Στέκεται στο κατάστρωμα. Από τα μάτια της τρέχουν δάκρυα αλλά το πρόσωπο της έχει το πιο φωτεινό χαμόγελο. Δεν σκουπίζεται. Αισθάνεται να την ξεπλένουν, να τη λυτρώνουν. Σηκώνει το βλέμμα για μια τελευταία φορά. Τον εντοπίζει ανάμεσα στον κόσμο. Στέκεται εκεί ,στητός κι υπέροχος. Άλλωστε δεν θα ταίριαζε κάτι άλλο στα είκοσι πέντε του χρόνια. Τον χαϊδεύει με το βλέμμα για μια τελευταία φορά. Πάει να σηκώσει το χέρι ,να τον χαιρετήσει ,μα τελευταία στιγμή το μετανιώνει.

Όλα ξεκίνησαν πριν μια βδομάδα. Της φαίνεται σαν να ‘χει περάσει μια ολόκληρη ζωή. Ήταν απόφαση της τελευταίας στιγμής αυτές οι διακοπές. Η οικογένεια κι οι φίλοι της προσπάθησαν να την εμποδίσουν. Αυτή όμως το είχε αποφασίσει. Θα πήγαινε μόνη της. Το είχε ανάγκη. Ήθελε να περάσει χρόνο μόνο με τον εαυτό της.
Το νησί ήταν υπέροχο. Με το που πάτησε το πόδι της στο λιμάνι αισθάνθηκε τη θετική του ενέργεια να την τυλίγει. Χαιρόταν που δεν κατάφεραν τελικά να την πείσουν. Ήδη αισθανόταν πολύ καλύτερα. Βρήκε εύκολα το ξενοδοχείο ,φόρεσε το μαγιό της και κατέβηκε αμέσως στην παραλία. Δεν χόρταινε να κοιτάζει γύρω της. Το απέραντο μπλε γέμιζε την ψυχή της. Η ζέστη άμμος την έκανε να αισθάνεται πάλι παιδί.
Έβγαλε το βιβλίο από την τσάντα της , παρήγγειλε καφέ κι αποφάσισε να περάσει όλο το απόγευμα εκεί. Παρέα με το βιβλίο και τα τσιγάρα της. Σχεδόν δεν κατάλαβε πότε της έφερε ο σερβιτόρος την παραγγελία της. Έψαξε το πορτοφόλι της και σήκωσε το κεφάλι χαμογελαστή να πληρώσει. Για λίγο της κόπηκε η ανάσα. Μπροστά της στέκονταν ένα από τα καλύτερα δείγματα του αντρικού φύλου. Ψηλός ,γυμνασμένος , μελαχρινός με τα πιο πράσινα μάτια που είχε δει ποτέ της. Πλήρωσε βιαστικά κι αμήχανα , ντράπηκε ακόμη και για τη σκέψη της. Ο νεαρός της χαμογέλασε και της είπε πως θα είναι στη διάθεσή της για ό,τι χρειαστεί.
Η απόφαση της για διάβασμα χάθηκε στη στιγμή. Δεν μπορούσε να διαβάσει πάνω από δυο σειρές και το μυαλό της ξεστράτιζε επικίνδυνα. Προσπαθούσε να καταλάβει τι εννοούσε με την τελευταία του φράση. Να ήταν άραγε υπονοούμενο ή απλά ήταν ευγενικός με άλλη μια πελάτισσα; Παρόλο τα σαράντα της χρόνια ήξερε πως ήταν αρκετά εμφανίσιμη. Το σώμα της διατηρούνταν νεανικό χωρίς μεγάλη προσπάθεια και το πρόσωπό της δεν φανέρωνε καθόλου την ηλικία της. Εύκολα την περνούσαν για τριαντάρα κι αυτή μέσα της ευχαριστούσε τη μαμά της για τα καλά της γονίδια. Σκέφτηκε να μπει στη θάλασσα να δροσιστεί. Περπάτησε τα λίγα μέτρα που τη χώριζαν από το νερό. Κολύμπησε γρήγορα προσπαθώντας να αδειάσει το μυαλό της από κάθε σκέψη. Βγήκε λαχανιασμένη κι απλώνοντας το χέρι να πάρει την πετσέτα τον είδε να στέκεται μπροστά της – χαμογελαστός κι υπέροχος. Φαινόταν λίγο ντροπαλός κι εκείνη αισθανόταν τα μάγουλα της να καίνε ,λες κι ήταν πάλι δεκαπέντε χρονών.
