Μεγάλη οικογένεια! Οι Πετρόπουλοι με τ’ όνομα! Φωνακλάδες όλοι τους! Σε κάθε οικογενειακή μάζωξη, πάντα τους άκουγε το τετράγωνο! Φωνές, γέλια, κλάματα, ευτράπελα, καβγάδες, τραγούδια, χοροί, ξανά καβγάδες, και ξανά γέλια! Στην μακρόστενη αυλή της κυρά Θοδώρας πολλά τραπέζια ενωμένα και χίλιοι καλοί χωράνε!
Εκείνη την φορά αφορμή ήταν το Πάσχα… Τι Πάσχα κι αυτό…! Τίποτα δεν έμεινε όρθιο! Κι αυτός ο Νικόλας τι φαεινή ιδέα είχε, μετά από τόσο καιρό που είχε να δει τους δικούς του, να έρθει από την Αγγλία, ανήμερα Κυριακή του Πάσχα. Mε όλο το σόι μαζεμένο,να τους γνωρίσει την νύφη. Tην Αγγλίδα νύφη! Xωρίς προειδοποίηση!

Από νωρίς το πρωί οι σούβλες με τα αρνιά είχαν ξεκινήσει να γυρίζουν, η μουσική έδινε τον ρυθμό και τα τραπέζια στήνονταν. Μόλις έφτασε το ταξί έξω από την αυλή όλοι έτρεξαν να υποδεχτούν τον Νικόλα! Τα παιδιά μπλέχτηκαν στα πόδια του φωνάζοντας ρυθμικά το όνομά του κι οι μεγάλοι, ο ένας μετά τον άλλον, τον αγκάλιαζαν. Ξαφνικά η Θοδώρα πρόσεξε μια άγνωστη, λεπτή, άχρωμη φιγούρα πίσω απ’ τον γιο της.

«Παναή! Ποια είν’ αυτή η ξανθόψειρα δίπλα στο παλικάρι μου;» σκούντησε τον άντρα της σμίγοντας τα φρύδια.
«Πού να ξέρω βρε γυναίκα; Το κορίτσι του θα ‘ναι.»
«Το ποιο του;;;» η Θοδώρα πετούσε σπίθες τώρα από τα μάτια της!

Μόλις ο Νικόλας ελευθερώθηκε από το καλωσόρισμα της οικογένειας την αναζήτησε με το βλέμμα του, και την κράτησε από το χέρι.

«Λοιπόν, από εδώ η Κέιτ. Το καλοκαίρι λέμε να παντρευτούμε!» ξαφνικά η οχλαγωγία σταμάτησε, απόλυτη σιωπή!
«Βρε μπαγάσα, την γκάστρωσες;» η φωνή του παππού Νικόλα έσπασε την σιωπή.
«Σσστ πατέρα! Ντροπή!» ο Παναής τράβηξε τον πατέρα του παραπέρα ενώ όλοι είχαν ξεσπάσει σε δυνατά γέλια.
«Nice to meet you all! And… a… e… Christo enesti…!!» η Κέιτ μάταια προσπάθησε να κρύψει την αμηχανία της.
«Παναή τι είπε το ξέπλυμα;;» η Θοδώρα μιλούσε μόνη της τώρα.

Ακολούθησαν καλωσορίσματα, συστάσεις, ευχές, ξανά οχλαγωγία. Έφτασε και η σειρά της Θοδώρας. Προσπάθησε να την χαιρετήσει ευγενικά κι ύστερα της ψιθύρισε:
«Αν νομίζεις ότι θα τυλίξεις το παλικάρι μου, μαύρο φίδι που σ’ έφαγε!»
Η καημένη Κέιτ συνέχισε να χαμογελάει αμήχανα μιας και δεν κατάλαβε λέξη αλλά κάτι στο ύφος της γυναίκας την ανατρίχιασε.
«Παιδιά, η Κέιτ είναι Αγγλίδα…» προσπάθησε να εξηγήσει ο Νικόλας.
«Άντε! Κι εγώ νόμιζα ότι είναι Σαρακατσάνα!» γέλασε ειρωνικά η Θοδώρα.
«…και δεν μιλάει ελληνικά…»
«Και τι μιλάει;»
«…Θα της κάνω εγώ την μετάφραση!»
«Δεν της κάνεις καλύτερα τα εισιτήρια να πάει από κει που ‘ρθε;» μουρμούρισε η Θοδώρα μέσα από τα δόντια της χωρίς να την ακούει κανείς.

