξι της. Μπήκα μέσα, με αγκάλιασε για αρκετή ώρα. Δεν με ρώτησε τίποτα, δεν της είπα τίποτα. Είχαμε χρόνο γι αυτά.
Φεύγοντας, παρακολούθησα τον ήλιο που είχε αρχίσει να δύει. Κάποτε, πριν ένα χρόνο περίπου, ένα ζευγάρι ανδρών ετοιμαζόταν για μία εμπειρία που θα άλλαζε την ζωή του. Υποσχέσεις δόθηκαν – πολλές από τις οποίες δεν τηρήθηκαν. Στην τελική, σημασία δεν έχει τι υπόσχεσαι και τι είσαι πρόθυμος να κάνεις. Αλλά σε ποια πλευρά της σανίδας στέκεσαι όταν έχεις αποφασίσει.
Κοίταξα το τηλέφωνό μου. Έπρεπε να καλέσω, να μιλήσω σε αυτήν την γυναίκα που τα είχε χαμένα, να της αποκαλύψω μία πλευρά του Παύλου που δεν ήξερε, μία πλευρά άγνωστη για εκείνην αλλά γεμάτη αγάπη και καλοσύνη.
Έκλεισα τον ήλιο που έδυε στην χούφτα μου. Ψιθύρισα ένα αντίο αφήνοντας την γεύση από αλάτι στο στόμα μου να χαθεί για πάντα.