Ήμουν μόλις τριών ετών.
Για την ακρίβεια, τριών χρονών και τριών μηνών
Ήμουν η μεσαία κόρη μιας κανονικής όμορφης οικογένειας.
Εκ περιγραφών όλα αυτά, καθώς τριών χρονών και τριών μηνών τι μνήμες μπορεί να έχει ένα παιδί που ζει μέσα σε ασφάλεια, αγάπη και κανονικότητα;

Τα καλοκαίρια τα ξεκοκαλίζαμε σ ενα εξοχικό μέρος της Αττικής, καθ ότι σαν αστοί, χωριό δεν είχε κανείς.
Παρεες,ξυποληταρία,αληθινές μικρές κοινωνίες, με όλα τα παρελκόμενα: αυτονόητο αλληλο-babysiting, όλες οι πόρτες ανοιχτές, όπου διψούσαμε πίναμε, όπου πεινούσαμε τρώγαμε, όπου νυστάζαμε κοιμόμασταν.

Κι οι μπαμπάδες…
Δεν ερχόντουσαν κάθε μέρα, αλλά όποτε ερχόντουσαν έφερναν καραμέλλες,γλυκά,νοστιμιές και αλλαγή διάθεσης.
Τότε, τα ρεφενέ τσιμπούσια έδιναν κι έπαιρναν, γέλια, φωνάρες και αστεία. Κι εμείς στον κόσμο μας, γεμίζαμε τον κόσμο με τα πολύχρωμα χαρτάκια, αλλά της μιας στιγμής χαρά. Μετά, ξανα «αλητεία”

Όλα αυτά μέχρι εκείνο το απόγευμα του Σεπτέμβρη.
Του Σεπτέμβρη που η μαμά μου θα ετοίμαζε την μεγάλη μου αδελφή τη Γωγω για την πρώτη δημοτικού, προσευχόταν για μένα να το βουλώσω επιτέλους και να κοιμηθώ σαν άνθρωπος έστω μια ολόκληρη νύχτα κι ευχόταν να κόψει η μικρή μου αδελφή την νυχτερινή πάνα. Ποια πάνα Δεν υπήρχαν πάνες τότε, πανιά έβαζαν και η απαλλαγή σήμαινε λιγότερο κόπο και λιγότερες μπουγάδες στο χέρι.

Μπορεί να Τα σκεφτόταν όλα αυτα,ή μπορεί να τα μοιραζόταν φωναχτά με την συννυφάδα της, καθώς γυρνούσαν φορτωμένες από το περιβόλι. Κάθε απόγευμα σχεδόν,πηγαιναμε στο περιβόλι.
Από εκεί, ψώνισαν φρούτα και λαχανικά για το τραπέζι, καθώς στο εξοχικό μέρος που ξεκοκαλίζαμε το καλοκαίρι,
τα σπίτια δεν είχαν ρεύμα, άρα οι προμήθειες έπρεπε να είναι καθημερινές. Ίσως και να λέγανε τι θα μαγειρέψουν την επόμενη που ο πατέρας μου θα ερχόταν

Άρεσε και σ εμάς τα παιδιά αυτή η βόλτα.
Σ εμενα,στην Γωγώ, στην μικρή μου αδελφή κι ας ήταν ακόμη στο καρότσι, στον πρώτο μου ξάδελφο και
στην γειτονοπούλα,την καλύτερη φίλη της Γωγως,το άλλο της μισό.

Ίσως τις έβλεπε κι ο Θεός από ψηλά. Να καλοζύγιασε την κατάσταση, ό,τι είδε και να είπε: «Αυτό το ξανθό κοριτσάκι το θέλω”

Κι έτσι, απ την μια στιγμή στην άλλη, η Γωγώ, βρέθηκε κάτω από τις ρόδες ενος αυτοκινήτου. Σκόρπισε η παρέα, ουρλιαχτά, φωνες κλάματα (ναι, αυτα τα θυμάμαι είναι η πρώτη μου μνήμη) , η μαμά μου να κρατάει τη Γωγώ αγκαλιά και να ψάχνει το παπούτσι της, τον ταξιτζή να της λέει «τι να το κάνεις; σάμπως θα το ξαναχρειαστεί;” Εγώ να βρίσκομαι στο σπίτι και να κραταω σφιχτα το μωρό, πένθος, μαυρίλα, κλάματα, σκοτεινιά.

Κι ο μπαμπάς…
Εκείνος ο μπαμπάς…
Που γέλασε, καμάρωσε γάμους κι εγγόνια, που με φώναζε πάντα με τ όνομα μου, τύρρανο, γλωσσού, μπαταξού, ποτέ όμως μεγάλη.
Ο μπαμπάς που έγραψε αυτές τις αράδες,μήνες μετα.
Ήταν η τελευταία φωτογραφία της ζωής της.
Και μου την εμπιστεύτηκε για το σημείωμα πίσω.

Από τότε ,έγινα εγώ η μεγάλη”.
Ένα «μεγάλη” σαν ξένο ρούχο. Τ όνομα της αδελφής μου δεν ειπώθηκε ξανά ποτέ. Ήταν πάντα το «παιδί”. Κι εγώ η «μεγάλη”.

Μισός και κάτι αιώνας έχει κυλήσει από τότε.
Τώρα η Γωγώ κάθεται στην αγκαλιά τους.
Κι εμείς εδώ, τους τιμούμε,τους νοσταλγούμε,προσευχόμαστε για τις ψυχές τους.
Μια ασπρόμαυρη φωτογραφία της είναι στα εικονίσματα όλα τα χρόνια.
Και μια μαύρη σκιά σ όλες τις χαρές της ζωής μου.