Από το παράθυρο της μονής έβλεπε τους αστυνομικούς που ερχόταν να την συλλάβουν. Όχι, αυτό δεν θα γινόταν, δεν θα την έπιαναν, τουλάχιστον όχι ζωντανή. Έσπασε ένα ποτήρι νερό που κρατούσε στα χέρια της και προσπάθησε να καταπιεί τα γυαλιά. Αίματα παντού, στόμα, γλώσσα, μάγουλα όλα μια πληγή αλλά δυστυχώς ζούσε ακόμα.

Αν ο καλός της δεν είχε σκοτωθεί όλα θα ήταν αλλιώς τώρα. Κάποιος μπορεί να έλεγε ότι αυτός έφταιγε για την κατάντια της αλλά εκείνη ξέρει πως δεν είναι έτσι. Εκείνος ήταν όλα της, η ίδια σε αρσενικό, ο εραστής, ο φίλος, ο συνεργάτης, η καταστροφή της. Χαλάλι του. Ο άντρας της τον είχε φέρει στο σπίτι για πρώτη φορά, για ménage a trois και στην αρχή δεν τον συμπάθησε. Ζιγκολό, χαρτοπαίχτης πανηδονιστής, την κοίταζε από την κορφή ως τα νύχια σαν να ήταν γυμνή μ’ αυτό το υπεροπτικό ύφος «Αργά ή γρήγορα, θα πέσεις στο κρεβάτι μου» Κι έπεσε. Κι έκανε ένα κρεβάτι εξωπραγματικό, τα κορμιά τους ταίριαζαν σαν τόξο με βέλος. Ήταν απόλαυση να τον κοιτάζει, ήταν απίστευτα όμορφος μέχρι και τα δάχτυλα του ποδιού του ήταν τέλεια όπως ακριβώς έλεγε ο Σωκράτης για τον Αλκιβιάδη. Μαζί έκαναν τα πάντα, διασκέδαζαν, έπαιζαν χαρτιά, έκαναν έρωτα, οι δύο τους, με άλλους μαζί, δοκίμαζαν τα πάντα και σκορπούσαν τα χρήματά τους. Τα χρήματα της δηλαδή γιατί εκείνος ήταν πάντα άφραγκος.

Ο άντρας της; Τι λόγο είχε αυτός; Τα ίδια και χειρότερα έκανε και μάλιστα μέσα στο ίδιο τους το σπίτι! Όχι, ο άντρας της δεν ήταν το πρόβλημα. Αυτός ο ξεμωραμένος ο πατέρας της ήταν το θέμα που δεν συμφωνούσε με το διαζύγιο κι είχε γράψει όλη την περιουσία στον αδελφό της τον μεγάλο. Όλο και κάτι θα είχε όμως στην άκρη γι αυτό σκεφτήκαν αυτή την λύση. Την μόνη λύση. Πλήρωσαν τον βοηθό του και θα του έριχνε λίγο αρσενικό κάθε βράδυ στο φαγητό. Άσπρη, άοσμη σκονίτσα κανείς δεν θα καταλάβαινε τίποτα. Ένα χρόνο κράτησε αυτό τελικά τον ξέκαναν.

Μάταιος κόπος όμως. Τα χρήματα δεν ήταν αρκετά. Δεν πειράζει. Θα έκαναν το ίδιο και με τον μεγάλο της αδελφό. Παραλίγο να τους καταλάβει όταν ήπιε το ποτήρι κι είχε αυτήν την πικρίλα του δηλητηρίου αλλά ο βοηθός τα μπάλωσε, είπε ότι το ποτήρι δεν είχε ξεπλυθεί καλά από πριν. Και τα κατάφερε μια χαρά και με τον μεγάλο της αδελφό κι όλα θα ήταν μέλι γάλα αν δεν είχε υποψιαστεί κάτι η στρίγγλα η νύφη της. Αλλά όταν συνέχισαν και με τον μικρό της αδελφό εκεί τα πράγματα έγιναν ζόρικα. Γι αυτό έφυγε στην Ολλανδία να κρυφτεί στο μοναστήρι, αλλά την ξετρύπωσαν. Με τη δημοσιότητα που είχε δοθεί αναμενόμενο ήταν. Έσπασε και ο βοηθός στην ανάκριση και τα ξέρασε όλα. Άντεξε μέχρι που του πολτοποίησαν το πόδι του στην σιδερένια μπότα. Σάρκες κόκκαλα όλα μια μάζα κρέας!

Κι έκαναν και στην ίδια βασανιστήρια για να ομολογήσει. Της έριχναν 16 λίτρα νερό στο στόμα που της κρατούσαν ανοιχτό. Απορούσε πώς ήταν ακόμα ζωντανή. Τώρα όμως δεν θα τους ξανάκανε τη χάρη να περάσει τα ίδια. Άνοιξε καλά τα πόδια και έβαλε στον κόλπο της ένα τεράστιο ξύλο. Χτυπούσε, χτυπούσε, έσπρωχνε όσο πιο βαθιά μπορούσε εκεί που κάποτε γιόρταζε η ζωή τώρα θα κέρδιζε ο θάνατος. Δεν τα κατάφερε. Την αποκεφάλισαν στην πλατεία.

Σας εξέπληξε το γεγονός πως ένα αγνό, άκακο κι άδολο κι ευγενικό πλάσμα γεμάτο αγάπη για όλους σαν κι εμένα σκέφτηκε αυτή την φρικτή ιστορία; (γέλιο διεστραμμένης διάνοιας) χαχαχα!! Καλώς σας εξέπληξε ( λήξη γέλιου )! Η ιστορία είναι πέρα για πέρα αληθινή κι συνέβη στην αυλή του Λουδοβίκου 14ου. Πήρε τεράστιες διαστάσεις για πολλούς λόγους ανάμεσα στους οποίους τα δηλητήρια ήταν φόβος και τρόμος εκείνη την εποχή, η εν λόγω κυρία ήταν μαρκησία και γενικά ο Βασιλιάς υποτίθεται ότι ήταν σταλμένος από τον Θεό οπότε ποια η θέση του εάν δεν μπορούσε να συμμαζέψει την αυλή του από τέτοια φρικτά περιστατικά! Που θα μου πείτε εμένα ότι η ιστορία είναι βαρετή! Γατάκια!