Τα πάντα ήταν ήσυχα γύρω της. Εκτός από τον ασταμάτητο, ρυθμικό χτύπο, του μηχανήματος που μετρούσε τους παλμούς της καρδιάς της, τίποτα άλλο δεν ακουγόταν. Άνοιξε τα βλέφαρα της. Το έντονο φως του προβολέα από πάνω της, την τύφλωσε. Περίμενε έως ότου τα μάτια της, συνήθισαν στο έντονο φως της λάμπας. Προσπάθησε να κουνήσει τα μέλη της αλλά ένας οξύς, δυνατός πόνος διαπέρασε κάθε κύτταρο του κορμιού της. Γύρισε το κεφάλι από την άλλη. Το πονεμένο βλέμμα της έπεσε στο αλυσοδεμένο χέρι της. Κάποιος την είχε δέσει.

Ανασήκωσε το κεφάλι και έριξε μια ματιά ολόγυρα της, αυτή την φορά, προσπαθώντας να διακρίνει κάτι μέσα στο σκοτάδι. Μάταια όμως. Το μόνο φως προερχόταν από τον προβολέα που έπεφτε πάνω της. Κατέρρευσε ξανά στο κρύο σιδερένιο κρεβάτι που ήταν δεμένη. Τα μάτια της, την έτσουζαν από τα δάκρυα που πάσχιζαν να ελευθερωθούν.
Ξαφνικά, στα αυτιά της έφτασαν ήχοι από βήματα. Συγκεντρώθηκε περισσότερο για να μπορέσει να διακρίνει και κάποιον άλλο θόρυβο, αλλά το μόνο που ακουγόταν ήταν τα βήματα που ολοένα και την πλησίαζαν. Ξεροκατάπιε τρομαγμένη.

«Πως αισθάνεσαι καλή μου;» ο δόκτωρ Φρανκ Ενστάιν στάθηκε από πάνω της απειλητικά, με το τρελό του χαμόγελο να κοσμεί το πρόσωπο του.
«Τι μου έκανες; Άφησε με να φύγω» του είπε η κοπέλα τραβώντας τα δεσμά της. Ο δυνατός πόνος διαπέρασε και πάλι όλο το σώμα της.
Ο δόκτωρ Φρανκ, άπλωσε το χέρι του και την ακούμπησε στο στήθος.
«Ησύχασε. Δεν σε ωφελεί και τίποτα να παλεύεις. Κάνεις περισσότερο κακό στον εαυτό σου»

