Είμαι ο Λάργκο. Ημίαιμο, κόπρος δηλαδή. Είμαι δεκατριών χρονών. Πλησιάζει η ώρα μου και πριν φύγω θέλω να πω μια ιστορία, που θα πάρω μαζί μου όταν φύγω, την ιστορία της κυράς μου. Όχι όλη, γιατί δεν την ξέρω. Ένα κομμάτι της. Τέτοια σκυλοκυρά δεν έχω ξανασυναντήσει. Με μάζεψε μωρό. Με φρόντισε, με αγάπησε, με έκανε σκύλο σωστό. Με έμαθε να σκέφτομαι και να κρίνω. Καρδιά μεγάλη είχε η κυρά μου, που όλοι αναγνώριζαν πόσο υπέφερε και από την άλλη κανείς δεν δίσταζε να την ξαναπονέσει. Την κυρά μου την αγαπώ πολύ. Όταν την είδα να κλαίει και από τον πόνο να αλυχτάει σαν δαρμένο σκυλί εκείνο το βράδυ, ορκίστηκα ότι δεν θα αφήσω κανέναν να την πλησιάσει αν δεν μου πει το «εντάξει» το δικό μου ένστικτο.

Γύρισε, που λέτε, στο σπίτι και ούτε ένα γεια δεν μου είπε. Είδα τα δάκρυα στα μάτια μέσα στο σκοτάδι. Κάθισε στο σκαλί ανάμεσα στο σαλόνι και την τραπεζαρία με ένα μπουκάλι κρασί και έπινε κι έκλαιγε. Εκεί τη βρήκε το ξημέρωμα. Κατάλαβα τι είχε γίνει. Κατάλαβα ότι τέλειωσε την ιστορία με αυτόν τον τύπο που παιδευόταν τόσα χρόνια. Οι άνθρωποι είναι αχάριστοι. Πόση αγάπη έδωσε η κυρά μου και πόσο σκληράδα πήρε!!! Δεν ξέρω τι είπαν. Ξέρω πως η κυρά πονούσε. Τις επόμενες μέρες σκιά του εαυτού της έγινε. Ψευτότρωγε, ψευτοκοιμόταν και κάπνιζε, κάπνιζε σαν να μη λογάριαζε τη ζημιά που έκανε πρώτα σε κείνη. Ακόμα εμένα με είχε ανεκπαίδευτο, που σημαίνει ότι όποιος πλησίαζε στην πόρτα καταπάνω του εγώ! Ήταν εκείνη η αποφράδα μέρα που ο λεγάμενος ήρθε, Κύριος ξέρει γιατί, να δει την κυρά. Με το που τον μύρισα δεν ήθελα πολύ, έδωσα μια, έριξα την ίδια μου την κυρά στο πάτωμα και του κατάφερα μια δαγκωματιά στο μπράτσο. Κλείδωσα εκεί και τον άφηνα να σφαδάζει. Μη σας τα πολυλογώ, η κυρά τον έβαλε στο ασθενοφόρο και μετά γλίτωσε το δικό μου το κεφάλι από την ευθανασία.
Τότε πήρε την απόφαση να με εκπαιδεύσει με δάσκαλο. Ξεκίνησε να ψάχνει τον καλύτερο. Και τον βρήκε. Σαν τον είδα εμπρός μου λούφαξα. Εδώ δεν παίζουμε είπα. Μαζεύτηκα. Και σαν είδα την κυρά μου να μπαίνει μέσα σε σκυλιά τεράστια, που μαζί τους δεν θα τα έβαζα ποτέ, αλλά αυτή να τα κρατάει σούζα μόνο με την ανάσα της, άρχισα να υποψιάζομαι ότι εδώ κάτι συμβαίνει. Την καμάρωνα. Όμως, σας είπα, όποιος την πλησίαζε, κακή του ώρα. Δεν πήρε πολύ καιρό και την κυρά την καμάρωνε και κάποιος άλλος. Έβλεπα το βλέμμα του. «Κυρά του λύκου» την έλεγε, γιατί ένα λυκόσκυλο που καλό δεν χρώσταγε μήτε των αποθαμένων του, μόνο εκείνη σεβόταν. Την έχωνε μέσα στα σκυλιά και την θωρούσε με δέος σαν άρπαζε το μαστίγιο και βαρούσε κάτω για να τα ξεσηκώσει. Κι αν πήγαινε σκυλί να της ριχτεί, έμπαινε μπροστά και το έστελνε πίσω πριν προλάβει να ορμήξει. Θύμωνε η κυρά μου που την υποτιμούσε κι έτρεχε να τη σώσει. Η εκπαίδευσή μου εμένα πήγαινε ρολόι. Ανέβαινα επίπεδα έλεγε ο δάσκαλος κι όλο «μπράβο, Λάργκο, μπράβο αγόρι μου.».

