Μπράτσα λυγισμένα σε «θέση ζακέτας». Η μαμά με τελετουργική διάθεση περνάει πρώτα την δική μου- την λευκή με τα κόκκινα λουλουδάκια- στο δικό μου μπράτσο και μετά της Σίσσυς της αδελφής μου – κίτρινη με τα ίδια λουλουδάκια- στο δικό της. Μόλις κουμπωθούν και τα λουράκια στα λουστρινένια παπούτσια, ακούγεται το κουδούνι. Με τον παππού να στέκεται στην πόρτα, το τελετουργικό ολοκληρώνεται. Ανοιξιάτικο κοστούμι και ρεπούμπλικα, ρολόι με αλυσίδα στην αριστερή τσέπη και καλογυαλισμένα παπούτσια. Ένα μικρό χεράκι σε κάθε χέρι του παππού κι όλοι έτοιμοι για έναν ακόμη περιπετειώδη περίπατο.

Οι ανοιξιάτικες βόλτες με τον παππού δεν έμοιαζαν με τις συνηθισμένες. Αρκετές περιελάμβαναν κούνιες, τσουλήθρες και στρογγυλά πολύχρωμα γλειφιτζούρια, αλλά οι αληθινά περιπετειώδεις βόλτες ήταν οι περιηγήσεις στα μαγαζιά της Αθήνας. Εκεί που μαγικά όλοι οι καταστηματάρχες γνώριζαν τον παππού. Τρία πράγματα χαρακτήριζαν την εποχή που εγώ ήμουν πέντε και η Σίσσυ τεσσάρων. Τρία σημαντικά φαινόμενα που με τα χρόνια ξέφτισαν, ώσπου χάθηκαν εντελώς.

Τότε λοιπόν η Αθήνα είχε τέσσερις εποχές και η άνοιξη ήταν η καλύτερη. Επίσης τότε τα πρωινά η μαμά άνοιγε τα παράθυρα, χωρίς να ανησυχεί μήπως ένα πονηρό μάτι θα τρυπώσει στο σπίτι μας κι απ΄ τα παράθυρα έμπαινε φως. Τότε στα μαγαζιά της Αθήνας οι καταστηματάρχες χαμογελούσαν και μιλούσαν μια γλώσσα που την καταλαβαίναμε, με λέξεις ζεστές και φιλικές.

Την άνοιξη ο παππούς με το ανοιχτόχρωμο κοστούμι του κι εμείς με τα ζακετάκια περασμένα στα λυγισμένα μπράτσα, γυρίζαμε τα μαγαζιά του κέντρου, όπως ο γιατρός με τους ασκούμενους γυρίζουν τους ορόφους των κλινικών. Ο παππούς εξάλλου έμοιαζε λίγο με γιατρό. Μιλούσε σαν δικηγόρος και στεκόταν ευθυτενής σαν στρατιωτικός! Κι οι καταστηματάρχες της Αθήνας απευθύνονταν στον παππού με σεβασμό, σαν να΄ταν πραγματικά γιατρός, δικηγόρος, ή στρατιωτικός. Μερικοί μάλλον πίστευαν πως ήταν κιόλας. Άλλωστε μόνο σε μας τις αγαπημένες του είχε αποκαλύψει ο παππούς ότι οι μόνες σπουδές που είχε κάνει, ήταν όταν το 1919 αποφοίτησε με άριστα από την «Βοϊδοσχολή».

Καλημερίζαμε τον κύριο Ανδρέα που πουλούσε τις βαλίτσες στο τέλος της 3ης Σεπτεμβρίου, ανταλλάσαμε μια δυο κουβέντες με τον κύριο Σταύρο με τα ηλεκτρικά είδη στην Αθηνάς, μυρίζαμε τις κανέλλες και τα γαρύφαλλα που ήταν γεμάτο το μαγαζί του κυρίου Βασίλη στην Ευριπίδου, για να καταλήξουμε στην Σωκράτους, στην κάβα του κυρίου Θόδωρου και του κυρίου Γιάννη που ευτυχώς ήταν θείοι μας και μας γέμιζαν με καραμέλες τσάρλεστον και ζαχαρωτά και σοκολατένιες ελίτσες. Ήταν πανέμορφη η Αθήνα την άνοιξη, τη μία από τις τέσσερις εποχές. Ήταν γεμάτη μαγαζιά που μέσα τους είχαν βουνά από θησαυρούς, με χρώματα κι αρώματα και ανθρώπους με χαμογελαστά πρόσωπα κι ευγένεια και ψυχή.

Και είναι κάπως θλιβερό που αυτοί οι χαριτωμένοι άνθρωποι δεν είναι πια στην Ευριπίδου και την Αθηνάς, όπως δεν είναι κι ο παππούς.

Και τα μαγαζιά τους έχουν τώρα άλλα χρώματα και κάπως περίεργα αρώματα και είναι λίγο σκοτεινά και δεν λάμπουν από φροντίδα και μεράκι και ανοιχτή καρδιά. Και δε μοιάζουν να σε καλωσορίζουν όπως τότε, που η πραμάτεια τους καθαρή και περιποιημένη φώναζε να την δοκιμάσεις και να την αγοράσεις. Μα αν το καλοσκεφτείς, ούτε η άνοιξη καταδέχεται πια να φωτίσει και να αρωματίσει την Αθήνα. Κρύβεται αγχωμένη πίσω απ΄ το χειμώνα και σπρώχνει με το ζόρι το καλοκαίρι να πάρει τη θέση της.

Ας είναι. Εκεί που είναι ο παππούς είναι μάλλον πάντα άνοιξη. Κι εμείς μεγαλώσαμε και δεν καταδεχόμαστε να την αποζητάμε.

Κι είναι κι αυτά τα ζακετάκια που δεν είναι πια ζευγάρι. Γιατί ένα ανοιξιάτικο απόγευμα μετά την περιπέτεια στους δρόμους της Αθήνας, με μια εντυπωσιακή είσοδο στο σπίτι φίλησα τη μαμά πρώτη εγώ, με το λευκό μου ζακετάκι στο περήφανα λυγισμένο μπράτσο μου. Αμέσως μετά φίλησε τη μαμά η Σίσσυ, χωρίς το κίτρινο ζακετάκι στο παρά ταύτα επίμονα λυγισμένο μπράτσο της.

Στην τότε ανοιξιάτικη ακόμα Αθήνα, ένα κίτρινο ζακετάκι έμεινε μόνο να αναζητά το μπράτσο του…

Μπόνυ Μαστοράκη