Ήταν μια όμορφη ξανθιά γαλανομάτα κοπελίτσα. Ας την πούμε Κ. Η Κ ζούσε σε ένα χωριό με λίγους κατοίκους στη Μακεδονία. Ήταν λίγο πριν τα 18. Όσο περίπου και εκείνος. Όταν τον είδε της κόπηκαν τα πόδια. Ήταν ακαριαίος ο έρωτάς τους. Ο μαγνητισμός των τεράστιων μαύρων ματιών του ήταν για αυτήν η παγίδα που θα έπεφτε μέσα με κλειστά μάτια… Οι γονείς της ποτέ δεν τον αποδέχτηκαν. Ειδικά ο πατέρας της. Εκείνος τον μισούσε. Εκείνη πήγε όμως κόντρα στα πρέπει. Τον αγαπούσε τον Π.

Δεν ξέρω αν ήξερε πώς υπήρχε παγίδα, εάν την έβλεπε και απλά την αγνοούσε.

Έζησαν για ένα διάστημα εκεί στον τόπο τους, αλλά εκείνος ήρθε η ώρα που θα έπρεπε να φύγει. Κλέφτηκαν και εκείνη δεν σκεφτόταν τίποτε άλλο, πέραν από το συναίσθημα που της προκαλούσαν αυτά τα αμυγδαλωτά μαύρα μάτια. Όταν έφευγαν εκείνη πήρε μόνο τα απαραίτητα.

Τα πράγματα ήταν καλά. Ή τουλάχιστον έτσι τα έβλεπε εκείνη τυφλωμένη από την αγάπη και τον έρωτά της για τον Π. Στο διάστημα αυτό έμεινε έγκυος. Ήταν πλέον ήδη στα 19. Και το έμαθε όταν ήταν ήδη 4μισι μηνών. Όταν του το είπε, εκείνος δεν την πίστεψε. Ανώριμος να διαχειριστεί τέτοια ευθύνη και φοβισμένος, έγινε βίαιος, σκληρός. Άρχισε να την χτυπάει σε καθημερινή βάση, αλλά εκείνη φοβόταν να γυρίσει πίσω. Επίσης ήταν αργά για να το ρίξει, αλλά και νωρίς να ήταν, δεν θα το έκανε ποτέ εκείνη αυτό.

Ήταν τότε γύρω στον 6ο μήνα της εγκυμοσύνης της που εκείνος είχε πιάσει δουλειά σε ένα μαντρί και κοντά του βοηθούσε και εκείνη. Είχαν ένα χώρο μέσα στο μαντρί όπου έμεναν, μία μικρή αυτοσχέδια κουζίνα, μια βρύση και ένα ντιβάνι παλιό, αλλά έκανε τη δουλειά του. Εκεί λοιπόν εκείνη μαγείρευε, έπλενε και συμμάζευε το χώρο. Το αφεντικό του την γλυκοκοίταζε, αλλά εκείνη με την κοιλιά στο στόμα πλέον δεν έδινε καν σημασία. Μια μέρα ο Π. έλειπε και το αφεντικό βρήκε ευκαιρία να βγάλει επάνω της, όλη τη σιχαμένη διαστροφή του. Όταν εκείνος έμαθε ότι το αφεντικό του την βίασε, αντί να τα βάλει με εκείνον, έβγαλε τόση οργή επάνω της, που εκείνη κατάλαβε ότι η φυγή της θα ήταν και η σωτηρία της. Μέσα στις μελανιές και την αξιοπρέπεια που της είχε απομείνει, μάζεψε ότι είχε και με κομματιασμένη την καρδιά της, πήρε το δρόμο της επιστροφής. Γύρισε στο χωριό της.

