Θα σας πω μια ιστορία που χρονολογείται αρκετά χρόνια πίσω, τώρα ποσά ακριβώς θα σας γελάσω και δεν το θέλω και δεν ήμουν και ποτέ καλή στους μαθηματικούς υπολογισμούς.

Υπήρχε που λέτε μια γριά από την πόλη που έφερε το χάσει χάσει, αυτό μωρέ το Παναγίτσα μου να χάσει, ωχ συγνώμη ξέφυγα λίγο από το θέμα μας, ήταν μια γριά που λέτε και την έλεγαν Βασίλω. Από τα νιάτα της η Βασίλω ήταν κοινωνική και χορευταρού και όπου γάμος και χαρά ήταν πρώτη και είχε πάντα μαζί της και ένα παρδαλό κατσίκι που για έναν ανεξήγητο λόγο πηδούσε πιο ψηλά από τα αλλά τα κατσίκια τα μονόχρωμα. Η Βασίλω λοιπόν ήταν εκτός των άλλων έξυπνη και καπάτσα και είχε ρεύμα για την εποχή της, ήταν παράδειγμα προς μίμηση και οι γυναίκες της εποχής της την ακολουθούσαν σε πολλά από τα πράγματα που έκανε.

Κάποια φορά μια στριμμένη γειτόνισσα της γύρεψε αυγά αργά το βράδυ και η Βασίλω βγήκε ενοχλημένη στο κοτέτσι για να της φέρει. Μια μαύρη γάτα περνούσε εκείνη την ώρα στην αυλή και μέσα στην νύχτα δεν την είδε καθαρά και τρόμαξε, όπως παραπάτησε πέρασε κάτω από μια ανοιχτή σκάλα που ήταν παρατημένη και έπεσε με τα γόνατα κάτω και καρφώθηκε σ’ ένα ανοιχτό ψαλίδι. Ευτυχώς δεν τραυματίστηκε πολύ, βρήκε μερικά αυγά στο κοτέτσι και τα έδωσε στην γειτόνισσα γρήγορα γρήγορα να τα πάρει να ξεκουμπιστεί επιτέλους από το σπίτι της. Όλα αυτά συνέβησαν γιατί βγήκε να τινάξει το τραπεζομάντιλο από το βραδινό της γεύμα, είδε η γειτόνισσα ότι η Βασίλω ήταν ακόμη ξύπνια και βρήκε την ευκαιρία να της ζητήσει τα αυγά.

Ε αυτό ήταν από εκείνη την μέρα η Βασίλω δεν ξανά έδωσε νύχτα αυγά και φυσικά δεν ξανά τίναξε βράδυ τραπεζομάντιλο. Θεώρησε κακό οιωνό την μαύρη γάτα την ανοιχτή σκάλα και το ανοιχτό ψαλίδι και διέσωσε την ιστορία της σε όλες τις χωριανές οι οποίες φρόντισαν να μαθευτεί παντού η δυσάρεστη βραδινή περιπέτεια της.

Ένα πρωί που το ημερολόγιο έδειχνε Τρίτη και 13 η Βασίλω ξύπνησε με άσχημη διάθεση και ζαλισμένη καθώς ήταν από τον ύπνο μπουρδουκλώθηκε στην παντόφλα της που ήταν γυρισμένη ανάποδα και έπεσε πάνω στον καθρέφτη της ντουλάπας που έγινε κομμάτια, από εκείνη την στιγμή κατάλαβε ότι η μέρα αυτή θα της επιφύλασσε εκπλήξεις. Όντως δεν είχε άδικο και λίγο μετά έσπασε το χέρι της στην αυλή γλιστρώντας σε κάτι νερά. Αμέσως μια καλή της φίλη την συνόδευσε στο Ιατρείο του χωριού όπου την υποδέχτηκε ένας νεαρός γιατρός που είχε διοριστεί πρόσφατα. Ο έρωτας της Βασίλως και του γιατρού ήταν κεραυνοβόλος και σε σύντομο χρονικό διάστημα έγιναν ζευγάρι, στο δε χρόνο πάνω στεφάνωσαν.

Τα πράγματα όμως δεν ήταν ρόδινα στον γάμο τους και ο γιατρός τσιλημπούρδιζε με τις νεαρές νοσοκόμες από τις πρώτες κιόλας μέρες του έγγαμου βίου τους. Γρήγορα τα νέα έφτασαν και στα αυτιά της Βασίλως που κάτι είχε υποψιαστεί αλλά δεν ήταν απόλυτα σίγουρη. Όταν το σιγούρεψε αποφάσισε να του κάνει το βίο αβίωτο να ξεκουμπιστεί και να φύγει. Το κατάφερε μετά από εφτά ολόκληρα χρόνια όταν ένα βράδυ της χύθηκε ένα σακί αλάτι έξω από την εξώπορτα της κουζίνας και έγινε μεγάλος καυγάς με αφορμή το γεγονός αυτό και επιτέλους μάζεψε τα πράγματα του και έφυγε. Εφτά ολόκληρα χρόνια κράτησε το μαρτύριο της – εφτά ολόκληρα χρόνια γρουσουζιά τα θεώρησε η ίδια γιατί τίποτα καλό δεν είδε απ’ αυτόν τον άνθρωπο. Το μυαλό της γύρισε πίσω στην μέρα που τον γνώρισε και όλα όσα είχαν συμβεί πριν βρεθεί μπροστά του. Σίγουρα το σπάσιμο του καθρέφτη ήταν η αφορμή να γίνουν όλα αυτά και θεώρησε δεδομένο πια ότι αν σπάσει καθρέφτης 7 χρόνια γρουσουζιάς θα σε βρούνε.

Από τότε δε που έφυγε ο άντρας της όταν ήθελε να διώξει ανεπιθύμητο επισκέπτη από το σπίτι της έριχνε αλάτι πίσω από την πλάτη του και τσουπ εξαφανιζόταν ώσπου να πεις κύμινο.

Νομίζω να σας έλυσα όλες τις απορίες σας σχετικά με το πως καθιερώθηκαν κάποια πράγματα με το πέρασμα των χρόνων και το νου σας αν δεν τα προσέξετε. Να ξέρετε απ’ εδώ και πέρα για όλα τα καλά ή κακά που συμβαίνουν για όλα φταίει η Βασίλω…