Η ώρα ήταν 14:30 περίπου. Όπως κάθε μέρα, o Γουιλφρίντ ετοιμάστηκε και έφυγε για το σχολείο. Δεν ήταν μεγάλη διαδρομή να φτάσει μέχρι το λύκειο Μαρί Κιουρί Ντ’Εσιρόλ αλλά δεν ήταν και το καλύτερό του. Ίσως τα μαθήματα, ίσως η πιθανότητα του να βρει πάλι κανέναν ανεπιθύμητο στο δρόμο. Δεν είχε και πολλή διάθεση σήμερα. Αλλά δεν μπορούσε να κάνει κι αλλιώς.

Κατέβηκε τις σκάλες και περπάτησε καμιά διακοσαριά μέτρα. Το βλέμμα του σκοτείνιασε με το που είδε το Σιντ Αμέντ. Όχι πάλι. Δεν είχε όρεξη! Πάντα στην κατάλληλη στιγμή εμφανίζεται και πάλι θα ζητάει εξηγήσεις για αυτήν την ηλίθια ιστορία. Τον τελευταίο καιρό ήθελε να τον αποφύγει. Κυρίως αφού έμαθε πως κατατασσόταν στον στρατό. Ναι εντάξει. Έμαθε να συνυπάρχει και να επιβιώνει στους δρόμους της Γκρενόμπλ μαζί με τον αδελφό του τον Κεβέν αλλά τα βράδια σκεφτόταν αυτούς τους δύο, κυρίως το Μοαμέντ που ήδη μετρούσε δέκα μήνες στο 93ο σύνταγμα της πόλης και ζούσε με την υποψία ότι είχε αγριέψει. Με το παραμικρό άλλωστε ο Σιντ Αμέντ έβρισκε την ευκαιρία να τον προκαλεί. Για χαζομάρες. Και όσο και να τον αγνοούσε πάντα στο τέλος του χτυπούσε ευαίσθητες χορδές.

Ε δεν άντεξε άλλο. Πιάστηκαν στα χέρια. Μερικά μπουνίδια και θα συνερχόταν πια από το παραλήρημα. Όχι και τίποτε άλλο αλλά πάλι η μάνα του θα του φώναζε και δεν είχε όρεξη, έτσι λοιπόν προτίμησε εξ’ αρχής να ρίξει κάτω τον προκλητικό βλάκα να το χτυπήσει. Όσο πιο γρήγορα τελείωνε τόσο πιο γρήγορα θα έφτανε στο σχολείο. Ξαφνικά ένιωσε τσούξιμο και παράτησε το Σιντ Αμέντ, αρχίζοντας να τρίβει με βία τα μάτια του. Καίγανε. Λύσσαξε από τον πόνο. Θα ορκιζόταν εκείνη την στιγμή ότι δε θα ξαναδεί ποτέ. Ότι κάποιος του ξερίζωσε τα μάτια με το άτιμο δακρυγόνο. Η φωνή του Μοαμέντ ούρλιαζε μπροστά στη μούρη του βρισιές ενώ εκείνος ξάπλωσε μουγκρίζοντας σαν πληγωμένο ζώο. Μέχρι που μια άλλη γνώριμη φωνή από πίσω άρχισε να μιλάει. Μέσα στην παραζάλη του, προσπαθώντας να ισορροπήσει και να ηρεμήσει ο μεγάλος αδελφός του ζητούσε τα ρέστα από το Σιν Αμέντ. Πάντα χαιρόταν όταν τον έσωζε από τις κακές στιγμές ο αδελφός του. Ίσως το βράδυ πάλι να σκεφτεί λίγο την υπόθεση πριν κοιμηθεί και πιθανόν να πάρει μέτρα την άλλη φορά να αποφύγει ξανά να βρεθεί μούρη με μούρη με τον παλαβό. Καλή ιδέα να αλλάξει τη διαδρομή προσωρινά μέχρι το σχολείο.

