Σέρνει βαριά τα πόδια του. Σε λίγο θα ηχήσει η σειρήνα και θα σβήσουν τα φώτα. Έχει συνηθίσει πια όλα αυτά τα χρόνια. Μπαίνει και ξαπλώνει στο κρεβάτι του. Τελευταίο βράδυ το αποψινό. Αύριο όταν ακουστεί η σειρήνα δε θα είναι εδώ. Τον τρομάζει πολύ το ξημέρωμα. Τον τρομάζει πολύ η αυριανή μέρα. Τα τελευταία είκοσι χρόνια ζούσε αυτός κι οι θύμησές του. Είκοσι χρόνια έβλεπε το ίδιο όνειρο. Αυτήν να τον αποχαιρετά κι αυτός απλά να της γνέφει αφηρημένος.
Κάθε βράδυ ξαναζεί την τελευταία μέρα της ελεύθερης ζωής του. Κλείνει τα μάτια και την βλέπει μπροστά του να χαμογελάει. Αχ, εκείνο το χαμόγελο της, λες και φώτιζε ο τόπος όλος. Ήταν μια μέρα σαν όλες τις άλλες. Τον χαιρέτησε κι έφυγε για τη δουλειά. Πόσο θα ήθελε να γυρνούσε τον χρόνο πίσω. Να την κρατούσε λίγο παραπάνω στην αγκαλιά του. Να της έλεγε ξανά πόσο πολύ την αγαπάει. Να μην προλάβαινε το λεωφορείο στη στάση. Να μην έφευγε εκείνο το πρωί από το σπίτι.

Θυμάται τα πάντα από εκείνο το πρωινό. Είχε ντυθεί κι αυτός κι έφευγε για τη δουλειά. Διάλειμμα για φαγητό το μεσημέρι. Ετοιμαζόταν να γυρίσει στο σπίτι όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Το ακούει, από τότε, κάθε μέρα στο μυαλό του. Θυμάται τον θόρυβο που έκανε όταν του έπεσε από τα χέρια. Τον καλούσαν από το αστυνομικό τμήμα. Του είπαν ότι θα έπρεπε να πάει εκεί. Κάτι είχε συμβεί στην Ελένη του κι έπρεπε να τον ενημερώσουν.

Έκανε μηχανικά τη διαδρομή. Στο δρόμο σκεφτόταν και προσπαθούσε να απορρίψει τα χειρότερα σενάρια. Δεν οδηγούσε η γυναίκα του, άρα δεν είχε εμπλακεί σε τροχαίο ατύχημα. Προσπαθεί να πείσει τον εαυτό του πως δεν είναι κάτι σοβαρό. Εξάλλου αν ήταν κάτι θα τον ειδοποιούσαν από το νοσοκομείο κι όχι από την αστυνομία. Ξελαφρωμένος διένυσε την απόσταση και μπήκε στο τμήμα της περιοχής. Έφτασε στο γραφείο του αξιωματικού υπηρεσίας. Ανέφερε ποιος είναι και περίμενε. Η μάτια του έπεσε σε μια σακούλα με πράγματα. Σαν κάτι να του φώναζε εκεί μέσα. Ζαλίστηκε. Δεν μπορεί να ήταν αυτό που έβλεπε. Τα πόδια του δεν τον βαστούσαν και σωριάστηκε στο πάτωμα.

Το επόμενο που θυμόταν είναι αυτός καθισμένος σε μια καρέκλα και γύρω του αστυνομικοί. Προσπαθούσαν να τον συνεφέρουν. Συνερχόταν και ξαναβυθιζόταν. Δεν ήθελε να επιστρέψει στην πραγματικότητα. Δεν ήθελε να ακούσει αυτά που είχαν να του πουν. Η Ελένη του, η αγάπη της ζωής του, είχε χαθεί. Βρέθηκε νεκρή στο πάρκο απέναντι από τη στάση του λεωφορείου. Βιασμένη και στραγγαλισμένη. Στη σακούλα ήταν η τσάντα και το σακάκι της. Τα υπόλοιπα θα του τα επέστρεφαν αφού τελείωναν οι σχετικές διαδικασίες. Τότε που θα του έδιναν και την Ελένη του. Του πρότειναν να τον συνοδεύσουν στο σπίτι. Τον ρώτησαν αν υπήρχε κάποιος που ήθελε να ειδοποιήσουν. Αρνήθηκε και τα δυο. Έφυγε σέρνοντας τα πόδια του. Του υποσχέθηκαν ότι θα κάνουν τα πάντα για να βρεθεί ο ένοχος.

