-Τι έπαθε αυτή πάλι και ωρύεται; Που πας και βρίσκεις φιλενάδες, βρε γιαβρί μου, μόνο ο Θεός το ξέρει.
-Έφυγε ο καλός της για τα μάτια μιας άλλης και τώρα θέλει να γυρίσει πίσω. Όμως, δεν θέλει να γυρίσει από μόνος του, αλλά η άλλη τον στέλνει πίσω στο σπίτι του. Από τη μια τον πήρε κι από την άλλη τον διώχνει.
-Αχ, τι με θύμησες τώρα, γιαβρί μου! Κάτσε να σε πω μια ιστορία.

Εμείς, τα πρώτα χρόνια που ήρθαμε από τ’ Αϊβαλί, εγκατασταθήκαμε στη Μυτιλήνη, στο συνοικισμό, κοντά στο νεκροταφείο. Εκεί έγιναν όσα θα σε πω. Ο Λευτέρης ήταν δυο μέτρα παλήκαρος στα νιάτα του. Περπατούσε και τρέμανε τα καλντερίμια. Όμορφος, γεροδεμένος, ψηλός, καλός και εργατικός. Όλες τον θέλανε για άντρα τους, αυτός, όμως, μάτια είχε μόνο για την Ασπασία. Όμορφη, με μάτια σαν καθρέφτες και μια ψυχή διαμάντι. Την αγάπησε, τον αγάπησε, παντρεύτηκαν και κάνανε σπιτικό και βιος και δυο παιδιά από τα πιο όμορφα και τα πιο καλά του νησιού.

Ους ο Θεός συνέζευξε άνθρωπος μη χωριζέτω
, λέει το ευαγγέλιο. Μα ο άνθρωπος είναι περίεργο πλάσμα. Το καλοκαίρι του 1927 μετακόμισε απέναντι από το σπίτι μας η Μέλπω. Μια γυναίκα με όλα τα γράμματα κεφαλαία. Παρότι προσφυγοπούλα ήταν πολύ μορφωμένη, από πλούσια οικογένεια, με πατέρα γιατρό και μητέρα δασκάλισσα. Ατύχησε στο γάμο της, γιατί ο κύρης της θαλασσοπνίγηκε σαράντα μέρες αφού παντρεύτηκαν και την άφησε μοναχή της. Η Μέλπω δούλευε στο νοσοκομείο και έκανε μόνη της το κουμάντο της. Θεός ή διάολος, δεν ξέρω ποιος έβαλε το χέρι του, και ο Λευτέρης τη γνώρισε τότε που η Ασπασία μπήκε στο νοσοκομείο για σκωληκοειδίτιδα.

Από τα μάτια πιάνεται, στα χείλη κατεβαίνει
κι από τα χείλη στην καρδιά ριζώνει και δεν βγαίνει.

Ο Λευτέρης την αγάπησε και την πρόσεχε σαν την κόρη του ματιού του. Μόνο που ο άνθρωπος, γιαβρί μου, έχει δυο κόρες. Και η κόρη του άλλου του ματιού ήταν η Ασπασία. Η Μέλπω κι αν τον αγάπησε! Δεν τολμούσε να πει κουβέντα μην τυχόν και του κάνει ζημιά! Ξέρεις εσύ αγαπητικιά να μη θέλει να χωρίσει ο εραστής της για να τον έχει αυτή; Η Μέλπω ήταν έτσι. Αγάπη ακούραστη, γεμάτη προσφορά και σεβασμό και καλοσύνη, αγάπη με όλη τη σημασία της λέξης. Μόνο το καλό του είχε για οδηγό σε όλα.

