Ανέκαθεν ήμουν βιβλιοφάγος, ήμουν το τυπάκι που διάβαζε παντού και πάντα τα πάντα, εκτός σχολικών βιβλίων (εξαίρεση το ανθολόγιο, όπου τα πιο ενδιαφέροντα κείμενα ήταν εκείνα που δεν κάναμε ποτέ). Ήμουν στις τελευταίες τάξεις του δημοτικού και είχα κουρσέψει ήδη τις βιβλιοθήκες των γονιών μου, συγγενών και φίλων. Ήμουν 11 και είχα διαβάσει Τολστόι, Χεμινγουέυ, Φρόιντ την “Εισαγωγή στην ψυχανάλυση” και τώρα που το σκέφτομαι με φρικάρουν δύο πράγματα, αφενός πως βρέθηκε η εισαγωγή στην ψυχανάλυση στη βιβλιοθήκη της θείας μου της Λευτερίας (του Κωστή του Γουρδουμπάκη, όχι του Μανώλη του Ασπριτζάκη) στο Φόδελε – αφετέρου ΠΟΣΟ ΦΡΙΚΙΟ ΗΜΟΥΝ ΡΕ ΦΙΛΕ, ποιο 11χρονο διαβάζει Φρόιντ! Εντάξει δε διάβαζα μόνο αυτά, ανέβαινα και σε πατάρια και έβρισκα και παλιά τεύχη ΡΟΜΑΝΤΖΟ και έλιωνα στα φωτορομάντζα. Και ερωτική λογοτεχνία και πορνοπεριοδικά είχα βρει, στο δωμάτιο του ξαδέρφου του Χρήστου που σπούδαζε στη Ρουμανία και για μια περίοδο νόμιζα πως παιδιά γίνονται με δύο τρόπους: με φιλί όπως στις Ελληνικές ταινίες και άμα τρομπάρεις πολύ δυνατά, όπως η γκέισα τον νταλικιέρη όπου προφανώς η εμφύτευση του εμβρύου έγινε στον οισοφάγο της.

Κάπως έτσι ανακάλυψα και γω και οι (περίλυποι) γύρω μου ένα παντελώς παν-άχρηστο ταλέντο μου. Διαβάζω πολύ γρήγορα. Υπερβολικά γρήγορα. Εξαιρετικά σπαστικό όταν διαβάζω κάτι με κάποιον άλλο,ο οποίος είναι στην πρώτη παράγραφο και γω θέλω να γυρίσω σελίδα πφ! Και μετά αρχίζουν τα “αποκλείεται να το διάβασες, το πέρασες χωρίς να το διαβάσεις ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ” “το διάβασα” “όχι” “ναι”
*ξύλο

Όταν λοιπόν σε νορμάλ συνθήκες, με φουλ δραστηριότητες, σχολεία, αγγλικά, γαλλικά, ενόργανες έβρισκα χρόνο και ξεκοκάλιζα σε ντε τε από ΠΑΠΥΡΟΣ ΛΑΡΟΥΣ ΜΠΡΙΤΑΝΙΚΑ μέχρι Πάττυ και Βαβούρα, φανταστείτε τι γινόταν όταν ήμουν κλινήρης. Στην υποψία μύξας, η μάνα μου αναστέναζε βαθιά και ετοιμαζόταν ψυχολογικά για ξεπαράδιασμα. Ασπιρίνη, κομπρέσες, 39ρια και σπριντ η δόλια σε κοντινά βιβλιοπωλεία, πιο τυχαίες επιλογές πεθαίνεις. Μέχρι Τάδε έφη Ζαρατούστρα, σε μετάφραση Νίκου Καζαντζάκη μου έφερε κάποια στιγμή, λίγο έλεος κάπου. (Το διάβασα, τι να έκανα – του κουτιού τα παραμύθια ξεκινούσαν αργά το απόγευμα, καταραμένη ΕΡΤ!)

Πήγαινα πέμπτη δημοτικού, όταν μία καραμπινάτη ίωση με έριξε στο κρεβάτι για καμιά 10ριά μέρες, τα είδε κωλυόμενα η μάνα μου, μέχρι την 4η μέρα πυρετού μου της είχαν τελειώσει τα νεφρά, δεν είχε τι άλλο να πουλήσει για να μου αγοράσει βιβλία και την ενημέρωνα αυστηρά πως οσονούπω τελείωνα και τον τσελεμεντέ, να κάνει τα κουμάντα της! Σε μία κίνηση πανικού, ενημερώνει τη νονά μου “Παναγία μου Θωμαΐτσα, δεν έχουμε άλλα βιβλία σπίτι, ΗΡΘΕ ΤΟ ΤΕΛΟΣ, ΒΟΗΘΕΙΑ!”. Αγρότισσα η νονά μου, όλη μέρα στα κτήματα, δε μασάει μία. Πηδάει από το τρακτέρ και όπως ήταν με τις γαλότσες κατεβαίνει στην πόλη, πετυχαίνει πλανόδιο με καροτσάκι και αγοράζει βιβλία στην τύχη. Το απόγευμα της επόμενης μέρας είχα στα χέρια μου μια συλλογή 10 βιβλίων, κανένα εκ των οποίων δεν ήταν για την ηλικία μου. Από το λύκο και τα τρία γουρουνάκια μέχρι “ΜΠΗΚΑ ΣΤΗ ΜΑΣΟΝΙΑ ΚΑΙ ΞΕΣΚΕΠΑΖΩ”. Νταξ, οι συγγενείς μου δεν ήταν ακαδημαϊκοί, τι να κάνουμε τώρα. Ωχου… Βιβλία με το κιλό, φίλε. Αν έχεις φάει πίτσα με το μέτρο, νιώθεις!