Δεν ξέρω τι τον έπιασε όμως εκείνο το απόγευμα και τα ‘βαλε με την κυρά. «Προχωράει ο σκύλος κι εσύ μένεις πίσω! Συγκεντρώσου!» Η κυρά πάλευε να κρατήσει την οργή της. Την πρόσβαλε μπροστά σε άλλους και αυτό δεν το σήκωνε. Η αλήθεια είναι ότι η έρμη η κυρά είχε κουραστεί. Πάλευε για μένα, αλλά πιο πολύ πάλευε να μαζέψει το θεριό που είχε μέσα της. Τούτο το καινούργιο πράγμα ήθελε να το πνίξει, να το προσπεράσει. Και πάλευε να το μαζέψει. Κι όσο αυτή μάζευε, τόσο ο δάσκαλος την προκαλούσε να το βγάλει. Η κυρά μου όμως πια δεν βαστούσε. Λύγιζε η ράχη της και η ψυχή της όσο άφοριζε πια την αγάπη. Έπρεπε η κυρά να ξαναστηλωθεί. Δεν ήταν αυτή η κυρά μου. Εμένα δεν μ’ άρεσε να τη βλέπω έτσι, αλλά δεν άρεσε και σε κάποιον άλλον. Ορισμένοι ανθρώποι είναι διαόλοι!! Το ‘βαλε πείσμα να την ξυπνήσει.

Δεν ήθελε πολύ. Προκάλεσε εμένα. Στα καλά καθούμενα μου ‘σκασε μπροστά μου μια βουρδουλιά για να αρχίσω να γαβγίζω, όπως και το ‘κανα. Η κυρά θύμωσε. Άρπαξε ένα άλλο μαστίγιο και το ‘σκασε δίπλα στο παπούτσι του. Παγώσανε όλοι. Σκυλιά κι αφεντικά λουφάξανε και κοίταζαν σαν να περίμεναν μάχη.
«Κανείς δεν πειράζει τα πράγματά μου!» της φώναξε.
«Τότε να έσκαγες το μαστίγιο στο χέρι μου.» του απάντησε.
«Εδώ κουμάντο κάνω εγώ! Ακούς;!»
«Κουμάντο κάνει όποιος ταΐζει. Κι εδώ εγώ ταΐζω και τους δυο σας. Κάνω λάθος;»
Πάγωσε το αίμα όλων. Ο δάσκαλος σήκωσε το μαστίγιο και το ξαναχτύπησε μπροστά μου.
«Λάργκο, δίπλα μου!» φώναξε η κυρά και του γύρισε την πλάτη με μένα παρά πόδα.

Μόλις φτάσαμε στην πόρτα μας πρόλαβε. Γέλαγε ολόκληρος. Δυο μέτρα άντρας σαν βουνό και γέλαγε με την ψυχή του. Η κυρά με έβαλε στο πορτ-μπαγκάζ και μπήκε στη θέση του οδηγού. Άστραφτε και βρόνταγε μέσα κι έξω. Εκείνος γέλαγε και πήγε και στάθηκε πίσω από το αυτοκίνητο. «Εμπρός! Πάτα με!» της φώναξε. Εκείνη έβαλε μπροστά κι εγώ άρχισα να της γαβγίζω!!!! Κάτι μέσα μου φώναζε «Εντάξει!». Έσβησε τη μηχανή, βγήκε έξω, ακούμπησε το κεφάλι της στον αγκώνα της πάνω σ’ ένα ντουβάρι κι άρχισε να κλαίει. Εγώ γάβγιζα, γάβγιζα, ώσπου μ’ έβγαλε ο δάσκαλος από τ’ αυτοκίνητο και τότε άρχισα να τον τραβάω από το μανίκι. «Μην την αφήνεις να κλαίει! Κοίτα την πως κάνει!». Γύρισε και με κοίταξε. Τίναξε το χέρι του για να τον αφήσω και την πλησίασε. Την άρπαξε στην αγκαλιά του και την άφησε να κλαίει κι όση ώρα έκλαιγε της ψιθύριζε κάτι στο αυτί. Και μετά από λίγο εκείνη του χαμογελούσε. Κι αυτός τη φίλησε ξανά και ξανά κι αυτή χαμογελούσε.

Πέρασαν από τότε χρόνοι δέκα. Εγώ είμαι γέρος πια, η κυρά μου μεγάλωσε όμορφα κι ο δάσκαλος δεν σταμάτησε ούτε στιγμή να την καμαρώνει. Μα αυτούς τους δυο, όπως περπατάνε δίπλα- δίπλα, τώρα πια με δυο σκυλιά και δυο παιδιά, θαρρώ πως τους καμαρώνει κι ο Θεός. Αυτή ήταν η ιστορία της κυράς μου.

 

Λάργκο