Άρχισαν λοιπόν να βλέπονται κρυφά. Ο Λευτέρης τυραννιόταν στη δουλειά και κουραζόταν και η Μέλπω έκανε αυτό που δεν ήξερε να κάνει η Ασπασία. Του άδειαζε τα βάρητα. Τον άκουγε. Τον ηρεμούσε με τη γλυκιά της την κουβέντα, με την αγάπη της, με την ορθάνοιχτη αγκαλιά της και πάντα με τον καλό το λόγο για την Ασπασία! «Σώσε το σπίτι σου, η ζωή σου είναι εκεί και η γυναίκα σου είναι καλή. Έχεις παιδιά να κοιτάξεις και να μην τα πονέσεις. Πρόσεχε μη μάθει τίποτα η Ασπασία. Όχι για μένα, τζιέρι μου, μα για σένα. Εγώ σήμερα είμαι κι αύριο δεν είμαι.» Κι όσο τον έδιωχνε με τον γλυκό της τρόπο, για να μην τον πληγώσει, να μην τον πονέσει, τόσο εκείνος δεν έφευγε. «Μέλπω, δεν αντέχω άλλο. Γυρνάω και δεν βρίσκω τίποτα. Ούτε μια καλή κουβέντα, ούτε μια αγκαλιά. Ένα πιάτο φαΐ πάνω στο τραπέζι και μια πλάτη γυρισμένη στο κρεβάτι μου. Δεν αντέχω σου λέω.» έλεγε ο Λευτέρης. «Ήταν καλομαγειρεμένο και ζεστό το φαγητό;» «Ναι. Ήταν.» «Και τι είναι, πασά μου, το φαγητό αν δεν είναι απόδειξη αγάπης και φροντίδας; Καλομαγειρεύουμε και το κρατάμε ζεστό μόνο γι’ αυτούς που αγαπάμε. Μην αγανακτείς, λοιπόν, και πήγαινε να την καλοπιάσεις κι εσύ λιγάκι και θα δεις που θα μαλακώσει.»

Τέτοια ήταν η Μέλπω. Τη θυμάμαι εδώ στον καναπέ και να μου μιλάει με ένα χαμόγελο γεμάτο καλοσύνη και βλέμμα γεμάτο αγάπη: «Ελένη μου, ο Θεός να τον έχει καλά. Αυτό μονάχα. Δεν είμαι εγώ η ζωή του. Εγώ είμαι για να ξαποσταίνει, να αδειάζει λίγο τα βάρη του. Κι εγώ με τη σειρά μου μοιράζομαι διώχνω λίγο τη μοναξιά μου. Λίγο το ‘χεις, να έχεις έναν άνθρωπο να ταιριάζουν οι ψυχές σας και να λες δυο κουβέντες παραπάνω; Τα κορμιά μη τα βάζεις στο λογαριασμό. Από χάδια και αγάπες χόρτασα από τον μακαρίτη κι ας μην μείναμε πολύ μαζί. Ο Λευτέρης παραπονιέται για την Ασπασία, όμως εκείνη και τα παιδιά είναι η ζωή του.» Έλεγε το όνομά του και φωτιζόταν το πρόσωπό της. Τον θαύμαζε, τον κοίταζε σαν να έβλεπε τον Θεό τον ίδιο. Κι εκείνος δεν πήγαινε πίσω. Πήγαινε στο μαραγκούδικο του παππού σου και μιλούσαν με τις ώρες για τη Μέλπω. «Κωνσταντή, δεν καταλαβαίνεις τι θα πει η γυναίκα που αγάπησες κι έκανες παιδιά μαζί της να σε κοιτάζει με βλέμμα αδιάφορο, να μη μιλάτε σχεδόν. Η Μέλπω δεν περιμένει τίποτα από μένα και όμως εκτιμάει την κούρασή μου, με λέει δυο λόγια παρηγοριάς και πάντα με τον καλό το λόγο. Και αυτή η ματιά της μέσα στη ζεστασιά και το χαμόγελο. Με σφίγγεται η καρδιά μου όποτε με στέλνει με κατανόηση στην Ασπασία.»

Το ένα έφερε τ’ άλλο και ο Λευτέρης κουράστηκε με το δίπορτο. Ένα βράδυ πήγε στη Μέλπω και δεν γύρισε στο σπίτι του. Έμεινε εκεί. Όμως, ο διάολος έσπασε το ποδάρι του και έφτασαν τα μαντάτα στ’ αυτιά της Ασπασίας. Τι να σου πω, γιαβρί μου. Να μην ξέρεις ποιον να λυπηθείς περισσότερο. Ο Λευτέρης πήγε να πάρει όλη την ευθύνη πάνω του για να μη βρει μπελά η Μέλπω. Η Ασπασία από την άλλη τον έδιωξε από το σπίτι χωρίς να πει κουβέντα παραέξω. Μα οι φήμες έτρεχαν. Αυτός ο αναθεματισμένος ο Παντελής, που ζήλευε σαν δαίμονας, αυτός έκανε τη ζημιά. Αυτός παραφύλαξε τον Λευτέρη μέχρι να τον δει να φεύγει. Μα ο Λευτέρης δεν έφυγε.

Η Μέλπω μάζεψε μια βαλίτσα και έτσι αθόρυβα όπως ήρθε, έτσι και έφυγε από τη Μυτιλήνη. Ήρθε και με βρήκε η ψυχοκόρη της και μου έδωσε ένα γράμμα, σαν να όφειλε κάπου να δώσει μια εξήγηση.

