Δεν θυμάμαι πολλά από σένα τα πρώτα χρόνια της ζωής μου. Ταξίδευες πολύ, μεταθέσεις συνέχεια. Δεν μας έπαιρνες μαζί σου, δεν ήθελε εκείνη να ξεβολεύεται, να χάνει τις παρέες και τους φίλους της για να σ’ ακολουθεί. Έμενα μαζί της, ήμουν μικρός. Καλά όχι μόνος μαζί της, πάντα είχε και γυναίκα. Για το σπίτι, για μένα, για όλα. Ήταν όμορφη. Μύριζε άρωμα. Αλλά δεν μύριζε μάνα.

Μετά γεννήθηκε ο μικρός. Μαζί, γεννήθηκε και η αρρώστια του. Γύρισες σπίτι. Ήσουν 30 χρονών. Έγινες η νοσοκόμα του, εκείνη δε μπορούσε να ανταποκριθεί, δεν άντεχε λέει. Ήμουν 5 χρονών, με μια μάνα φευγάτη, έναν αδερφό ανάπηρο κι έναν πατέρα γίγαντα. Που τα έκανε όλα. Ετοίμαζες εμένα για σχολείο, με έβαζες στο σχολικό, τακτοποιούσες τον μικρό, να πάρει τα φάρμακα του, να τον σηκώσεις, να τον πλύνεις, να παίξεις μαζί του. Έφευγες για δουλειά, τον άφηνες στη γυναίκα που τον πρόσεχε αν δεν ήταν νοσοκομείο, αλλιώς έπαιρνες άδεια και ήσουν στο νοσοκομείο μαζί του. Το απόγευμα που γυρνούσα, με πήγαινες βόλτα, διαβάζαμε, παίζαμε, κάναμε παρέα στον μικρό. Τίποτα δε φαινόταν δύσκολο για σένα, δεν κώλωνες πουθενά, δεν ‘έπεφτες’ ποτέ. Κι ας είχες ένα ανάπηρο παιδί και για τρελή γυναίκα. Τα έκανες όλα να φαίνονται φυσιολογικά. Ήσουν για μένα, ένας πατέρας γίγαντας.

Δεν μου θύμωνες ποτέ. Κι ας έκανα τη μία μαλακία μετά την άλλη, μεγαλώνοντας. Κι ας έγινα σύντομα πιο ψηλός από σένα, ακόμα γίγαντας μου φαινόσουν. Δε θύμωνες ποτέ. Μόνο στεναχωριόσουν όταν έμπλεκα. Και η σκιά στα μάτια σου, ήταν από μόνη της, πάντα, αιτία να στανιάρω, να έρθω στα ίσα μου.

Ένας από τους λόγους που σηκώθηκα κι έφυγα από το σπίτι νωρίς, ήταν αυτό ακριβώς. Ήθελα να μη νιώθω τύψεις, δεν άντεχα να σε βλέπω να σκοτεινιάζεις, όταν μ’ έβλεπες σκατοφτιαγμένο, όταν γυρνούσα ματωμένος από τσαμπουκάδες και μαλακίες, όταν μ’ έδιωχναν από σχολεία, όταν σου μιλούσαν άσχημα για μένα, γείτονες και συγγενείς. Δεν γούσταρα να σε βλέπω συννεφιασμένο, γίγαντα.

Κι ήρθε καιρός, κι έχασες το άρρωστο παιδί σου. Και μαζί και μένα, που την έκανα από το σπίτι για να βρω τα σκοτάδια μου, μόνος μου, χωρίς το βλέμμα σου στους ώμους μου να με βαραίνει. Κι είπες ‘θα είμαι πάντα εδώ για σένα’ και το εννοούσες. Και πάντα γύριζα όταν χρειαζόμουν έναν γίγαντα για να με κρύψει. Και πάντα έφευγα, ξανά. Σ’ άφηνα μόνο σου, μαζί της. Είμαστε οι επιλογές μας, μου έλεγες πάντα. Εκείνη, ήταν πάντα για σένα η επιλογή σου. Δεν κατάλαβα ποτέ γιατί. Πάντα ήταν τόσο μικρή, τόσο ελάχιστη. Κι ας μύριζε πάντα άρωμα.

Ήρθα σπίτι πριν λίγο καιρό, να δω τι κάνετε. Σε βρήκα στον καναπέ, σ’ είχε πάρει ο ύπνος βλέποντας ειδήσεις. Το πούρο σου στο τασάκι, το ποτήρι σου με το ουίσκι σχεδόν άδειο, υπολόγισα πως τέτοια ώρα πρέπει να ήταν το τρίτο σου. Έχεις πάρει πολλά κιλά, γίγαντα. Και αναπνέεις βαριά. Την ρώτησα γιατί πήρες βάρος, γιατί σ’ αφήνει να καπνίζεις τόσο, γιατί είναι 9μιση και έχεις ήδη πιει. Ε, τον ξέρεις τον πατέρα σου, μου είπε, ακούει κανέναν; Και μετά άρχισε να μου λέει μαλακίες, δεν την άκουγα καν, μια ζωή μαλακίες. Μια ζωή, ελάχιστη ήταν και είναι.

Φοβάμαι, γίγαντα. Φοβάμαι για σένα.

Είμαι πιο ψηλός από σένα. Και πάλι, τεράστιος μου φαίνεσαι. Μα, αν χρειαστεί, θα σε κουβαλήσω στους ώμους μου, πατέρα. Ότι χρειαστεί. Ότι χρειαστείς.

Φοβάμαι για σένα.

Γυρνάω σπίτι.

 

Bastard