Η Χρύσα και ο Άρης. Ο Άρης και η Χρύσα; Όχι η Χρύσα και ο Άρης. Από την πρώτη στιγμή πάντα η Χρύσα πήγαινε μπροστά και μετά ο Άρης. Γνωρίστηκαν στο 2ο έτος της Νομικής Σχολής στην Κομοτηνή. Η πρώτη φορά που συναντήθηκαν ήταν σε μία Γενική Συνέλευση των παρατάξεων. Ο Άρης εντυπωσιάστηκε από τη δυναμικότητα της Χρύσας. Σε αντίθετες παρατάξεις, την έβλεπε όρθια στα έδρανα του αμφιθέατρου να υπερασπίζεται τις προτάσεις της παράταξής της και εκστασιαζόταν. Έπρεπε πάση θυσία να τη γνωρίσει. Το ένιωθε. Αυτή η κοπέλα θα ήταν η αρχή και το φινάλε του στο θέμα «Γυναίκες». Και εκεί που η Χρύσα τεκμηρίωνε τις απόψεις της, πετάγεται και της λέει «Συναδέλφισσα, μας ζάλισες με τα επιχειρήματά σου. Δεν αγορεύεις σε δικαστήριο. Τελείωνε». Και οι φωνές σταμάτησαν και όλοι γύρισαν να κοιτάξουν ποιος ήταν αυτός που έβγαλε γλώσσα στο «πρωτοπαλίκαρο» της νούμερο ένα παράταξης.

Η Χρύσα γύρισε προς το μέρος που ακούστηκε η φωνή. Είδε τον Άρη να την κοιτάει κατάματα και με βλέμμα δολοφονικό του είπε «Καταρχήν δεν υπάρχει περίπτωση εγώ να είμαι συνάδελφος με έναν χαμένο σαν εσένα. Μάθε να εκφράζεσαι και μετά έλα να μου απευθύνεις τον λόγο» και συνέχισε την «αγόρευσή» της. Ο Άρης χαμογέλασε αχνά. Είχε καταλάβει ότι το παιχνίδι με το όμορφο κοριτσάκι είχε ξεκινήσει. Δεν θα του έδινε σημασία, δεν θα έμπαινε καν στον κόπο να του απαντήσει, αν δεν της είχε κεντρίσει το ενδιαφέρον.

Και όντως έτσι ήταν. Η Χρύσα βγήκε εκνευρισμένη από το αμφιθέατρο αμέσως μετά τη Γενική Συνέλευση. Το γεγονός ότι οι προτάσεις της παράταξής της είχαν υπερψηφισθεί είχε περάσει σε δεύτερη μοίρα. Το μυαλό της έτρεχε σε εκείνον τον τύπο που της αντιμίλησε. Σε ποιον; Σε εκείνη. Σε εκείνη που ακόμα και ο υπεύθυνος της παράταξης την είχε στα όπα – όπα. Τι λες ρε φίλε; Ποιος είσαι εσύ που θα μου τη βγεις έτσι; Μπροστά σε ένα γεμάτο αμφιθέατρο; Δεν φτάνει που είσαι στην αντίπαλη παράταξη, γεγονός που αποδεικνύει πόσο βλάκας είσαι, μας την λες κιόλας; Αα, αυτό δεν πρέπει να περάσει έτσι. Αυτά σκεφτόταν η Χρύσα και δεν πρόσεξε τον Άρη που ερχόταν προς την μεριά της και έπεσε πάνω του.
Ο Άρης της χαμογέλασε και πριν προλάβει να του πει κάτι, βασικά πριν προλάβει να τον αρχίσει στα μπινελίκια, καθώς το «Ρε, ξέρεις σε ποια έβγαλες γλώσσα;» έτοιμο ήταν να βγει από τα πανέμορφα χειλάκια της, της πρότεινε να πάνε για καφέ στο κυλικείο. «Έλα καπετάν Φασαρία, πάμε να σε κεράσω ένα καφεδάκι στο κυλικείο». «Χαχα, τι λες αγοράκι μου! Πρώτον δεν είμαι για τα δόντια σου και δεύτερον αγαπητέ μου για καφέ μόνο στη Λέσχη Αξιωματικών». Εμ βέβαια, σκέφτηκε ο Άρης, τέτοια γυναίκα μόνο σε χλιδάτα και κυριλάτα μέρη θα πήγαινε. «Οκ, κούκλα, πάμε όπου γουστάρεις». Μπήκαν στο αυτοκίνητό του και ξεκίνησαν για τον καφέ της γνωριμίας. Μπήκαν στο αυτοκίνητό του και ξεκίνησαν για την κοινή ζωή τους.