Όμως στη Βιλνέβ στο δασάκι της πλατείας των Γιγάντων το τηλέφωνο του Εραμπά χτύπησε. Η παλιοπαρέα είχε αράξει εκείνη την ώρα και μιλούσαν για τα ματς της Κυριακής. Τίποτα ιδιαίτερο. Ο Αντονί, ο Ιλιέ ο Ιμπραίμ και οι άλλοι σκότωναν την ώρα τους αυτό το απομεσήμερο κυριολεκτικά. Η φωνή του Μοαμέντ ήταν ιδιαίτερα σκληρή στην άλλη γραμμή. Ο Εραμπά παρατήρησε το μένος πίσω από τις λέξεις που ξεστόμιζε ο φίλος του και μάλλον τον σκέφτηκε όχι απλά μανιασμένο αλλά αποφασισμένο γιατί του ζήτησε να μαζέψει όλη τη συμμορία κοντά στο σχολείο να μιλήσουν. Δεν κατάλαβε το λόγο πρέπει να ήταν σημαντικός όμως γιατί τέτοια ώρα γενικά ο Μοαμέντ δεν είναι διαθέσιμος. Κυρίως όταν βγαίνει για την άδεια του Σαββατοκύριακου. Έτσι λοιπόν το παρεάκι του πάρκου ανέβηκε στα μηχανάκια του ή στο τραμ να συναντήσουν το φίλο τους που τους είχε ανάγκη.

Οι ώρες περνούσαν. Κατά τις 9 το βράδυ Ο Γουλφρίντ και ο Κεβέν μαζί με το Σοφιάν πήγαν για φαγητό στα Μακντό. Δεν ήταν και μακριά από το σπίτι. Άλλωστε πάντα απολάμβαναν ένα πλούσιο φαγητό με αναψυκτικό και μετά βόλταραν στο πάρκο Μορίς-Τορέ πριν γυρίσουν. Λίγο βραδινό καλαμπουράκι δεν έβλαπτε. Οι μέρες ήταν ακόμα ζεστές. Είχε δροσίσει λιγάκι και αυτό έκανε απλά ευχάριστο το τέλος ημέρας. Αυτή τη φορά όμως δεν ήταν μόνοι. Μπροστά τους και με σχετικά γρήγορη ταχύτητα καμιά δεκαπενταριά γνώριμες φυσιογνωμίες άρχισαν να τους πλησιάζουν. Ο Κεβέν διέκρινε στα χέρια τους ρόπαλα του μπέιζμπολ, μαχαίρια και ένα μπουκάλι βότκα. «Φύγε να σωθείς» ψιθύρισε στο δεκαεπτάχρονο αδελφό του ο οποίος έτρεξε γρήγορα και περιέργως κανείς δεν έτρεξε να τον κυνηγήσει.

Η αστυνομία έφτασε περίπου στις 21:06. Δύο σώματα πληγωμένα κείτονταν μέσα στο πάρκο σε απόσταση εξακοσίων μέτρων το ένα από το άλλο. Ο Κεβέν Νουμπισί 21 χρόνων δέχτηκε οκτώ καθοριστικά χτυπήματα από μαχαιριές και ο θάνατός του ήταν ακαριαίος. Ο Σοφιάν Ταντμπίρτ 20 χρόνων, δέχτηκε τριάντα ένα μετρημένα χτυπήματα από πολλαπλά μαχαίρια, μαζί με χτύπημα από σφυρί στο κεφάλι και υπέκυψε στα τραύματά του λίγη ώρα μετά στο νοσοκομείο.

«Μία ιστορία ανόητη, τραγική χωρίς λογική εξήγηση διαμάχης» θα δηλώσει ο εισαγγελέας της Δημοκρατικής περιφέρειας της Γκρενόμπλ Ζαν Ιβ Κοκιγιά.

«Δωρεάν, άμεση και αλυσιδωτή διαμάχη που δε θυμίζει σε τίποτα τις διαμάχες των συμμοριών για διακίνηση «αγαθών» ή για διεκδίκηση κατοχής μιας περιοχής μέσα στην πόλη. Το φονικό ήταν απλά μία μορφή καταδίκης και τιμωρίας, χωρίς να δικαστεί απλά κανείς», είπε ένας ερευνητής της υπόθεσης.

