Η γιαγιά δεν άκουγε.
Υπήρχαν φάσεις που έπρεπε να μιλάς αργά με ξεκάθαρη άρθρωση μπροστά της και δυνατά.
Ακόμη και τότε, έπιανε τα μισά απ’ όσα της έλεγες.
Ακόμη κι αν φορούσε αυτό το ακουστικό που έκανε “ιιιιιιιιιιιιι” και νόμιζες πως θα σου πέσουν τα δόντια, δεν άκουγε.
Το ρύθμιζε, το φορούσε, το έβγαζε, το ξεχνούσε, το ψάχναμε, το βρίσκαμε.
Η γιαγιά άκουγε αυτά που την ενδιέφεραν. Ήσουν στο σαλόνι και έκραζες τη συμπεθέρα της γειτόνισσας που πήγε με τον υδραυλικό, η γιαγιά ήταν στην κουζίνα και μαγείρευε, κόχλαζαν οι κατσαρόλες, τσιτσίριζε το λάδι στο τηγάνι, ο απορροφητήρας έκανε σαν μηχανή εκτόξευσης πυραύλου, η γιαγιά άκουγε και την τελεία και το κόμμα.
Ερχόταν μέσα και σου έλεγε: “Το είχα καταλάβει εγώ! Αυτός ο υδραυλικός σε όλες κάνει τον ωραίο!”
-Γιαγιά, άκουσες;
-Τιιι;

Η γιαγιά ήταν η πρώτη στην περιοχή που φορούσε ακουστικά Dj για να βλέπει ταινίες τα βράδια.
Δεν μπορούσε να καλοκοιμηθεί.
Το ξενυχτούσε.
Τα παιδιά στο σπίτι έπρεπε να διαβάσουν, να κοιμηθούν, να πάνε στο σχολείο, οι μεγάλοι να πάνε στη δουλειά.
Η γιαγιά φορούσε ακουστικά, άραζε στον καναπέ και έτρωγε “τσούσκες” μικρές καυτερές πιπερίτσες chilli και ηλιόσπορους.

Η γιαγιά ήταν και η πρώτη που φόρεσε ασύρματα ακουστικά για την τηλεόραση, παρ’ ότι τα οικονομικά της οικογένειας δεν ήταν για τέτοιες τεχνολογίες. Ένα βράδυ, γύρω στις 3, ξεχάστηκε για το πόσο μακρύ ήταν το καλώδιο, σηκώθηκε από τον καναπέ και όταν έφτασε στο μπάνιο, ξεβυσματώθηκε and Hell broke Loose. Και με τα ακουστικά η τηλεόραση έπαιζε στο 99+ . Φημολογείται ότι η μισή γειτονιά έπαθε καρδιακή προσβολή, πέθαναν pets, έσπασαν σωλήνες φυσικού αερίου και κάποιοι πήδηξαν από τα μπαλκόνια τους.
Έτσι, φορούσε πλέον ασύρματα.

Η γιαγιά ήταν Ποντία.
Έφτιαχνε πισία, ωτία, πιροσκία, μπορς, τουρσιά και φανταστικές πίτες.
Αγαπημένο μας σνακ ήταν αυτό που σιχαινόταν πιο πολύ. Ένα φαγητό κατάλοιπο της απόλυτης φτώχιας που πέρασε: βούκες μπαγιάτικου ψωμιού, με αλάτι, πιπέρι και ρίγανη, τηγανισμένες σε λαδάκι.
Και η γλυκιά σπανακόπιτα. Ο μόνος λόγος για να φάω σπανάκι. Το φύλλο της, οι ζύμες της, οι πίτες της, αχ.
Και μου έλεγε: “έλα δω βρε, να σε μάθω να χορεύεις Ποντιακά” αντ’ αυτού την μύησα στο headbanging.
Μου έλεγε “έλα να σε μάθω να κάνεις τα πιροσκία βρε!” αντ’ αυτού την έψηνα και παραγγέλναμε διπλά cheeseburgers και onion rings.