Ήρθε η ώρα του φαγητού. Η Κέιτ έντρομη κοίταξε τον οβελία που περιστρεφόταν στην σούβλα. Λίγο πιο δίπλα κοκορέτσι, παϊδάκια, η χαρά της χοληστερόλης! Μια γκριμάτσα αηδίας είχε καρφωθεί στο πρόσωπό της.
«Δώσε μου το πιάτο σου να σε σερβίρω!” της είπε ευγενικά ο ξάδερφος Βλάσσης.
«Η Κέιτ είναι χορτοφάγος.” δήλωσε ο Νικόλας.
«Σαν τις γελάδες;” της ξέφυγε της Θοδώρας.
«Σαν τον μισό πλανήτη! Δεν τρώει κρέας.” ο Νικόλας την στραβοκοίταξε λίγο.
«Δεν ξέρω από ποιον πλανήτη είναι τούτη εδώ, εμείς πάντως μόνο κρέας έχουμε σήμερα!” συνέχιζε η Θοδώρα.
«Δεν πειράζει, θα φάει σαλάτα, πατάτες, κι αυτό εκεί τι είναι; Ρύζι; Να θα φάει και ρύζι” έλεγε ο Νικόλας καθώς γέμιζε το πιάτο.
«Με ρέγουλα το ρύζι παλικάρι μου, θα φράξει ο κώλος της!” γέλασε η Θοδώρα.

Η Κέιτ με κόπο αγνόησε την αναγούλα που της προκαλούσαν οι μυρωδιές και άρχισε δειλά να τρώει. Κοίταζε τους άλλους γύρω της να αρπάζουν με λύσσα τα κομμάτια του αρνιού κι άθελά της το έκανε εικόνα να βελάζει αμέριμνο στο λιβάδι λίγο πριν πέσει στα χέρια των αγροίκων! Τίναξε το κεφάλι για να διώξει την σκέψη και προσπαθούσε να παραμένει χαμογελαστή.

Ο παππούς Νικόλας την πλησίασε μ’ ένα πιάτο γεμάτο κομμάτια κοκορέτσι.
«Να μαρή, φάε από δω! Φάε να λιγδώσει τ’ άντερό σου!” το άφησε μπροστά της.
Η Κέιτ δεν άντεξε άλλο… Ένιωθε το στομάχι της από ώρα να ανακατεύεται και η μυρωδιά από τα εντόσθια την αποτέλειωσε! Έβαλε τα χέρια μπροστά στο στόμα κι άρχισε να τρέχει προς τον δρόμο.
«Αμάν βρε παππού!” φώναξε ο Νικόλας κι έτρεξε πίσω της.
«Τι πάθανε μωρέ;” ο παππούς Νικόλας κοίταζε απορημένος.
Λίγη ώρα μετά επέστρεψε η Κέιτ, χλωμή, εξαντλημένη, υποβασταζόμενη από τον Νικόλα.
«Θα την πάω λίγο μέσα να ξαπλώσει.” είπε ο Νικόλας και την οδήγησε στο σαλόνι.

Λίγο αργότερα ξεκίνησαν οι γνωστές φωνές, το αλκοόλ έρεε άφθονο, άναψαν τα αίματα και με ασήμαντες αφορμές ξεκίνησαν μικροί καβγάδες εδώ κι εκεί. Ο Νικόλας είχε αφήσει την Κέιτ στο σαλόνι που την είχε πάρει ο ύπνος στον καναπέ και είχε επιστρέψει στο οικογενειακό τραπέζι.

Η Κέιτ άνοιξε τα μάτια, το κεφάλι της ήταν μουδιασμένο. Με μεγάλη προσπάθεια κατάφερε να σηκωθεί και να φτάσει ως την τζαμαρία που έβλεπε στην αυλή. Το θέαμα την άφησε με το στόμα ανοιχτό. Όλοι όρθιοι, φώναζαν, χειρονομούσαν, πετούσαν φαγητά, έσπαγαν ποτήρια, μετά αγκαλιάζονταν χόρευαν για λίγο κι ύστερα πάλι φωνές! Δεν μπόρεσε να βγάλει συμπέρασμα για το τι συνέβαινε! Το μόνο που σκεφτόταν ήταν το πώς θα ξεφύγει από την παρανοϊκή οικογένεια! Άρπαξε την τσάντα της κι άρχισε να τρέχει. Πέρασε δίπλα από το τραπέζι κι ευτυχώς κανείς δεν την πρόσεξε.
Βγήκε στον δρόμο κι έψαξε για ταξί… Φτάνοντας στο αεροδρόμιο ενημερώθηκε πως δεν υπήρχε πτήση για Λονδίνο πριν το ξημέρωμα αλλά δεν την ένοιαξε! Θα περίμενε όσο χρειαζόταν! Αρκεί που γλίτωσε από τους κανίβαλους!!!
Ένα νευρικό γέλιο την κυρίευσε με μια σκέψη: «Greek lover??? Never again!!”