Κοιτούσε έξω από το παράθυρο μαγεμένος. Τα χρώματα εναλλάσσονταν με γρήγορους ρυθμούς και το τοπίο άλλαζε συνεχώς. Άκουγε αρκετές φορές την μητέρα του να μιλάει για το χωριό αλλά ποτέ δεν το είχαν επισκεφθεί. Ο παππούς ερχόταν κάπου κάπου στην Αθήνα αλλά δεν έμενε πολύ. Τώρα όμως ήταν η πρώτη φορά που θα πήγαιναν και ήταν ενθουσιασμένος. Ένα παιδί της πόλης μεγαλωμένο με νταντάδες, μέσα στην ασφάλεια ενός διαμερίσματος, σπάνια είχε την δυνατότητα να απολαύσει το παιχνίδι έξω στην φύση.
Το αυτοκίνητο σταμάτησε στην κεντρική πλατεία του χωριού που έσφυζε από κόσμο. Οι μεγάλοι καθισμένοι στο καφενέ γύρω από τον μεγάλο πλάτανο και τα παιδιά να παίζουν ανέμελα χωρισμένα σε παρέες. Όλοι γύρισαν να δουν τους επισκέπτες που κατέφθασαν και ο κυρ-Κωστής σηκώθηκε από την καρέκλα του να τους υποδεχθεί. Δίπλα του έφτασε και ο Γιώργης, ένα ορφανό από γονείς παλικάρι, που γεννήθηκε κωφό. Κάνεις ποτέ δεν ασχολήθηκε μαζί του να μάθει έστω και τυπικά την γλώσσα των κωφάλαλων. Αφού ποτέ δεν μπόρεσε να επικοινωνήσει με τους ανθρώπους, έφτιαξε έναν δικό του κόσμο και ήταν ο άκακος τρελός του χωριού. Η οικογένεια αγκαλιάστηκε θερμά και η Άννα δάκρυσε που μετά από τόσα χρόνια βρισκόταν στο μέρος που μεγάλωσε. Ο Γιώργης περίμενε υπομονετικά να την πάρει αγκαλιά, ήταν η αγαπημένη του φίλη των παιδικών του χρόνων. Ποτέ δεν τον χλεύαζε ούτε τον κορόιδευε όπως έκαναν τότε τα παιδιά της ηλικίας τους. Αντίθετα τον μάζευε και τον προστάτευε από τα άνοστα αστεία που έκαναν εις βάρος του.
«Έλα φίλε μου να σου γνωρίσω τον Αντώνη, θέλω να του δείξεις τα πάντα στο χωριό». Ήξερε πως δεν την άκουγε αλλά ο Γιώργης είχε αναπτύξει ένα δικό του τρόπο να τους καταλαβαίνει και είχε καταλάβει τι του ζήτησε η Άννα.

Ο Αντώνης τον κοίταξε με περιέργεια, του έκαναν εντύπωση τα ρούχα του και το παρουσιαστικό του γενικότερα, αλλά με την παρότρυνση της μητέρας του έτεινε το χέρι του για χειραψία. Ο Γιώργης έπιασε το χέρι του μικρού και τοποθέτησε μέσα στην παλάμη του ένα τζιτζίκι, γεγονός που τον έκανε να πεταχτεί ξαφνιασμένος. Όλοι γέλασαν και ο Αντώνης αφού ξεπέρασε την έκπληξη, ενθουσιασμένος περιεργάστηκε το έντομο. Από εκείνη την στιγμή μια νέα φιλία ξεκίνησε.
Οι μέρες στο χωριό ήταν μια νέα πρόκληση για τον μικρό Αντώνη που καθημερινά ανακάλυπτε και κάτι νέο. Όλα τα κοίταζε με μάτια ορθάνοιχτα και ρουφούσε κάθε νέα πληροφορία. Είδε πώς οργώνεται ένα χωράφι, πώς αρμέγουν τα πρόβατα με τον Γιώργη πάντα πλάι του, που είχε γίνει φύλακας άγγελός του. Κάποια στιγμή που πήγε πολύ κοντά στην κοίτη του ποταμού και γλίστρησε, ο Γιώργης ήταν αυτός που βούτηξε για να τον πιάσει. Οι γονείς του τρομαγμένοι έτρεξαν κι αυτοί να βοηθήσουν αλλά ο Γιώργης τον είχε ήδη βγάλει και τον κράταγε σφικτά στην αγκαλιά του.

