Ευχόταν να μπορούσε να ξεκουμπώσει το έξω της σαν μπουφάν , αρχή θα γινόταν από την βάση του κρανίου και θα άλλαζαν όλα , μέχρι τα νύχια των ποδιών. Η μεταμόρφωση θα ήταν ολική . Έξω αλλά κυρίως μέσα της. Θα έβαζε στην άκρη αυτή της την ταυτότητα , και το βράδυ θα μεταμορφωνόταν σε στοιχειό , νεράιδα , ξωτικό , μάγισσα , πριγκίπισσα , ή το χειρότερο τέρας που μπορεί κανείς να συναντήσει στους εφιάλτες ή στα πιο γλυκά του όνειρα.

Το κριτήριο θα ήταν όσα θα ζούσε την ημέρα , όσο θα υπήρχε μέσα στην ταυτότητα της καθημερινότητας , όσο θα είχε την ανθρώπινη μορφή της. Τοίχους δεν μπόρεσε να χτίσει ποτέ και άμυνες δεν είχε , μα ούτε και το θάρρος να ζήσει την ευτυχία.

Τα πλάσματα αυτά όμως μπορούσαν να κάνουν τα πάντα μιας και δεν ήταν υποχρεωμένα να υπακούουν κανένα κανόνα της λογικής , κανένα νόμο , και δεν είχαν καμία απολύτως από τις δεσμεύσεις του πραγματικού κόσμου.

Τα βράδια της άλλαξαν , έγιναν η ενέργεια της , αποκτούσαν όλο και περισσότερες δυνάμεις και η δίψα τους να κυκλοφορούν τις νύχτες , την γέμιζε ζωντάνια. Αν της φερόσουν όμορφα ,θα ερχόταν να σου προσφέρει απλόχερα , τα πιο γλυκά της χάδια , θα σκόρπιζε χρυσόσκονη στο κορμί σου , θα σου τραγουδούσε τα πιο υπέροχα τραγούδια , θα γινόταν η μούσα που θα παρακαλούσες να μην ξυπνήσεις ποτέ για να μην την χάσεις , κι όταν θα άνοιγες τα μάτια σου θα ένιωθες πρωτόγνωρη αγαλλίαση. Μα αν την αδικούσες, θα σε βασάνιζε φριχτά , θα σου έβγαζε τα μάτια , θά έμπηγε τα τεράστια νύχια της στο πετσί σου, θα τυραννούσε με ουρλιαχτά το μυαλό σου, και θα ικέτευες να ξυπνήσεις για να τελειώσει το μαρτύριο σου. Αλλά ακόμα και τότε θα σηκωνόσουν πονεμένος, γυρεύοντας ανακούφιση χωρίς να ξέρεις το γιατί.

Της άρεσε αυτή η διπλή ζωή που κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί πως ζούσε. Αυτή η ζωή που κάποτε ευχήθηκε χωρίς καμιά ελπίδα . Μα οι άλλες της μορφές σιγά σιγά γινόντουσαν όλο και πιο απαιτητικές ,δεν τους έφταναν πια τα βράδια , ήθελε η κάθε μια να κυριαρχήσει και στην μέρα της. Δυσκολευόταν να τις συγκρατήσει , είχε κουραστεί από τους καβγάδες τους και η ζωή της ξαφνικά έγινε πιο δύσκολη από ποτέ.

Κι έτσι για ακόμα μια φορά ευχήθηκε. Μα αυτήν τη φορά να μείνει μοναχά ο εαυτός της. Να μην ξεκούμπωνε ποτέ ξανά το φερμουάρ της καθημερινής απλής φορεσιάς της, της ίδιας που φορούσε όταν γεννήθηκε , καθώς μεγάλωνε , όσο επιβίωνε . Αλλά αυτήν την φορά έπρεπε μόνη της να μάθει να χτίζει τοίχους , μόνη της να αμύνεται , μόνη της να βρει το θάρρος να διεκδικήσει την ευτυχία. Αν τα κατάφερε ; Αν έμεινε μόνη της , ή την κέρδισαν οι άλλες της μορφές ; Ισως το μάθεις απόψε το βράδυ ή το επόμενο πρωί όταν την συναντήσεις. Στο μυαλό σου ή στον δρόμο σου .