Της συστήθηκε λέγοντας της πως ήταν τελειόφοιτος της Ιατρικής. Τα καλοκαίρια δούλευε στο νησί για να βγάζει τα έξοδα του. Ήταν από ένα μικρό χωριό της επαρχίας κι οι γονείς του ,άνθρωποι φτωχοί ,δύσκολα τα έβγαζαν πέρα. Φαινόταν κι αυτός αμήχανος ,δεν συνήθιζε να πιάνει κουβέντα στις πελάτισσες της είπε ,αλλά μαζί της αισθάνθηκε διαφορετικά ,μια οικειότητα που δεν μπορούσε να εξηγήσει. Της ζήτησε να βρεθούν αργότερα στο μπαρ του ξενοδοχείου για να της δείξει το νησί. Την ξάφνιασε με την πρόταση του. Είχε φτάσει εκεί προετοιμασμένη να περάσει μοναχικές διακοπές και να που από την πρώτη κιόλας μέρα ένας υπέροχος άγνωστος της πρότεινε την παρέα του. Δέχτηκε χωρίς καλά καλά να το σκεφτεί. Κανονίστηκε το ραντεβού και ξεκίνησε για το δωμάτιό της.
Όση ώρα ετοιμαζόταν έπιασε τον εαυτό της να σιγοτραγουδάει. Προσπάθησε να σκεφτεί λογικά ,να καταλάβει τι πήγαινε να κάνει. Αποφάσισε να ζήσει την κάθε στιγμή ,για μια τουλάχιστον βδομάδα να γίνει κάποια άλλη. Μια γυναίκα απελευθερωμένη που ξέρει τι θέλει ακριβώς από τη ζωή της. Δεν σκέφτηκε ούτε στιγμή τι την περίμενε πίσω ,στην κανονική της ζωή. Τι θα γινόταν μόλις τελείωνε η εβδομάδα. Είχε αποφασίσει να ζήσει το τώρα με όποιο κόστος. Βαρέθηκε μια ζωή να σκέφτεται τις συνέπειες. Κουράστηκε να ζει μια ζωή που δεν την είχε διαλέξει.
Βγαίνοντας από το ασανσέρ ένιωθε λες και πήγαινε στο πρώτο της ραντεβού. Τον είδε να την περιμένει στην άκρη του μπαρ ,ακόμη πιο όμορφος απ’ όσο θυμόταν. Τον πλησίασε διστακτική. Πήρε τα χέρια της μέσα στα δικά του ,τα μάτια του θαρρείς κι έφταναν στην ψυχή της. Δεν μπορούσε να εξηγήσει τι του συμβαίνει ,της είπε πως αισθανόταν τόσο περίεργα ,ήταν σαν να την ήξερε ,σαν να την περίμενε όλη του τη ζωή. Η καρδιά της βροντοχτυπούσε. Χάθηκε κι η λίγη λογική που της είχε απομείνει. Την ενδιέφερε μόνο η στιγμή. Ούτε η διαφορα ηλικίας ,ούτε ο άντρας της πίσω στην Αθήνα. Του εξήγησε ότι είναι παντρεμένη. Δεν είχαν αποκτήσει ποτέ παιδιά. Ήταν επιλογή του άντρα της. Εξάλλου την είχε παντρευτεί για να τελειοποιήσει την εικόνα του. Μια τόσο όμορφη γυναίκα συμπλήρωνε το πρεστίζ του. Τα παιδιά δεν ήταν ποτέ στα σχέδια του. Την χρειαζόταν πάντα διαθέσιμη ,να την περιφέρει και να την επιδεικνύει στους φίλους και τους συνεργάτες του. Είχε αποφασίσει να πάει μόνη της διακοπές για να μπορέσει να σκεφτεί ,να βρει το θάρρος να δώσει τέλος σε έναν γάμο από χρόνια πεθαμένο. Δεν της απαντάει. Μόνο την παίρνει από το χέρι και βγαίνουν στα σοκάκια του νησιού.
