Η Μυρσίνη τον αντάμωσε για πρώτη φορά στη βρύση. Εκείνη περίμενε στη σειρά με το σταμνί της για να πάρει νερό κι εκείνος πιο δίπλα με το άλογό του. Περαστικός από το χωριό, κανένας δεν τον γνώριζε. Μα είχε δυο μάτια μαύρα που πετούσαν σπίθες και δεν τα ξεχνούσες εύκολα.
Του έδωσε την σειρά της για να ποτίσει το ζωντανό κι εκείνος την ευχαρίστησε μ’ ένα χαμόγελο που της σημάδεψε την καρδιά για πάντα. Κι άρχισε να φτερουγίζει για πρώτη φορά κι η Μυρσίνη ήταν άμαθη στον έρωτα και τρόμαξε που δεν ήξερε τι της συμβαίνει. Μα αυτός ήρθε ξανά και ξανά και απ’ όλες τις κοπέλες μόνο σ’ εκείνη χαμογελούσε. Κι εκείνη χαμήλωνε τα μάτια κι ένιωθε το στομάχι της να την καίει, κι η καρδιά της χόρευε. Μα τα μάγουλά της φανέρωναν το μυστικό της έτσι όπως πύρωναν με κάθε του βλέμμα.
Ένα απόγευμα κατέβηκε στον ποταμό να πλύνει τα ρούχα. Ήτανε Αύγουστος και ο ήλιος έκαιγε κι ας είχε χαμηλώσει. Ζαλίστηκε και κάθισε για λίγο στον ίσκιο του πλάτανου να ξαποστάσει. Χωρίς να το καταλάβει την τύλιξε ένας ύπνος γλυκός, βαθύς. Παραδομένη όπως ήταν δεν κατάλαβε πόση ώρα πέρασε. Ένα απαλό χάδι στο πρόσωπο την ξύπνησε και είδε μπροστά της τα δυο μαύρα μάτια που με τις σπίθες τους άναψαν πυρκαγιά στην καρδιά της. Έβγαλε μια πνιχτή κραυγή μα εκείνος έσκυψε και την φίλησε στον λαιμό κι η Μυρσίνη ένιωσε ρίγη στην ραχοκοκαλιά της. Δεν είπαν λέξη. Εκείνη αφέθηκε στα χάδια του σαν μεθυσμένη, σαν υπνωτισμένη. Σαν να μην ξύπνησε καθόλου κι όλα ήταν στ’ όνειρό της. Μια γλυκιά μέθη την έκανε να χαμογελά. Έτρεμε στα χέρια του μα χαμογελούσε. Κι εκείνος ήταν τρυφερός μαζί της. Μα ‘κείνα τα μάτια του…
Η Μυρσίνη ξάφνου ξύπνησε και πετάχτηκε επάνω τρομαγμένη. Κοίταξε γύρω μα δεν έβλεπε τίποτα, πίσσα μαύρο το σκοτάδι. Μαύρο… Σαν τα μάτια του… Τι όνειρο ήταν αυτό που την πλάνεψε τόσο και την βύθισε σε τέτοιον ύπνο! Πώς θα γύριζε τώρα στο σπίτι της; Μα έμοιαζε τόσο αληθινό… Μήπως ήταν αληθινό; Το μυαλό της ήτανε ζαλισμένο. Δεν μπορούσε να ξεχωρίσει το όνειρο από την πραγματικότητα.

Όταν λίγους μήνες μετά ένιωσε κάτι να σαλεύει μέσα της, κατάλαβε. Σιγουρεύτηκε. Δεν ήταν όνειρο… Μα ‘κείνον δεν τον είχε δει ποτέ ξανά. Μάταια περίμενε κάθε μέρα να τον συναντήσει στη βρύση. Δεν φάνηκε ποτέ. Δεν ήξερε τίποτα για αυτόν. Ούτε το όνομα του! Μόνο αυτά τα μαύρα μάτια του… Και τώρα; Τι θα γινόταν τώρα; Δεν μπορούσε να το πει στους γονείς της. Τι να τους πει; Δεν το σκέφτηκε πολύ. Έγραψε ένα γράμμα στα γρήγορα, μάζεψε λίγα ρούχα κι έφυγε. Η ντροπή ήταν πιο μεγάλη από τον φόβο.