Προσπάθησαν να τον πάρουν αλλά ήταν αδύνατο. Τον είχε σφίξει σαν μέγγενη και έκλαιγε ασταμάτητα. Ο Αντώνης άρχισε να δυσανασχετεί από την πίεση που ένιωθε. Χρειάστηκε να τον χτυπήσει παρά την θέληση του ο Νίκος, ο πατέρας του Αντώνη, και τότε μόνο συνήλθε και απεγκλώβισε το παιδί που προσπαθούσε να πάρει ανάσα. Ο Γιώργης κατάλαβε ότι αυτό που έκανε δεν ήταν σωστό και όλοι τον κοιτούσαν φοβισμένοι. Έκανε να πλησιάσει τον Αντώνη αλλά κρύφτηκε στην αγκαλιά του πατέρα του. Γονάτισε μπροστά στην Άννα και χτυπούσε το κεφάλι του προς ένδειξη του λάθους του ζητώντας συγγνώμη με αυτό τον τρόπο.
Όλο το βράδυ έμεινε έξω από το σπίτι τους κλαίγοντας και κοιτάζοντας το παράθυρο του Αντώνη. Ο ίδιος είχε τρομάξει για τα καλά και δεν ήθελε να ξανά παίξει μαζί του. Οι επόμενες μέρες κύλησαν ήρεμες με τον Αντώνη να κάνει παρέα με τα παιδιά του χωριού και ο Γιώργης να τον παρατηρεί από απόσταση. Παίζοντας ποδόσφαιρο τσακώθηκε με ένα άλλο αγόρι και άρχισαν να σπρώχνει ο ένας τον άλλον. Ο Γιώργης πετάχτηκε σαν σίφουνας και έπιασε από το λαιμό το άλλο παιδί και του κατάφερε ένα δυνατό χαστούκι. Δημιουργήθηκε αναστάτωση και κάποιοι μεγαλύτεροι που είδαν το σκηνικό, όρμησαν στον Γιώργη και τον σταμάτησαν. Πρώτη φορά γινόταν επιθετικός και πείραζε κάποιο παιδί. Τόσα χρόνια δεν είχε δώσει κανένα δικαίωμα ζούσε αρμονικά με τους χωριανούς.
Η Άννα που είδε το σκηνικό αναστατώθηκε και έτρεξε να απομακρύνει τον Γιώργη από τα χτυπήματα των χωριανών. Αιμόφυρτος πλέον, είχε κάτσει σε μια άκρη με την Άννα να περιποιείται τα τραύματά του.
«Δεν έπρεπε να το κάνεις αυτό Γιώργη, εσύ ήσουν πάντα ήρεμος. Δυστυχώς δεν μπορείς να παίζεις τώρα με τον Αντώνη, τον έχεις τρομάξει».
Ήξερε πως ήταν μάταια τα λόγια της απέναντι στον κωφό φίλο της αλλά ήλπιζε να την καταλάβαινε. Όταν ο Αντώνης έκανε να φύγει από την πλατεία, ο Γιώργης πετάχτηκε δίπλα του και τον πήρε αγκαλιά. Για ακόμη μια φορά ο μικρός τρόμαξε και στην προσπάθεια του να φύγει έπεσε και χτύπησε. Αυτό ήταν, το ποτήρι είχε ξεχειλίσει και η Άννα δεν του χαρίστηκε αυτή την φορά.

«Γιώργη εξαφανίσου και μην τολμήσεις να πλησιάσεις τον Αντώνη».