Τον είδε να κάνει τον γύρο του σιδερένιου κρεβατιού της και να σταματάει στην άλλη πλευρά. Εκεί ο άντρας έπιασε μια σύριγγα, γεμάτη με ένα μαύρο υγρό, από ένα χειρουργικό τραπεζάκι που η γυναίκα δεν είχε προσέξει νωρίτερα. Της ανέβασε το μανίκι και κάρφωσε την σύριγγα στο δέρμα της.
«Όχι» ούρλιαξε η κοπέλα. «Σταμάτα»
Το υγρό έβαψε μαύρες τις φλέβες της, καθώς διαλυόταν στο αίμα της. Το δέρμα της, άρχισε να σκάει σε πολλά σημεία, δημιουργώντας βαθιές πληγές που ανάβλυζαν ένα δύσοσμο υγρό. Το στόμα της ξεράθηκε. Χολή αντικατέστησε το σάλιο της, ενώ τα μάτια της, που ήταν έτοιμα να πεταχτούν από τις κόγχες τους, έκαιγαν.
Ο γιατρός την χάιδεψε στο κεφάλι.
«Σσς» της είπε. «Μην το πολεμάς. Άφησε το να σε κυριέψει»
Η κοπέλα τον κοίταξε με τα φλεγόμενα μάτια της.
«Τι είναι αυτό; Τι μου έκανες;» η πονεμένη φωνή της, έφτασε σαν απαλός ψίθυρος στα αυτιά του.
Ο δόκτωρ γέλασε, κάνοντας όσο αίμα είχε παραμείνει στο σώμα της, να παγώσει.
«Απλώς δοκιμάζω μία καινούργια ανακάλυψη που έκανα πρόσφατα. Ελπίζω να μην μου πεθάνεις κι εσύ»
Τα μάτια της κοπέλας, γούρλωσαν από τον τρόμο που της προκάλεσαν τα λόγια του.
«Τι μου έδωσες;» τον ρώτησε βραχνά.
Ο δόκτωρ γέλασε.
«Λίγο ορό. Από αυτόν που ανασταίνει νεκρούς» της είπε και το τρελό γέλιο του ήχησε στον χώρο.
Τα δάκρυα που συγκρατούσε τόση ώρα η νεαρή γυναίκα, ξεχύθηκαν επιτέλους από τα μάτια της. Έκαψαν το δέρμα της όπου το ακούμπησαν. Έσταξαν στο σιδερένιο κρεβάτι και το έλιωσαν, αφήνοντας πίσω τους δύο μικρές τρύπες.
«Άφησε με να φύγω» του είπε παρακαλώντας τον.
Ο δόκτωρ κούνησε απογοητευμένος το κεφάλι του.
«Δυστυχώς δεν μπορώ να κάνω κάτι τέτοιο. Όχι ακόμα τουλάχιστον. Κάτι πήγε λάθος»
«Τ- τι εννοείς;» τον ρώτησε.
Ο άντρας πήρε μια βαθιά ανάσα και τις έπιασε το χέρι, αποφεύγοντας να ακουμπήσει τις ανοιχτές δύσοσμες πληγές.
«Ο ορός, έπρεπε να σε αναστήσει. Ο οργανισμός σου αντέδρασε λάθος. Σαπίζεις από μέσα προς τα έξω. Με γρήγορους ρυθμούς μάλιστα. Το ίδιο συνέβη και με τους προηγούμενους. Όταν η διαδικασία αυτή σταματήσει, δεν θα είσαι ποια η ίδια. Θα λαχταράς σάρκα. Υποτίθεται πως δεν θα γινόταν αυτό. Πρέπει να βρω τι πήγε στραβά»

Η κοπέλα προσπάθησε να σηκωθεί. Οι αλυσίδες μπήχτηκαν στην σάρκα της κάνοντας την να ουρλιάξει από την οδύνη. Ήθελε να κομματιάσει το πρόσωπο του δόκτορα.
«Πόσους έχεις κάνει σαν εμένα;» του φώναξε.
Ο δόκτωρ Φρανκ Ενστάιν, άπλωσε το χέρι του στο χειρουργικό τραπεζάκι και έπιασε ένα τηλεχειριστήριο. Με το πάτημα ενός κουμπιού τα φώτα άναψαν. Η κοπέλα είδε στα αριστερά της, την γυάλινη φυλακή όπου άνθρωποι, ή ότι ήταν τέλος πάντων, ξέσκιζαν ο ένας τις σάρκες του άλλου και τρέφονταν με αυτές. Αυτό που της προκάλεσε μεγαλύτερη φρίκη όμως βρισκόταν πίσω από τον καθηγητή.
Πάνω από εκατό άτομα, βρίσκονταν κρεμασμένα ανάποδα. Το δέρμα τους ήταν μαύρο και σκασμένο σε αρκετά σημεία όπως το δικό της. Το ίδιο δύσοσμο υγρό έσταζε από τις πληγές τους, στο πάτωμα. Η μπόχα που έφτασε στα ρουθούνια της ήταν ανυπόφορη. Ένα μικρό μηχάνημα, μετρούσε τους παλμούς τους και τους προμήθευε με το μαύρο υγρό του ορού, όποτε ήταν απαραίτητο. Άντρες, γυναίκες, ακόμα και παιδιά, κρέμονταν άψυχοι σαν ζώα που πάνε για σφάξιμο. Το θέαμα την έκανε να ανακατευτεί.
«Είσαι ένα τέρας» ούρλιαξε.
«Φέρνω ανθρώπους πίσω στη ζωή» της αντιγύρισε.
«Για να γίνουν τι; Αυτό το πράγμα; Καλύτερα να έμεναν νεκροί»
Τον έφτυσε στα μούτρα.
Ο καθηγητής έχασε την ψυχραιμία του και την χαστούκισε. Ο ήχος ακούστηκε σε όλο το εργαστήριο. Τα πλάσματα σταμάτησαν να παλεύουν το ένα με το άλλο και πλησίασαν στο τζάμι. Όσοι κρέμονταν, άνοιξαν τα μάτια τους και τα κάρφωσαν πάνω στον καθηγητή.
«Έκανα αυτό που δεν μπόρεσε να κάνει ποτέ κανείς. Τους ανέστησα. Τους έδωσα μια δεύτερη ευκαιρία» φώναξε στην Αλέξις φτύνοντας σάλια από την μανία του.
«Αυτό που κάνεις είναι απάνθρωπο. Όλοι αυτοί υποφέρουν, είναι σκιές του εαυτού τους, ποτέ δεν θα είναι όπως πριν. Ποτέ δεν θα είμαι όπως πριν»