Στην πόλη είχε μια θεία, ξαδέρφη της μάνας της, χήρα, χωρίς παιδιά. Την αγαπούσε πολύ την Μυρσίνη κι εκείνη της είχε αδυναμία. Ήταν το μόνο καταφύγιο που μπόρεσε να σκεφτεί. Όντως η θεία της την καλοδέχτηκε και η Μυρσίνη με αναφιλητά ξεστόμισε δυο μόνο λέξεις «Είμαι έγκυος!» κι ύστερα δεν είπε τίποτα άλλο. Η θεία της την καθησύχασε και της υποσχέθηκε πως θα την βοηθήσει σε ότι χρειαστεί.
Λίγες μέρες μετά πήγε και μίλησε στους γονείς της, όπως συμφώνησαν με την Μυρσίνη. Ο πατέρας της έξαλλος φώναζε ξανά και ξανά «Ποιος είναι αυτός που μαγάρισε την κόρη μου;» Εκείνος άλλα σχέδια είχε για την μοναχοκόρη του. Τώρα το μόνο που τον ένοιαζε ήταν πως θα βγει στην κοινωνία. Λίγη ώρα μετά είχε πάρει τις αποφάσεις του. Η Μυρσίνη θα έμενε στο σπίτι της θείας της ως που να γεννήσει. Έτσι δεν θα μάθαινε κανένας στο χωριό για την εγκυμοσύνη της. «Και μετά;» τον ρώτησε η γυναίκα του. «Μετά βλέπουμε…» απάντησε μα φαινόταν πως εκείνος ήξερε ήδη το μετά.
Ως που να γεννήσει η Μυρσίνη, οι γονείς της δεν την επισκέφτηκαν ούτε μια φορά. Η μάνα της κάθε τόσο έπεφτε στα πόδια του άντρα της και τον παρακαλούσε να πάνε να δουν το κορίτσι τους, έστω να την αφήσει να πάει μονάχη της, μα ‘κείνος ήταν άκαμπτος σα σίδερο.
Η Μυρσίνη όλους αυτούς τους μήνες έμεινε κλεισμένη στο σπίτι, δεν έτρωγε, δεν μιλούσε, ίσα που ανέπνεε. Κι έκλαιγε, μόνο έκλαιγε.

Όταν ξεκίνησαν οι πόνοι, η θεία της πρώτα ειδοποίησε την μάνα της κι ύστερα φώναξε τη μαμή. Μα το μωρό δεν κατέβαινε και η Μυρσίνη κοιλοπονούσε για ώρες. Ούρλιαζε από τους πόνους μα δεν γινόταν τίποτα. Ξημέρωσε η επόμενη μέρα και το μωρό ακόμα δεν είχε έρθει. Κι η Μυρσίνη εξαντλημένη παρακαλούσε να ελευθερωθεί. Λίγο πριν παραδοθεί εξουθενωμένη ένιωσε να αδειάζει, να ελευθερώνεται κι έκλεισε τα μάτια της. Μα πριν τα κλείσει άκουσε ένα κλάμα σπαρακτικό που της φάνηκε σαν την πιο γλυκιά μελωδία!

Ώρες αργότερα όταν άνοιξε ξανά τα μάτια της όλα ήταν θολά. Ήταν ζαλισμένη, σα να μην ήξερε που βρισκόταν. Ανοιγόκλεισε τα μάτια της πολλές φορές και προσπάθησε να δει καθαρά. Είδε τον πατέρα της καθισμένο δίπλα της με ύφος σκοτεινό και πιο πέρα τη μάνα και την θεία της να κλαίνε σιωπηλά.
«Τι… Τι έγινε; Πατέρα; Το μωρό; Που είναι το μωρό;» ψέλλισε και το στόμα της ήταν στεγνό σαν χαρτί.
«Το μωρό κόρη μου, γεννήθηκε πεθαμένο μετά από τόσες ώρες που κοιλοπονούσες.» είπε σοβαρός, ανέκφραστος.
Η κραυγή της έσκισε την ησυχία της νύχτας. Η μάνα της έτρεξε κοντά της, μα ο πατέρας της την εμπόδισε κοιτάζοντάς την αυστηρά. Η γυναίκα κατέβασε το κεφάλι και γύρισε στη θέση της. Η Μυρσίνη πνιγόταν μέσα στους λυγμούς της. Μα ξαφνικά μέσα στο θολωμένο της μυαλό, θυμήθηκε… Το κλάμα του, άκουσε το κλάμα του! Δεν γίνεται να γεννήθηκε πεθαμένο.
Δεν είπε τίποτα. Την ίδια κιόλας μέρα ετοίμασαν τα πράγματά της για να φύγουν. Ο πατέρας της δεν έφυγε στιγμή από το προσκεφάλι της, παραφυλούσε σαν μαντρόσκυλο. Η Μυρσίνη δεν έβγαλε κουβέντα ως που έφτασαν στο σπίτι. Κράτησε μόνο εκείνο το τελευταίο βλέμμα της θείας της. Εκείνο το βλέμμα που της επιβεβαίωσε τις υποψίες και της έδωσε ελπίδα. Έπρεπε να σκεφτεί. Χρειαζόταν χρόνο.