Από εκείνη την μέρα ο Γιώργης χάθηκε και έκαναν μέρες να τον δουν στο χωριό. Ο Αντώνης συνέχισε τις εξορμήσεις του, πότε με την συντροφιά των γονιών του και πότε με τον παππού του. Ένα πρωινό ξεκίνησε με τον παππού του να πάνε τα πρόβατα για βοσκή. Δεν πέρασε αρκετή ώρα όταν ο παππούς γύρισε στο χωριό και ανακοίνωσε ότι ο Αντώνης είχε χαθεί. Η Άννα και ο Νίκος τα είχαν χαμένα. Ξεκίνησε μεγάλη κινητοποίηση με όλο το χωριό να συμμετέχει στην έρευνα καθώς και από την αστυνομία, που έσπευσε λίγες ώρες μετά. Ίχνος του Αντώνη δεν υπήρχε πουθενά και αφού πέρασε το βράδυ και ήρθε το επόμενο πρωί με το παιδί να παραμένει άφαντο, άρχισαν οι ανακρίσεις. Πρώτος βέβαια που έδωσε κατάθεση ήταν ο παππούς αφού ήταν και ο τελευταίος άνθρωπος που είδε τον Αντώνη. Ένα πρόβατο απομακρύνθηκε από το κοπάδι και στην προσπάθειά του να το φέρει πίσω, έκανε το λάθος να αφήσει τον Αντώνη για λίγο μόνο με το υπόλοιπο κοπάδι. Όταν επέστρεψε δεν τον είδε πουθενά. Φώναξε, έψαξε, αλλά τίποτα και επέστρεψε στο χωριό για βοήθεια.
Η Άννα καταρρακωμένη κι άυπνη, αγωνιούσε για τον Αντώνη που έμεινε ένα ολόκληρο βράδυ έξω μόνος του και παρακαλούσε τον Θεό να είναι καλά. Κάποιο χωριανοί θεώρησαν να αναφέρουν στην αστυνομία τα γεγονότα με τον Γιώργη και την εμμονή του με τον Αντώνη καθώς και την περίεργη εξαφάνισή του. Όλες οι έρευνες στράφηκαν πάνω του και συνέχιζαν να ψάχνουν για τον Αντώνη καθώς και για τα ίχνη του Γιώργη. Το απόγευμα της ίδιας μέρας ο Γιώργης βρέθηκε να κοιμάται σε έναν παλιό μύλο λίγα χιλιόμετρα μακριά από το χωριό. Ήταν μια δύσκολη περίπτωση και χρειάστηκε η μετάβαση ειδικού κλιμακίου από την πρωτεύουσα για να γίνει ανάκριση. Όσο και αν προσπάθησαν ήταν αδύνατον να μάθουν κάτι για τον Αντώνη από τον Γιώργη. Ούτε μπορούσε να τους μιλήσει ούτε να γράψει. Του έδειχναν επίμονα την φωτογραφία του παιδιού και αυτός μόνο έκλαιγε.
Η Άννα μετά από τρία 24ωρα είχε χάσει τις ελπίδες της και το κουράγιο της.
«Καταραμένος να είσαι Γιώργη, θέλω το παιδί μου τον Αντώνη μου, τι του έκανες;» Ούρλιαζε έξω από το ανακριτικό γραφείο που κρατούσαν τον Γιώργη.
Το άψυχο σώμα του Αντώνη βρέθηκε σε μια χαράδρα πέντε ημέρες μετά την εξαφάνισή του. Ο θάνατός του προήλθε από χτύπημα στο κεφάλι με βαρύ αντικείμενο και όχι από την πτώση. οπότε αυτόματα απορρίφθηκε το ατύχημα από πτώση. Το πόρισμα ήταν εγκληματική ενέργεια. Ο Γιώργης κατηγορήθηκε για δολοφονία αν και δεν υπήρχαν στοιχεία που το υποδείκνυαν. Με τις μαρτυρίες των χωριανών και τις κατηγορίες των συγγενών κρίθηκε προφυλακιστέος και μεταφέρθηκε σε ψυχιατρική φυλακή. Δύο μήνες μετά ο Γιώργης δεν άντεξε άλλο τον εγκλεισμό του στο ψυχιατρείο και κρεμάστηκε.
Η Άννα με το ζόρι εκείνη την ημέρα άνοιξε την πόρτα και στο κατώφλι στέκονταν δύο αστυνομικοί. Ο ένας αστυνομικός άρχισε να μιλάει.
«Έχω κάποια στοιχεία για την υπόθεση του γιού σας που ανατρέπουν τα γεγονότα. Βρέθηκε η πέτρα που τραυμάτισε θανάσιμα το παιδί σας. Δεν υπάρχουν δακτυλικά αποτυπώματα τού μέχρι τώρα ενόχου. Υπάρχουν όμως του πατέρα σας και για αυτό τον λόγο βρισκόμαστε εδώ».
Από το σαλόνι ακούστηκε ένας έντονος θόρυβος και γυρνώντας είδαν τον κυρ Κωστή να σωριάζεται στο έδαφος.
Λίγο πριν ξεψυχήσει στο νοσοκομείο έδωσε κατάθεση ψυχής ζητώντας συγχώρεση από την κόρη του και τον Θεό. Μια πέτρα απ αυτές που πέταγε στα πρόβατα όταν καθυστερούσαν στην βοσκή και ήθελε με το θόρυβο να τα τρομάξει, πέτυχε καταλάθος τον Αντώνη. Ήταν σκυμμένος και δεν το πρόσεξε. Όταν τον πλησίασε και είδε ότι ήταν νεκρός, θόλωσε. Δεν άντεχε να αποκαλύψει την αλήθεια στην κόρη του και σκηνοθέτησε την εξαφάνιση.

 

ΔΩΡΟΘΕΤΗΣ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΥ : ΔΙΟΠΤΡΑ