Μετά από εκείνη τη μέρα τα ραντεβού έγιναν καθημερινά, τόσο στη σχολή όσο και έξω από αυτήν. Και μετά από δύο εβδομάδες ήρθε η πολυπόθητη μέρα. Ή μάλλον η πολυπόθητη νύχτα. Ο Άρης από την πρώτη μέρα που έγιναν ζευγάρι επέμενε να κοιμηθούν μαζί. Καλά όχι να κοιμηθούν. Να κάνουν σεξ. Φυσικά στο δικό του ούτε λόγος. Από Κομοτηνή ο ίδιος, έμενε με τους γονείς του, οπότε κάθε σκέψη για το σπίτι του, αποκλειόταν αμέσως. Η Χρύσα από την άλλη έδειχνε να μη βιάζεται. Και είχε τους λόγους της. Ήθελε πρώτα να μάθει τα γούστα του για το σεξ, τις προτιμήσεις του, τα όριά του και μέχρι που θα μπορούσε να φτάσει για την απόλαυση. Αυτές τις δύο εβδομάδες τον ρωτούσε για τις εμπειρίες του, του έλεγε τις φαντασιώσεις της, ζητούσε να της πει τις δικές του και γενικά προσπαθούσε να μάθει όσα περισσότερα μπορούσε. Έφτασε, λοιπόν, η ώρα του σεξ. Στάθηκαν μπροστά από την πόρτα του σπιτιού της και η Χρύσα άνοιξε σιγά – σιγά και έκανε στην άκρη να περάσει. Τον έπιασε από το χέρι και τον πήγε προς την κρεβατοκάμαρα. «Ετοιμάσου να μπεις στο ναό μου» και άνοιξε την πόρτα. Ο Άρης έμεινε αποσβολωμένος να κοιτάει.

Ένα μαύρο δωμάτιο, με ένα κρεβάτι μόνο στη μέση με μαύρα σεντόνια και έναν κόκκινο πολυέλαιο στο κέντρο. Μα αυτό δεν ήταν τίποτα μπροστά σε αυτά που έβλεπε κρεμασμένα στους τοίχους. Δύο μαστίγια ιππασίας, ένα μαστίγιο τύπου βούρδουλα, πέτσινα λουριά, strap-on, αντρικές ζώνες αγνότητας, χειροπέδες και πάνω στο κρεβάτι μαύρα και κόκκινα δερμάτινα εσώρουχα. «Όπως κατάλαβες, στο σεξ και στη ζωή μου γενικότερα θέλω να είμαι αφέντρα. Είσαι έτοιμος να γίνεις υποτακτικός μου;». «Ναι. Πες μου τι θες να κάνω». Τόσο ήταν ο πόθος του που δεν το σκέφτηκε καθόλου. «Γδύσου, βάλε τη ζώνη αγνότητας και σκύψε». Και υπάκουσε ο Άρης. Έβαλε τη ζώνη αγνότητας και έσκυψε μπροστά της. «Τώρα γλύψε τα δάχτυλά μου και ανέβαινε προς τα πάνω». Υπάκουσε. Της έβγαλε τα παπούτσια και το καλσόν και άρχισε να γλείφει τα δάχτυλά της. Συνέχισε με τους μηρούς της και έφτασε στο αιδοίο της. Εκεί του είπε να σταματήσει και να πάει στον τοίχο να πάρει το φίμωτρο με τον δονητή και του ζήτησε να την πηδήξει. Και έτσι έγινε. Και η Χρύσα έφτασε σε οργασμό. Του χάρισε ένα φιλί στο στόμα, αφού του είχε βγάλει το φίμωτρο, λέγοντας του «Η ανταμοιβή σου».
Και τα χρόνια πέρασαν. Η Χρύσα τελείωσε τη Νομική, άνοιξε δικηγορικό γραφείο και έγινε μία από τις καλύτερες δικηγόρους της Θεσσαλονίκης. Και ο Άρης πιστός ακόλουθός της. Δεν τελείωσε τη Νομική, αλλά αυτό ελάχιστα τον ένοιαζε. Δούλευε στο γραφείο της γυναίκας του πλέον ως γραμματέας. «Μπιπ – μπιπ» ακούστηκε η ενδοεπικοινωνία και ο Άρης έτρεξε να απαντήσει. Πάτησε το κουμπί και άκουσε τη μελωδική φωνή της να τον καλεί. «Έλα μέσα αμέσως». Και τσακίστηκε να πάει. Άνοιξε την πόρτα και την είδε σκυμμένη πάνω στους φακέλους της. «Πήγαινε στο δωμάτιο και περίμενέ με» του είπε χωρίς καν να τον κοιτάξει.