Έφτασε στα σαράντα της για να ανακαλύψει ότι ο κεραυνοβόλος έρωτας δεν είναι απλά παραμύθι. Νιώθει ότι για χάρη του θα μπορούσε να κάνει τα πάντα. Εξαφανίζονται οι αναστολές ,τα πρέπει οι υποχρεώσεις. Είναι μια γυναίκα ελεύθερη. Μια γυναίκα έτοιμη ν’ ακολουθήσει για πρώτη φορά την καρδιά της. Του ζητάει να γυρίσουν στο ξενοδοχείο. Μπαίνουν στο δωμάτιο αμίλητοι. Είναι τόση η ένταση που ηλεκτρίζει την ατμόσφαιρα. Την φιλάει αργά ,βασανιστικά. Ανταποκρίνεται με τόσο πάθος που τρομάζει. Θέλει να του σκίσει τα ρούχα ,να τον νιώσει μέσα της,να της κάνει πράγματα που ούτε της είχαν περάσει ποτέ από το μυαλό. Η πρώτη τους φορά είναι βίαιη ,δεν προλαβαίνουν να φτάσουν καν στο κρεβάτι. Μένουν στο πάτωμα αγκαλιασμένοι. Ανάβει τσιγάρο και το μοιράζονται. Δεν χρειάζεται να πουν κάτι. Τα κορμιά τους τα είπαν όλα.
Περνάει μια βδομάδα μαγική. Γεμάτη έρωτα ,συναισθήματα ,γέλιο. Νιώθει γεμάτη για πρώτη φορά μετά από χρόνια. Κρύβει στο πίσω μέρος του μυαλού της την ημέρα της αναχώρησης.
Εκείνο το πρωινό ήταν βαρύ. Κοιμήθηκαν αγκαλιασμένοι. Το τελευταίο της βράδυ στο νησί. Εκείνος να κλαίει και να την παρακαλάει να μείνει. Αυτή να του εξηγεί τις δυσκολίες ,τη ζωή της πίσω ,τη διαφορά ηλικίας. Δεν τον ενδιαφέρει της λέει ,θέλει μόνο αυτή ,δεν τον νοιάζει τίποτα. Η καρδιά της κομματιάζεται. Πηγαίνουν στο λιμάνι. Δεν μπορεί να σταματήσει να τον φιλάει. Κλαίνε κι οι δυο αγκαλιασμένοι. Ανεβαίνει στο καράβι. Εκείνος στέκεται εκεί υπέροχος. Το βλέμμα του της φωνάζει «μείνε».

Στέκεται στο κατάστρωμα. Από τα μάτια της τρέχουν δάκρυα αλλά το πρόσωπο της έχει το πιο φωτεινό χαμόγελο. Δεν σκουπίζεται. Αισθάνεται να την ξεπλένουν, να τη λυτρώνουν. Σηκώνει το βλέμμα για μια τελευταία φορά. Τον εντοπίζει ανάμεσα στον κόσμο. Στέκεται εκεί ,στητός κι υπέροχος. Άλλωστε δεν θα ταίριαζε κάτι άλλο στα είκοσι πέντε του χρόνια. Τον χαϊδεύει με το βλέμμα για μια τελευταία φορά. Πάει να σηκώσει το χέρι ,να τον χαιρετήσει ,μα τελευταία στιγμή το μετανιώνει. Το καράβι ετοιμάζεται να σαλπάρει. Ίσα που προλαβαίνει. Κατεβαίνει τρέχοντας τις σκάλες. Εκείνος είναι ακόμη εκεί. Πέφτει τρέχοντας στην αγκαλιά του. Δεν μπορεί να φύγει. Δεν μπορεί να γυρίσει πίσω στον άλλο. Είναι ότι πιο όμορφο της έχει συμβεί. Γελάνε και κλαίνε ταυτόχρονα. «Για πάντα;» τη ρωτάει. «Για όσο θα είμαστε μαζί» , του απαντάει.