Απογοητευμένη και βαθιά πληγωμένη είχε να αντιμετωπίσει έναν σκληρό και θυμωμένο πατέρα. Ξύλο κι άλλο ξύλο. Στο κεφάλι, στα πόδια στην πλάτη. Μπουνιές και κλωτσιές. Στην κοιλιά. Ναι κυρίως εκεί. Το μπάσταρδο άλλωστε έπρεπε να το αποβάλει ή να το γεννήσει νεκρό.Τους ντρόπιαζε το αγέννητο παιδί που είχε στα σπλάχνα της. Προσπαθούσε μανιασμένα να το βλάψει, να το εξαφανίσει. Αλλά εκείνο είχε άλλη άποψη. Μια σταλιά πλασματάκι κι όμως ήθελε να ζήσει και θα γεννιόταν. Είχε λαχτάρα να αντικρίσει αυτόν τον κόσμο και το κατάφερε εις πείσμα όλων. Ο πατέρας της είχε σκοπό όμως να την βυθίσει στο σκοτάδι. Η απόφαση είχε παρθεί και εκείνη το ήξερε. Οι αδελφές της άδικα προσπάθησαν να τον πείσουν. Θα βοηθούσαν εκείνες να μεγαλώσει το μικρό κοριτσάκι. Ήταν αγύριστο κεφάλι ο Χ. Τα κανόνισε όλα με την πρόνοια. Εκείνη αρνούνταν να το δεχτεί. «Δεν δίνω το παιδί μου του έλεγε και μάζευε κι άλλο ξύλο.»

Μέσα στο κατακαλόκαιρο 17 Ιουλίου την έπιασαν οι πόνοι. Την πήγε το κάθαρμα ο πατέρας της στο μαιευτήριο, κανονισμένα όλα από την πρόνοια – και 18 του μηνός γέννησε ένα υγιέστατο κοριτσάκι. Μικρό μόλις 2.200 αλλά υγιέστατο. Η Κ. ζήτησε να το πάρει αγκαλιά αλλά δεν της το επέτρεψαν. Τις χώρισαν τόσο βίαια. Όταν ήρθε η ώρα μάλλον την νάρκωσαν, ή της έδωσαν κάτι για να την ζαλίσουν, γιατί δεν θυμάται να υπέγραψε κανένα χαρτί η ίδια.
Έκλαψε, πνίγηκε στον πόνο αυτό. Όταν γύρισε στο σπίτι της με άδεια χέρια ήταν σαν χαμένη. Δεν έτρωγε, δεν έπινε, είχε γίνει μια σκιά. Μονάχα στεκόταν στην πόρτα και κοιτούσε το κενό, λες και κάτι περίμενε.

Βυθισμένη ακόμα στον πόνο ντύθηκε στα λευκά. 70 μέρες μετά ο πατέρας της την πάντρεψε με τον τωρινό της άντρα τον Δ. Ο Δ. χήρος τότε με παιδιά τα οποία εκείνη μεγάλωσε σαν δικά της. Ήταν μεγάλη ανακούφιση για αυτήν αυτά τα παιδάκια. Σε αυτά έβλεπε το παιδί που στερήθηκε και εκείνη του χάρισε και άλλα 3. Ήταν καλός άνθρωπος ο Δ με τα χρόνια τον αγάπησε. Και κυρίως, δεν του έκρυψε την αλήθεια. Όλοι το ήξεραν. Όλοι! Το βροντοφώναζε παντού ότι έχει μια κόρη ακόμα. Και δεν σταμάτησε να ψάχνει ποτέ με την συγκατάθεση του Δ. αν και όλες οι προσπάθειές της έπεσαν στο κενό.

Όμως 29 περίπου χρόνια μετά, η ζωή της πήρε άλλη τροπή. Η μοίρα; Ο Θεός; Το κάρμα; – πείτε το όπως θέλετε – την αποζημίωσε για όλο τον πόνο στον οποίον την υπέβαλε ο ίδιος της ο πατέρας. Ένα μήνυμα στο Facebook της έλεγε πως η αποστολέας είναι πιθανότατα η κόρη της. Εκείνο το παιδί το πρώτο της σπλάχνο που της το στέρησαν, την βρήκε. Πλέον 2 χρόνια περίπου μετά, η Κ έχει ένα χαμόγελο στα χείλη, άλλα κυρίως στα μάτια της.

Η αποστολέας ήμουν εγώ. Και ήθελα να σου πω πως όσα και να πέρασες, σε ευχαριστώ πού δεν με άφησες να σβήσω και πάλεψες όσο μπορούσες για μένα.

Σε αγαπάω μαμά.

Κ.Κ.