Η ιστορία αυτή μιλάει για τη ζωή των προαστίων σε μία μεγάλη πόλη της Γαλλίας. Μιλάει για νέους που θα μπορούσαν να είναι λαμπρά μυαλά αλλά προτίμησαν με το τέλος του σχολείου και αφού έμαθαν δυο τρία βασικά πράγματα να σκοτώνουν την ώρα τους και να βαριούνται ασύστολα. Και όταν πια σηκώνονταν από ένα κρεβάτι, σωριάζονταν σε ένα καναπέ για να παίξουν κονσόλες ηλεκτρονικών. Ή να τριγυρίζουν σε μία πόλη και να «αρπάζονται» με το παραμικρό, με όποιον βρίσκουν στο δρόμο τους και δε «γουστάρουν» τη φάτσα του. Μία ιστορία που επαναλαμβάνεται ενίοτε στις ιστορίες των μεγάλων πόλεων όπου τα προάστια των μειονοτήτων γίνονται ένα γκέτο αμείλικτο, σκληρό και πιθανόν στερούμενο μιας ελπίδας. Μόνο αυτοί που καταφέρνουν να ισορροπήσουν τα προβλήματα της καθημερινότητας και να τα κάνουν πόλεμο για επιβίωση και για καταξίωση καταφέρνουν και βγουν νικητές. Με πίστη και δύναμη ψυχής.

Η ιστορία αυτή δικαστικά κατέστρεψε τη ζωή του Μοαμέντ αλλά και του Σιντ Αμέντ, ως υπαίτιοι του φονικού μαζί με μία αράδα νέων διαφόρων ηλικιών, κάποιοι εκ των οποίων γλίτωσαν σκληρές ποινές καθώς δικάστηκαν ως ανήλικοι. Εκτός του Ιλιέ, που πρόσφατα είχε αποφυλακιστεί για κρούσματα βίας και βρέθηκε σε τόπο εγκλήματος. Εκείνο το βράδυ στο προάστιο της Ιζέρ.

«Δεν είμαι πολιτικός. Αλλά έχω ανάγκη να περνάω μηνύματα. Είναι παιδιά που μετατράπηκαν σε βαρβάρους και σκοτώνουν άλλα παιδιά. Δεν είναι ένα οποιοδήποτε δράμα αυτό, εξελίχθηκε σε μία ομαλή πόλη».

Αυτά είναι τα λόγια του μεγάλου τραγουδοποιού και καλλιτέχνη Calogéro, o οποίος μετέτρεψε την παραπάνω ιστορία σε τραγούδι, σε ένα χρονικό της ιστορίας, θέλοντας απλά και ξεκάθαρα να περάσει το μήνυμα της Ιζέρ «Για τα αδέρφια μου… Ποτέ πια αυτό!» τελειώνοντας και υπογράφοντας τη μεγάλη αυτήν εισπρακτική επιτυχία από το δίσκο του του 2014 Feu d’Artifice με τίτλο «Un jour au mauvais endroit» (Μία ημέρα στο λάθος σημείο). Ενός καλλιτέχνη που μεγάλωσε στην Ιζέρ της Γκρενόμπλ και αισθάνθηκε το βαρύ πένθος της πόλης εκείνη την τραγική Παρασκευή της 28ης Σεπτεμβρίου του 2012.

Εσιρόλ κέντρο, προάστριο του Νοτου της Γκρενόμπλ,

Με λένε Σοφιάν, είμαι 20 χρόνων

Κεβέν είναι ο κολλητός μου, είμαστε αχώριστοι,

Δουλεύω, απλά ζω

Το βραδάκι στο Βιλνέβ, τα μεγάλα αδέλφια μου και τα παιδιά,

Με γήπεδα και μποξ

Ποιος είναι λάθος; Το δίκιο του πιο δυνατού

Για ένα διασταυρωμένο βλέμμα, είμαι νεκρός

Εσύ αδερφέ μου πες μου γιατί

Η ζωή συνεχίζεται χωρίς εμένα

Πες μου γιατί ήμουν εκεί

Μια μέρα στο λάθος σημείο

Στα καφέ και στα σινεμά

Δε θα ξαναπάω

Η ζωή μου σταμάτησε εκεί

Μια μέρα στο λάθος σημείο.

Μέσα στη βία καταστράφηκαν τα παιδικά μου χρόνια

Έχασα την ύπαρξη και το νόημα

Μέσα στα στενά του πάρκου Μορίς Τορέ

Μαχαιρώθηκαν τα νιάτα μου

Ποιος άρχισε τον πόλεμο στην περιοχή μου

Εγκατάλειψη, βαριεστημάρα, τηλεόραση,

Μαχαίρια μάχης στα χέρια παιδιών

Για ένα διασταυρωμένο βλέμμα, όλα τέλειωσαν.

[…]
Ποτέ πια αυτό

[….]

Στοιχεία για την ανάπτυξη της ιστορίας χρησιμοποιήθηκαν από τον γαλλικό τύπο Le Monde, Paris Match, La Liberation.

H πραγματική ιστορία έχει ελαφρά διαφοροποιηθεί.