«Ελένη μου, φεύγω. Ξέρω πως θα σφάζει ο πόνος τον Λευτέρη μου, αλλά σαν συνέλθει θα τα βρει με την Ασπασία. Δεν είναι κακός ο Λευτέρης, ούτε πρόστυχος. Δεν ήρθε να απιστήσει για να κάνει το κέφι του μαζί μου. Κατανόηση ήθελε κι έναν άνθρωπο να του λέει μια κουβέντα για να μπορεί να πάρει δύναμη για να προχωράει παραπέρα στη ζωή του. Αυτό έκανα. Την ψυχή του γλύκαινα για να ελαφρώνει. Σε ότι έχω ιερό, Ελένη μου, σου ορκίζομαι ότι δεν θέλω να κλείσει το σπίτι του, γι’ αυτό φεύγω. Δεν με νοιάζει τι θα πουν οι άλλοι, μα εσύ είσαι δικός μου άνθρωπος. Μια χάρη θα σε ζητήσω μόνο. Να πας να πιάσεις την Ασπασία και να της πεις να πάρει πίσω τον άντρα της. Κι ότι, εγώ, η Μέλπω, η άλλη, της στέλνω μήνυμα πως ο άντρας της την αγαπάει και ποτέ δεν την μείωσε, ούτε μίλησε προσβλητικά για εκείνη. Ο Λευτέρης είναι άνθρωπος που δεν θέλει πολλά για να είναι χαρούμενος. Δυο κουβέντες γλυκές και λίγο να ξαποσταίνει πλάι της. Αυτό μόνο. Ο Λευτέρης θαρρεί πως μ’ αγαπάει, μα την Ασπασία αγαπάει στ’ αλήθεια. Αν θέλει εκείνη να κρατήσει τον γάμο της θα το καταφέρει. Σα φτάσω στην Αθήνα και εγκατασταθώ με το καλό θα σου στείλω τη διεύθυνσή μου, να γράφουμε δυο λέξεις να μαθαίνω νέα σας. Σε φιλώ. Μέλπω.»

-Πήγες, γιαγιά; Βρήκες την Ασπασία;
-Πήγα. Της έδωσα το γράμμα και το διάβασε. Κράτησε το γινάτι της για την τιμή των όπλων καμιά βδομάδα και μετά έφερε πίσω τον Λευτέρη. Μα ο Θεός είχε άλλα σχέδια. Η Ασπασία ήταν φιλάσθενη και δυο χρόνια μετά αρρώστησε βαριά με πνευμονία και πέθανε μέσα σε έναν μήνα. Μα τον Λευτέρη δεν τον άφησε έτσι. Όταν κατάλαβε πως ερχόταν το τέλος της έστειλε τον γιο της και με φώναξε. Με σταύρωσε να βρω τη Μέλπω και να της στείλω γράμμα να γυρίσει στο νησί.

«Ελένη, δεν θέλω να μείνει μοναχός του ο Λευτέρης και η Μέλπω απαρνήθηκε τον ίδιο της τον εαυτό για να μη χαλάσει το δικό μου σπίτι. Ποια το κάνει αυτό αν δεν αγαπάει τον άλλον; Με έκανε να δω τον άνθρωπό μου αλλιώς. Μου το ‘φτιαξε το σπίτι μου, γι’ αυτό κι εγώ σε άλλα χέρια δεν το εμπιστεύομαι. Βρες την και πες της να γυρίσει. Τελευταία χάρη στο ζητάω για τον Λευτέρη μου.»

-Και; Γύρισε η Μέλπω;
-Γύρισε. Παντρεύτηκε τον Λευτέρη και ζήσανε μαζί κοντά τριάντα χρόνια. Παιδιά δεν κάνανε, αλλά η Μέλπω είχε σαν δικά της τα παιδιά της Ασπασίας. Σαν πέθανε ο Λευτέρης τα παιδιά του την συντρέξανε ως τα τώρα που έφυγε κι αυτή. Και για πες με εσύ, ήταν η Μέλπω αγαπητικιά απ’ αυτές που κλείνουν σπίτια; Ήταν ο Λευτέρης άπιστος; Δεν ξέρω. Δεν έχω ιδέα. Η ζωή, κοκόνα μου, δεν ξέρεις πως τα φέρνει. Δες, δυο γυναίκες αγάπησαν τον ίδιο άντρα και πως τα έφερε η ζωή δέθηκε και με τις δυο. Η φίλη σου την ξέρει αυτή την άλλη; Ξέρεις τι της βρήκε αυτός; Πες στη φιλενάδα σου την ιστορία της Μέλπως, μήπως χρειάζεται κι αυτή να δει τον άντρα της αλλιώς, ναι;