Η γιαγιά πέρασε μηνιγγίτιδα όταν ήταν μικρή, της χάθηκε και η ακοή και η γεύση και η όσφρηση.
Λόγω απώλειας γεύσης, κανείς δεν μπορούσε να φάει από το πιάτο της. Ήταν όλα πολύ αλμυρά, πολύ καυτερά, πολύ ξινά για να τα νιώσει λίγο.

Κάποτε, κόντεψε να κάψει και το σπίτι γιατί δεν μύρισε το φαγητό που καιγόταν.

Η γιαγιά, δεν έζησε καλά νιάτα, αλλά έζησε υπέροχα γεράματα με τη θεία μου.

Αυτό που πάντα την συνάρπαζε ήταν το αίσθημα, ο έρωτας, η αγάπη. Και επειδή δεν τα είχε ζήσει, τα ονειρευόταν μέσα από σίριαλ; και ταινίες, μας τα ευχόταν και μου έλεγε:
“Θα ξέρεις, όταν κάποιος σ’ αγαπάει πραγματικά όταν σου πιάνει το χέρι κάτω από το τραπέζι, όταν θέλει να σε ταΐζει στο στόμα, όταν πληρώνει το λογαριασμό, όταν δεν αντέχει αν δεν σου μιλήσει μισή μέρα. Θα καταλάβεις το πόσο σ’ αγαπάει όταν έρθει κάτω από το μπαλκόνι σου απλά και μόνο για να σε κοιτάζει. Κυρίως αν βρέχει και κάθεται εκεί και βρέχεται για σένα! Θα το νιώσεις από την αγκαλιά του. Από το φιλί του. Δεν θα αργήσει ούτε να σου πει σ’ αγαπώ ,ούτε να σε ζητήσει σε γάμον.Ο άντρας που αγαπάει σου χαϊδεύει τα μαλλιά και αν πάτε στο κρεβάτι, μετά θα σου φέρει πρωινό εκεί. Και λουλούδια. Πολλά λουλούδια. Μπορεί να σου φέρει και κόσμημα, αλλά αν είναι φτωχόπαιδο, εσύ να μην το κοιτάς στραβά. Τα κοσμήματα θα είναι τα φιλιά του. Θα σου καθαρίζει το ψάρι. Θα σε λέει κούκλα μου. Θα καμαρώνει να σε κυκλοφορεί στον κόσμο.”

Και θέλω να της πω: “Γιαγιά, όλα αυτά που είπες, τα έκαναν. Για να με ρίξουν στο κρεβάτι. Και μετά δεν τα ξαναέκαναν. Γιαγιά, οι άντρες που έβλεπες στις ταινίες, είναι ψέμα και δύσκολα αγαπούν. Κι όταν τρώνε απόρριψη, τότε λένε στις επόμενες πως αγάπησαν για να ψαρώσουν. Γιαγιά, οι άντρες που γνώρισες στην ζωή σου, κυκλοφορούν και τώρα.
Με πολύ λίγες εξαιρέσεις.
Και μια εξαίρεση, την άρπαξα εγώ.
Ήμουν πιο τυχερή από σένα.
Δεν ξέρω να χορεύω Πυρρίχιο, γιαγιά, αλλά είμαι Πριγκίπισσα με σπάθα και στιλέτο.
Εκεί που σκύβω ωωωωωωωωπ τινάζω το ζυγό.
Ακούς;
Δεν ακούς.
Κάτσε να γράψω κι ένα κουτσομπολάκι ,μπας και σου κεντρίσω το ενδιαφέρον να διαβάσεις αυτά τα λόγια.
Γιαγιά, δε βρίσκω ούτε μια συνταγή για πιροσκία που να φέρνει στα δικά σου…
Ούτε κι εγώ ακούω.
Του κεφαλιού μου κάνω.
Αλλά μυρίζω και γεύομαι.
Τον έρωτα και την αλήθεια.”