Έψαξε για τσιγάρα στην τσέπη του παλτού της αλλά τη βρήκε άδεια. Σιχτίρισε την γκαντεμιά της, ξεφύσηξε δυνατά και κοίταξε τριγύρω. Το δωμάτιο ανάκρισης ήταν όπως το φανταζόταν. Μικρό, κλειστοφοβικό, μουντό και βρομούσε ιδρωτίλα. Μάζεψε τα μαλλιά της σε έναν ατημέλητο κότσο και κοίταξε το ρολόι της. Την είχαν μισή ώρα εκεί μέσα, ατσίγαρη, χωρίς καφέ, χωρίς τίποτα. Να δεις που τώρα θα μπουν δύο και θα το παίζουν κακός – καλός μπάτσος, σκέφθηκε.
Η πόρτα άνοιξε και προς έκπληξή της, μπήκε ένας τύπος μόνος κι έκλεισε την πόρτα πίσω του. Το πρόσωπό του ήταν αξύριστο και το βλέμμα του σκυφτό. Μουρμούριζε κάτι ακατάληπτο καθώς διάβαζε κάποια χαρτιά κι ήρθε κι έκατσε απέναντί της.
«Μπα, δε θα έρθει συνάδελφος; Σόλο θα το πάμε;»
Ο αστυνόμος χαμογέλασε αλλά δεν της απάντησε. Εκείνη έσκυψε μπροστά και ξερόβηξε.
«Κάνα τσιγαράκι παίζει τουλάχιστον;»
Εκείνος έβγαλε ένα πακέτο από την εσωτερική τσέπη του παλτού του και της το έδωσε. Του πήρε δύο, το ένα στο ντεκολτέ της και το άλλο στο στόμα.
«Ελευθερία Ρούσκα, του Πατρόκλου και της Ειρήνης, γεννηθείσα το-»
«Ώπα, γλυκέ μου, χαλάρωσε. Μονότερμα με πήρες. Σκέτο Ρίτα, σε παρακαλώ, το σιχαίνομαι το Ελευθερία. Όσον αφορά την ηλικία», έσκυψε μπροστά και ψιθύρισε, «ας μην πιστεύουμε ό,τι λένε τα χαρτιά, έτσι;»
Χαμογέλασε, ζήτησε φωτιά, της άναψε τον αναπτήρα του.
«Ρίτα, λοιπόν…» είπε ο αστυνόμος κι έγειρε πίσω στην καρέκλα του. «Για πες μου, Ρίτα, ήξερες καλά το θύμα;»
Η Ρίτα ήξερε καλά αυτά τα παιχνιδάκια που έπαιζαν οι μπάτσοι. Είχε περάσει ουκ ολίγες φορές σε αυτόφωρο για μικροποσότητα χασίς που είχε πάνω της – κυρίως δωράκι από πελάτες.
«Καταρχάς, αστυνόμε…»
«Δάρρας. Αστυνόμος Δάρρας».
«Δάρρα»
, συμπλήρωσε κι έκανε μία παύση ρουφώντας από το τσιγάρο της. «Είμαι κατηγορούμενη για κάτι; Με έχετε συλλάβει; Αν ναι, θέλω να μιλήσω με τον δικηγόρο μου».
Ο αστυνόμος χαμογέλασε πάλι.
«Είσαι διαβασμένη. Όχι, δε σε έχουμε συλλάβει αλλά καλό θα ήταν να απαντήσεις σε κάποιες ερωτήσεις για να αποκλείσουμε τη δική σου συμμετοχή στον θάνατο του θύματος. Αν θέλεις φυσικά…»
«Ευχαρίστως», απάντησε η Ρίτα και βολεύτηκε όπως όπως στην καρέκλα, ανοίγοντας λίγο περισσότερο το ντεκολτέ της. «Το θύμα το ήξερα, είχε έρθει στην πιάτσα άλλες 2-3 φορές στο παρελθόν. Μαζί του πήγαινα για δεύτερη φορά. Ήρεμος, λίγο μουντρούχος αλλά καλοπληρωτής. Τους φοβάμαι κάτι τέτοιους, συνήθως, δε μπορείς να φανταστείς τι βίτσια μπορεί να σου βγάλουν».
Φύσηξε τον καπνό της ψηλά κι άλλαξε σταυροπόδι. Ο Δάρρας το πρόσεξε κι εκείνη χαμογέλασε.
«Γνώριζες ότι ήταν μπλεγμένος με κύκλωμα διακίνησης κόκας; Είχε τίποτα ύποπτες… επισκέψεις όσο ήσασταν μαζί; Έμοιαζε φοβισμένος για κάτι, ανήσυχος μήπως;»
«Δεν κάναμε ψυχανάλυση, αστυνόμε, πηδιόμασταν. Και μάλιστα με μεγάλη όρεξη».

Ο αστυνόμος μειδίασε κι αυτή έσβησε το τσιγάρο της πάνω στο τραπέζι. Εκείνος είτε δεν το πρόσεξε είτε την αγνόησε. Σκέφτηκε να ανάψει και το δεύτερο αλλά προτίμησε να περιμένει. Δεν ήξερε πόσο θα τραβούσε όλο αυτό.
«Στην πρώτη κατάθεση όταν ήρθαμε στο ξενοδοχείο ανέφερες ότι δέχτηκε δύο περίεργα τηλεφωνήματα πριν λίγες ώρες».