Μόλις γύρισαν στο σπίτι τους η Μυρσίνη κλείστηκε στο δωμάτιό της χωρίς να πει κουβέντα. Πονούσε όλο της το κορμί. Μα πιο πολύ πονούσε η ψυχή της. Έσφιξε το μαξιλάρι με όλη της την δύναμη και περίμενε, περίμενε να νυχτώσει… Στο μυαλό της γύριζαν ‘κεινα τα δυο μαύρα μάτια. Πού να ‘ταν άραγε… Κι ύστερα έδιωχνε τη σκέψη. Μόλις σιγουρεύτηκε πως ο πατέρας της είχε αποκοιμηθεί τυλίχτηκε το παλτό της και βγήκε από το σπίτι.

«Θεία πες μου, σε ξορκίζω, ξέρω πως το μωρό μου γεννήθηκε ζωντανό! Τι το κάματε; Πού είναι;» την κοίταζε μέσα στα μάτια ικετευτικά.
«Ότι σου ‘πε ο πατέρας σου κόρη μου…» η γυναίκα χαμήλωσε το βλέμμα.
«Θεία! Σε παρακαλώ! Ο πατέρας μου μου ‘πε ψέματα. Κι εσύ ξέρω πως ξέρεις την αλήθεια! Πες μου σε παρακαλώ, που είναι; Μην τον φοβάσαι, δεν θα σε πειράξει…»
«Αχ κόρη μου! Δεν φοβάμαι για μένα… Αλλά θα σου πω γιατί δεν το θέλω το άδικο, κι εσύ κάμε ότι νομίζεις…»

Δύο ώρες μετά, η Μυρσίνη βρισκόταν έξω από ένα αρχοντικό. Είχε περπατήσει δυο ώρες μες στη νύχτα με το μυαλό άδειο, παγωμένο. Δεν σκεφτόταν τίποτα. Μόνο το πρόσωπό του ήθελε να δει και να το κρατήσει στην αγκαλιά της.
Πέρασε την αυλόπορτα και πλησίασε το παραθύρι. Κοίταξε δειλά μέσα από το τζάμι. Όμορφο ζεστό σπιτικό. Και πλούσιο, πολύ πλούσιο φαινόταν. Στάθηκε εκεί για ώρα να περιεργάζεται κάθε γωνιά του σπιτιού, ψάχνοντας ένα σημάδι πως ήταν εκεί το μωρό της. Δεν υπήρχε κανείς. Μα τότε ξαφνικά μια γυναίκα μπήκε στο δωμάτιο και στην αγκαλιά της κρατούσε ευλαβικά ένα μωρό τυλιγμένο σε μια γαλάζια κουβερτούλα. Η Μυρσίνη ένιωσε τα σωθικά της να σκίζονται στα δυο κι από τον πόνο διπλώθηκε. Δάγκωσε το χέρι της για να μην ουρλιάξει, ως που το μάτωσε. Αγόρι, είχε γεννήσει ένα αγόρι! Κοίταξε λίγο καλύτερα προσπαθώντας να δει το πρόσωπό του μα δεν τα κατάφερε. Έπρεπε να το πάρει, έπρεπε! Ήταν το μωρό της. Ίσιωσε το κορμί της κι ήταν έτοιμη να πάει να χτυπήσει την πόρτα. Μα τότε μπήκε στο δωμάτιο ένας άντρας. Πλησίασε την γυναίκα και το μωρό και τους έκλεισε προστατευτικά μέσα στην αγκαλιά του. Τους έδωσε από ένα τρυφερό φιλί και τα μάτια του έλαμπαν. Η Μυρσίνη έκανε ένα βήμα πίσω.
«Οικογένεια! Είναι οικογένεια… Εγώ τι έχω να του προσφέρω; Πώς θα το μεγαλώσω; Εδώ θα τα ‘χει όλα…» οι σκέψεις τής τρυπούσαν το μυαλό κι είχε μαρμαρώσει στη θέση της. Η παγωνιά της καρδιάς της ξεπερνούσε την παγωνιά της νυχτιάς. Από τα μάτια της έτρεχαν καυτά δάκρυα που έσταζαν στο χώμα. Και για μια στιγμή ονειρεύτηκε το προσωπάκι που δεν είδε ποτέ, την μυρωδιά που δεν ακούμπησε ποτέ τα ρουθούνια της και το βελούδινο δέρμα που δεν χάιδεψε ποτέ με τα ακροδάχτυλά της. Κι ύστερα έκλεισε τα χέρια της σε μια αγκαλιά… Άδεια αγκαλιά…