Από τις επόμενες μέρες δεν θυμάται πολλά. Μόνο τη στιγμή που την αποχαιρέτησε. Τότε που της υποσχέθηκε ότι θα πληρώσει όποιος το έκανε. Και μετά θα πήγαινε να την ανταμώσει. Κλείστηκε στο σπίτι και δεν άνοιγε σε κανέναν. Δεν ήθελε να μιλήσει σε άνθρωπο. Η Ελένη ήταν όλος ο κόσμος του. Ο μοναδικός λόγος που έβγαινε, ήταν για να πάει μέχρι το τμήμα, να ρωτήσει αν υπάρχουν νεότερα. Κάθε φορά τον καθησύχαζαν πως μόλις αλλάξει κάτι θα τον ενημερώσουν. Πέρασαν οι μέρες σε σιωπή. Με ένα βουβό γιατί να τον πνιγεί.

Χτύπησε το τηλέφωνο. Το σήκωσε μηχανικά. Ήταν ο αστυνομικός που τον είχε ενημερώσει την ημέρα που έγινε το συμβάν. Του είπε πως επιτέλους έπιασαν τον ένοχο κι ότι τον έχουν στα κεντρικά για ανάκριση. Ένιωθε να σταματάει η αναπνοή του. Ζήτησε να τον ενημερώσουν πότε θα γίνει η δική. Ήθελε να δει από κοντά αυτόν που του γκρέμισε τον κόσμο του.
Δευτέρα πρωί, έξω από το δικαστήριο. Μέσα του αισθανόταν γαλήνιος. Σταμάτησε η κλούβα κι από μέσα κατέβηκε, με τη συνοδεία αστυνομικών, αυτός. Αυτός που βίασε και σκότωσε τη γυναίκα του. Αυτός που του έκλεψε τη ζωή. Ήξερε τι έπρεπε να κάνει. Έβγαλε το πιστόλι και πυροβόλησε. Ήταν ήρεμος. Ο δράστης βρέθηκε πεσμένος στο έδαφος. Άφησε το όπλο στο έδαφος και σήκωσε τα χέρια ψηλά. Χαμογελούσε.

Τελευταίο βράδυ στη φυλακή. Δεν μπορεί να κλείσει μάτι. Περιμένει να ξημερώσει. Τόσα χρόνια δεν έχει πει κουβέντα σε κανέναν. Δεν έκανε εχθρούς μα ούτε και φίλους. Δεν θα λείψει σε κανέναν, κανείς δεν θα τον αναζητήσει. Η πρωινή σειρήνα τον βρίσκει στο πόδι έτοιμο. Τον πηγαίνουν στο γραφείο του διευθυντή. Του δίνει το χαρτί απόλυσης μαζί με τα προσωπικά του είδη και του εύχεται καλή συνέχεια. Η καγκελόπορτα ανοίγει. Περνάει τον δρόμο και παίρνει ταξί. Πηγαίνει στο σπίτι του. Στο σπίτι που αποχαιρέτησε πριν είκοσι χρόνια την αγάπη του. Λέει στον ταξιτζή να περιμένει. Δεν κάνει ούτε πέντε λεπτά. Του ζητάει να τον αφήσει στο νεκροταφείο. Πηγαίνει στο μνήμα της αγαπημένης του.

«Ήρθα Ελένη μου όπως σου υποσχέθηκα. Τον κράτησα τον λόγο μου. Πλήρωσε με την ζωή του αυτός που έκλεψε την δική μας. Τώρα μπορούμε να είμαστε για πάντα μαζί. Καλή αντάμωση ζωή μου».
Ο ήχος του όπλου σπάει την ησυχία. Τον βρίσκουν πεσμένο στο μνήμα της. Έχει τα μάτια ανοιχτά και χαμογελάει. Τώρα είναι με την αγάπη του. Για πάντα μαζί.