Ένα από τα βιβλία, ήταν το “Από την Έλενα με χαμόγελο” εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ. Το θυμάμαι ΑΠΟΛΥΤΑ, σχεδόν φωτογραφικά. Κάθε σελίδα. Κάθε σειρά. Κάθε λέξη. Θυμάμαι ότι δεν τα καταλάβαινα όλα. Ήμουν 11 και δεν ήμουν στο τάργκετ γκρουπ της Έλενας. Ήταν ένα βιβλίο για ενήλικες. Θυμάμαι να γελάω και δάκρυα να τρέχουν στα μάγουλα μου. Θυμάμαι να το διαβάζω ξανά και ξανά. Να αγοράζω με το χαρτζιλίκι μου τη ΔΙΑΘΗΚΗ ΤΗΣ ΕΛΕΝΑΣ και το ΡΑΝΤΕΒΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΕΝΑ. Θυμάμαι να τα κάνω τατουάζ στο μυαλό μου.

Κάποια στιγμή θα μιλήσω αναλυτικότερα τι σημαίνει για μένα η Έλενα Ακρίτα, πόσο την αγάπησα μέσα από τα βιβλία της, πόσο εντυπωσιάστηκα όταν την είδα πρώτη φορά στην τηλεόραση “γουάου τι όμορφη που είναι, πως μπορεί κάποιος που γράφει βιβλία να είναι όμορφος, αγαπάω τα βιβλία, είμαι 12, έχω σπυριά, σιδεράκια και είμαι σαν τον άγιονούφριο, ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΛΠΙΔΑ” (δεν υπήρξε). Κάποια στιγμή θα γράψω για το πόσο σπάστηκα αργότερα με την Έλενα Ακρίτα (χέστηκε, προφανώς – αλλά συγνώμη Έλενα, οφείλω να σε ενημερώσω πως το Φυστίκι ΠουΚυλάει ξενέρωσε με την πάρτη σου κάποια στιγμή στα χρόνια του internet, θα το ξεπεράσεις, δεν ξέρω – βαρύ πλήγμα, νταξ)

Δεν ξέρω πόσο σημαντικό μπορεί να είναι για κάποιον συγγραφέα το να ξέρει πως είναι ένας από τους πιο αγαπημένους ενός ανθρώπου έχει διαβάσει χιλιάδες βιβλία. Εγώ μια φορά, το είπα.

Μετακομίζω αυτή την περίοδο. Και πέφτω πάνω σε διάφορα μεμοραμπίλια. Ανάμεσα τους ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΣ ΑΚΡΙΤΑ. Επειδή το ‘97 τα δάνεισα στον Στέφανο να τα διαβάσει λέει, επειδή έκανε το αγροτικό του στην Ίο λέει και βαριόταν λέει και ήθελε βιβλία. ΛΕΕΙ. Και μετά πήγανε κάτι Σουηδέζες με ηλίαση λέει και μετά δεν είχε χρόνο να διαβάζει επειδή τους έκανε σαλπιγγογραφία και μαστογραφία με τη γλώσσα λέει και υποθέτω πως τα βιβλιαράκια μου έγιναν στήριγμα για σπασμένους σομιέδες και έκτοτε τα κλαίω (πολύ περισσότερο από ότι έκλαψα εσένα, Στέφανε! Να το ξέρεις).

Κάποιοι άνθρωποι ζούμε δυο ζωές. Τη ζωή που τρώμε, κοιμόμαστε, πάμε τα παιδιά μας σχολείο, τσακωνόμαστε με τους συντρόφους μας για το ποιος θα κατεβάσει σκουπίδια, δαγκώνουμε το λαρύγγι της τύπισσας που μας πήρε τη θέση στη σειρά για καπνιστή γαλοπούλα στον Σκλαβενίτη και τη ζωή που αναπνέουμε μέσα από γραμματάκια σε μια οθόνη ή ένα βιβλίο. Η δεύτερη ζωή συντηρεί την πρώτη.

*Κανένα γέλιο της ζωής μου δε μπορεί να συγκριθεί με το γέλιο που μου χάρισε η Έλενα Ακρίτα όταν ήμουν παιδί. Πως το ξεπληρώνεις άραγε αυτό ποτέ, σε έναν άγνωστο; Αφιερώνοντας του ένα κείμενο σε ένα σάιτ; Μικρή πληρωμή αλλά επιφυλάσσομαι. Το χρωστάω. Στο 11χρονο μοναχικό νερντάκι που ρούφαγε λέξεις σε βιβλία σαν να ήταν οξυγόνο. Που ήταν τελικά, οξυγόνο.