Με όση δύναμη είχε, η κοπέλα τέντωσε τα δεσμά της, σπάζοντας τα. Πήδηξε από το κρεβάτι και στάθηκε μπροστά στον καθηγητή που την κοιτούσε τρομαγμένος. Εκείνος άρπαξε ένα νυστέρι από το τραπέζι και το έτεινε απειλητικά προς το μέρος της.
«Αν πλησιάσεις, θα σε σκοτώσω. Το ορκίζομαι» της είπε.
Η Αλέξις γέλασε ειρωνικά.
«Είμαι ήδη νεκρή»
Χίμηξε πάνω του χωρίς δεύτερη σκέψη. Τα πλάσματα και οι άνθρωποι που κρέμονταν, ούρλιαξαν από ευχαρίστηση καθώς του ξέσκιζε τον λαιμό και τον άφηνε κάτω αιμόφυρτο να σφαδάζει.
Πήρε από το χέρι του το τηλεχειριστήριο. Άνοιξε το κλουβί ελευθερώνοντας τα πλάσματα, αλλά και όλους τους ανθρώπους που βρίσκονταν κρεμασμένοι. Την πλησίασαν και έκαναν ένα κύκλο γύρω της.
«Φάτε» τους διέταξε.
Όρμησαν όλοι πάνω στον δόκτορα. Με αδέξιες κινήσεις προσπαθούσε να αποφύγει τα λυσσασμένα όντα που τον δάγκωναν μανιασμένα. Τίναζε το χέρι του δεξιά και αριστερά κόβοντας τους με το νυστέρι, όμως αυτό δεν τους πτοούσε. Οι στριγκλιές του, έσβησαν γρήγορα.
Όταν τα πλάσματα χόρτασαν την πείνα τους, στάθηκαν ξανά γύρω από την κοπέλα που τους κοιτούσε. Δεν ήταν ούτε άνθρωπος, ούτε νεκρή. Τώρα ήταν μία από αυτούς.
«Ήμασταν ζωντανοί. Ήμασταν νεκροί. Αυτός ο άνθρωπος μας έκανε κάτι που ποτέ δεν θελήσαμε. Μας έκανε τέρατα. Τώρα θα εκδικηθούμε όλους όσους τον βοήθησαν. Ο κόσμος είναι δικός μας. Μαζί θα τον οδηγήσουμε σε μια νέα εποχή, την εποχή των Αναγεννημένων. Όποιος σταθεί εμπόδιο στο δρόμο μας, το μόνο που θα βρει είναι θάνατο. Ακολουθήστε με προς την ελευθερία»

Η κοπέλα προχώρησε μπροστά, με το πλήθος να την ακολουθεί από πίσω. Διέσχισαν τους αμέτρητους διαδρόμους του κτιρίου, μέχρι που βρήκαν την έξοδο. Εκεί η νεαρή γυναίκα σταμάτησε.
«Είστε ελεύθεροι πια. Σπείρετε τον τρόμο σε όλους αυτούς που θέλησαν να μας αλλάξουν. Τώρα πια, εμείς κρατάμε την μοίρα τους στα χέρια μας»
Άφησε το τσούρμο να την προσπεράσει και να ξεχυθεί στον υπέρλαμπρο ήλιο. Η ανθρωπότητα είχε τελειώσει από την στιγμή που κάποιοι θέλησαν να την αλλάξουν. Και αυτή, η Αλέξις, θα φρόντιζε για αυτό. Ήταν ζωντανή. Ήταν νεκρή. Την έκαναν κάτι που ποτέ της δεν θέλησε. Κάτι που ποτέ της δεν είχε φανταστεί. Την είχαν μετατρέψει σε ένα τέρας. Και τώρα θα πλήρωναν για αυτό.