Εκείνος υπάκουσε όπως πάντα και κατευθύνθηκε στην πόρτα που βρισκόταν αριστερά από το γραφείο της. Εκεί πλέον ήταν ο ναός τους. Με το λουρί στο λαιμό του, καθισμένος στα τέσσερα την περίμενε δίπλα από το κρεβάτι. Εκείνη μπήκε μέσα, έβαλε τα δερμάτινα εσώρουχα, πήρε το μαστίγιο ιππασίας και χτυπώντας τον στην πλάτη του είπε «Σήμερα θέλω στην κούνια». Και του έδειξε την κούνια που κρεμόταν από τον σωλήνα που υπήρχε από τον έναν τοίχο στον άλλον. Ο Άρης πήγε έκατσε στην κούνια και η Χρύσα άρχισε να του πιπιλάει το πέος και να τον βασανίζει αργά – αργά με τα δάχτυλά της και την σιδερογροθιά που είχε περασμένη. Βογκούσε ο Άρης, ηδονιζόταν η Χρύσα. Και κουνιόντουσαν και οι δύο πάνω στην κούνια. Και έφταναν και οι δύο στην ηδονή. Και λίγο πριν την αποκορύφωση η Χρύσα σταματάει απότομα και τον οδηγεί στο κρεβάτι. «Τώρα θα σε δέσω. Θα τελειώσεις χωρίς καν να μπορείς να κουνηθείς». Του πέρασε τις χειροπέδες στα χέρια και στα πόδια και άρχισε να λικνίζεται πάνω του.

Οι μικρές κραυγές του, η αδυναμία του να την ακουμπήσει, να της χαϊδέψει το στήθος, να πιπιλίσει τις ρόγες της, τον έκαναν να αγκομαχάει όλο και πιο πολύ. Η Χρύσα ηδονιζόταν απίστευτα και όσο τον άκουγε να την παρακαλάει να τον γλιτώσει από το μαρτύριο και να τον αφήσει να τελειώσει, τόσο πιο πολύ τον έγδερνε με τη σιδερογροθιά, τόσο πιο πολύ του τον έπαιζε και τον έγλειφε. Με μία απότομη κίνηση έκατσε πάνω του και άρχισε να κουνιέται. Με γρήγορες κινήσεις ανεβοκατέβαινε και τον έβαζε όλο μέσα της. Χάιδευε το στήθος της, ύγραινε με τη γλώσσα της τις ρώγες της και ο Άρης κουνούσε τους γλουτούς του όλο και πιο έντονα. «Τελειώνω» φώναξε η Χρύσα και έπεσε πάνω του εξουθενωμένη.

Ο Άρης τελείωσε και αυτός και έμεινε να απολαμβάνει την αναπνοή της αγαπημένης του στο στήθος. Η Χρύσα σηκώθηκε, ντύθηκε και κατευθύνθηκε προς την πόρτα. Επέστρεφε στη δουλειά της. «Αγάπη μου, σε μία ώρα να πας να πάρεις τα παιδιά από το σχολείο». «Ναι, καρδούλα μου, το έχω υπόψη» της απάντησε και της έστειλε ένα φιλί. Γιατί μπορεί η ερωτική τους σχέση, να ήταν σχέση Αφέντρας – Υποτακτικού. Γιατί μπορεί σε κάποιους να φαινόταν περίεργο. Αλλά η σχέση τους είναι μία σχέση αγάπης. Μία σχέση όπου, όσο κι αν ακούγεται παράξενο, ο ένας σέβεται τον άλλον. Γιατί τίποτα δεν γίνεται χωρίς να το θέλει ο άλλος και κυρίως τίποτα δε γίνεται για να προκαλέσει πόνο. Ο Άρης και η Χρύσα είναι από εκείνα τα ζευγάρια που έχουν καταφέρει να ταιριάζουν σε όλα. Στο μυαλό, στον τρόπο σκέψης, στο σεξ. Ο Άρης και η Χρύσα έχουν καταφέρει να έχουν μια όμορφη και ήρεμη ψυχικά ζωή και δύο καταπληκτικά παιδιά. Γιατί όταν όλα γίνονται με αγάπη, τότε όλα κυλούν ήρεμα. Γιατί όταν όλα γίνονται με αγάπη, όλοι είναι ευτυχισμένοι.