Είμαι μια κάμπια που χρόνια τώρα ελπίζω στην μεταμόρφωσή μου, εσωτερική κι εξωτερική. Όσο ήλπιζα δεν έβλεπα καμία αλλαγή. Ούτε πάνω μου ούτε μέσα μου. Όσο ήλπιζα, το πράσινο, κάποτε λαμπερό μου χρώμα άρχισε να σκουραίνει. Κι αναρωτιόμουν γιατί να συμβαίνει αυτό αφού είμαι ζωντανή ακόμα κι ονειρεύομαι κι ελπίζω. Τελικά, όχι και πολύ γρήγορα δυστυχώς, συνειδητοποίησα πως όσο ελπίζεις τίποτα δεν καλυτερεύει. Όσο ελπίζεις τίποτα δεν σταθεροποιείται και δεν ισχυροποιείται. όσο ελπίζεις μπορείς μόνο να περιμένεις. Κι όσο περιμένεις κάνεις στην άκρη για να περάσει ο χρόνος. Κι αυτός περνάει από δίπλα σου και δεν μπορείς να τον τσακώσεις, περνάει από από γύρω σου και δεν προλαβαίνεις να τον αγγίξεις, αυτός όμως αφήνει σημάδια ανενόχλητος, περνάει από πάνω σου κι είναι μάταιο να προσπαθήσεις να τον φτάσεις. Κυρίως όμως περνάει από μέσα σου…και γερνάς…γερνάει το σώμα, το μυαλό, οι σχέσεις…. Κιόλα μοιάζουν ρυτιδιασμένα και καλοδιατηρημένα και ψάχνοντας τον ένοχο γι’ αυτό τα στοιχεία σε οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια στον εαυτό σου.

Και μια μέρα ξυπνάς, πας σ’ εκείνο το μικρό καθρεφτάκι του μπάνιου, παίζει να είναι κι ο μοναδικός που έχεις αφήσει να υπάρχει μέσα στο σπίτι μιας που απέφευγες να έρθεις αντιμέτωπη με τον εαυτό σου, και βλέπεις….. Σηκώνεις τα μάτια που λες κι έχουν βαρύνει κι αυτά από τα πολλά συναισθήματα που κατάπινες όλον αυτόν τον καιρό και λες αυστηρά και με ύφος δασκάλας: ” Ως εδώ κοριτσάκι. Ή πήγαινε κι άνοιξε έναν τάφο και μπες μέσα για να μην είσαι βάρος στον εαυτό σου, στον σύντροφό σου, στο παιδί σου, στους ανθρώπους που αγαπάς και σ’ αγαπάνε ή ξύπνα”. Κι επειδή η ζωή είναι γεμάτη γλύκα και δώρα και το θάρρος σου είναι περισσότερο από αυτό που χρειάζεται για να ανοίξεις εκείνον τον τάφο που λέγαμε, αποφασίζεις πως δεν θα θυσιάσεις άλλη ενέργεια και θα παλέψεις. Κι εύχεσαι μονάχα να βρεθεί κάποιος που να σε πάρει από το χέρι να σε βοηθήσει να βρεις από που πρέπει να ξεκινήσεις και πως να μάθεις να πιάνεσαι και να κρατιέσαι. Κι ας βρέθηκαν εντωμεταξύ πολλοί που σου είχαν απλώσει τα χέρια τους. Τους το είχες αρνηθεί τότε και τώρα ντρέπεσαι να το ξαναζητήσεις, νιώθεις ότι οφείλεις εξηγήσεις γι’ αυτό. Έτσι δεν θες αυτά, θες κάτι άλλο άγνωστο που να μην χρειάζεται να πεις τίποτα από το παρελθόν σου παρά μόνο αν το θελήσεις ή αν προκύψει τέτοια ανάγκη.

Και ο Θεός σου, το σύμπαν, η ζωή, η φύση ή δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο σε ακούει και σου στέλνει αυτό το χέρι. Αρκούσε ένας καφές ένα χειμωνιάτικο απόγευμα για να το συναντήσεις. Και ρε παιδιά αυτό το χέρι δεν ήταν μόνο του αλλά συνοδευόταν από κάτι καθαρά μάτια μεγάλα κι ένα χαμόγελο που δεν είχα ξεχάσει να βλέπω σε ανθρώπους. Κι ήταν εκεί σαν να με περίμενε από καιρό κι απλώς εγώ δεν είχα κοντοσταθεί ποτέ να κοιτάξω. Και χωρίς δεύτερη σκέψη, οι δεύτερες σκέψεις να ξέρετε δεν είναι πάντα σωστές κάποιες φορές είναι μόνο δικαιολογίες, απλώνω κι εγώ το δικό μου χέρι για να το πιάσει. Κι εκείνη το γραπώνει χωρίς ίχνους δισταγμού κι αρχίζει να εξαφανίζεται το καφετί χρώμα της γριάς κάμπιας που λέγαμε και ξεκινάει το ταξίδι της μεταμόρφωσης…. Κι αρχίζω πάλι να ελπίζω. Όχι φίλε. Όχι πάλι ελπίδα. Τώρα έχω δουλειά να κάνω. Μην μου φύγει κι αυτό το χέρι, μπορεί να είναι το τελευταίο που μου απλώθηκε άλλα δεν χρειάζεται να το μάθω. Και ξεκινάμε ένα ταξίδι μαζί.

Το χέρι αυτό ανήκει στην φίλη μου. Δεν είναι μια συμβατική φίλη που μπορείς να σκύψεις το κεφάλι σου και να πεις τον πόνο σου. Αν θες να την προλάβεις αυτή την φίλη πρέπει να κοιτάξεις μέσα σου, να γιατρέψεις τον πόνο σου για να την ακολουθήσεις. Γιατί το βλέπεις ότι θέλει να σε σώσει. Δεν μπορεί να το ρισκάρεις να την χάσεις, θα είναι αυτοκτονία.

Λίγο καιρό μετά αυτή η φίλη είναι ακόμα εδώ με το χέρι απλωμένο….ή μήπως όχι? Δεν διακρίνεται καλά γιατί αυτή η φίλη είναι τόσο μάγκας που σ’ έχει κάνει τόσο δυνατή και σίγουρη ώστε να την θες μονάχα και να μην την χρειάζεσαι. Σου δίνει την αίσθηση ότι το χέρι της πάντα εκεί κάπου κολλημένο στο σώμα της θα βρίσκεται αλλά εσύ δεν το χρειάζεσαι για να συνεχίσεις. Δεν ήθελε να γίνει πατερίτσα σε έναν ανάπηρο ήθελε να του δώσει πόδια να περπατάει και να τρέχει μόνος του. Αν βρείτε λοιπόν μια τέτοια φίλη να την κρατήσετε με σεβασμό κι αξιοπρέπεια. Εγώ την βρήκα. Κι όσο κι αν κρατήσει θα είναι σαν να κράτησε για πάντα. Γιατί τα πόδια μου θα τα έχω για πάντα και θα πρέπει να μην ξεχάσω ότι τα ανακάλυψα ξανά επειδή εκείνη μου τα έδειξε. Και μην νομίζετε πως τα βρίσκω πάνω της όλα τέλεια. Ξέρω πως δεν είναι και γι’αυτό την αγαπάω περισσότερο.

Κι αν ποτέ η κάμπια γίνει πεταλούδα να ξέρετε αυτή θα έχει βάλει γερά θεμέλια!!!