«Ήξερα ότι ήταν χωρισμένος οπότε χλωμό να τον έψαχνε η γυναίκα του. Επίσης, τη δεύτερη φορά, εκνευρίστηκε αρκετά και κλείστηκε στο μπάνιο για κάνα μισάωρο. Εκεί, μάλιστα, σκέφθηκα να την κάνω μην βρω τίποτα μπλεξίματα».
«Και τελικά βρήκες»,
της είπε σκύβοντας μπροστά. Η Ρίτα δεν πτοήθηκε.
«Είμαι αθώα, αστυνόμε. Δεν φταίω εγώ που ο τύπος ρούφηξε μία γραμμή σαν την λεωφόρο Αθηνών – Κορίνθου».
«Αυτό ακόμα εξετάζεται, δεσποινίς Ρούσκα»
, της απάντησε σοβαρά. «Αναμένουμε την επιβεβαίωση του ιατροδικαστή ότι πέθανε από υπερβολική δόση». Σηκώθηκε από την καρέκλα και πλησίασε προς τη σκουρόχρωμη τζαμαρία δίπλα της.
«Είναι αλήθεια ότι τώρα μας παρακολουθούν, αστυνόμε; Να πάρω το καλό μου προφίλ;»
«Πολλές ταινίες βλέπετε, δεσποινίς. Εδώ είμαστε μόνο εγώ κι εσείς».
«Υπό άλλες συνθήκες αυτό θα είχε μία διαφορετική κατάληξη»,
του απάντησε κι άνοιξε επιδεικτικά τα πόδια της, ανασηκώνοντας τη φούστα. Ο Δάρρας δεν αντέδρασε.
«Είσαι νέα κοπέλα, όμορφη, φαίνεσαι ξύπνια κι όχι χάπατο. Γιατί το κάνεις αυτό;»
Η Ρίτα σοβάρεψε κι άφησε στην άκρη το παιχνίδι της αποπλάνησης. Ο τύπος πουλούσε πατρικό ένστικτο.
«Μα για τα λεφτά, τι άλλο;»
«Υπάρχουν κι άλλες δουλειές, λιγότερο επικίνδυνες».
«Κοίτα, αστυνόμε»,
του είπε ανάβοντας τελικά και το δεύτερο τσιγάρο. «Από εμένα δεν πρόκειται να ακούσεις κάποια δακρύβρεχτη ιστορία αποπλάνησης από πατριό, γκόμενου που με έριξε στα βαριά, τυραννικής μάνας που με έσπαγε στο ξύλο. Είμαι πουτάνα επειδή πληρώνομαι καλά κι επειδή περνάω καλά. Δύσκολο να το καταλάβετε, μερικοί, αλλά έτσι είναι. Δε θα μου το παίξεις σωτήρας απόψε, να χαρείς, ναι; Ρώτα με ό,τι θες να ξεμπερδεύουμε γιατί είμαι και κουρασμένη».
Ο Δάρρας την κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα, πλησίασε την πόρτα και την άνοιξε.
«Πήγαινε σπίτι σου. Αν χρειαστούμε κάτι παραπάνω θα σε φωνάξουμε».
Η Ρίτα είχε εκνευριστεί. Έσβησε το τσιγάρο έχοντας ρουφήξει μόνο δύο τζούρες, μάζεψε το παλτό της και κίνησε προς την έξοδο. Ο αστυνόμος την έπιασε απαλά από τον ώμο.
«Οι ιστορίες που μας ωθούν στα άκρα είναι κι αυτές που μας λυτρώνουν τελικά. Να προσέχεις. Καλό σου βράδυ».
Η Ρίτα σάστισε για λίγα δευτερόλεπτα, χαμογέλασε αμήχανα κι έφυγε.

Επιστρέφοντας σπίτι με ταξί, σκεφτόταν τα λόγια του αστυνόμου. Σε κανέναν δεν είχε ποτέ παραδεχτεί τον λόγο που είχε βγει στην πορνεία. Ο σταυρός που κουβαλούσε ήταν δικός της και κανενός άλλου. Κι όμως, σ’ εκείνον τον ξερόλα και υπερόπτη μπάτσο, ένιωθε ότι μπορούσε να τα πει όλα. Μπήκε στην παλιά πολυκατοικία που έμενε, κατέβηκε στο ημιυπόγειο κι έστησε αυτί έξω από την πόρτα της. Η τηλεόραση που έπαιζε δυνατά την έκανε να χαμογελάσει. Άνοιξε και μπήκε μέσα.
Το σπίτι μύριζε φρέσκο σαπούνι και ξεροψημένο ποπ κορν. Η τηλεόραση ήταν ανοιχτή, το μπολ μισοάδειο, κι ένα κοιμισμένο κορμάκι πάνω στην πολυθρόνα. Έπιασε την κόρη της αγκαλιά, την ξάπλωσε στο κρεβάτι και χάιδεψε τα πυκνά, σγουρά μαλλιά της.
«Σύντομα θα σε πάρω από εδώ να φύγουμε. Να πάμε σε ένα σπίτι, σε ένα βουνό, να μην μας βλέπει κανείς. Στο υπόσχομαι».
Κάθε βράδυ πέθαινε και κάθε βράδυ, όταν επέστρεφε σπίτι, ξαναγεννιόταν. Κι όλα αυτά, για ένα μάτσο καστανόξανθες μπούκλες.