Κοιτούσε το ρολόι στον τοίχο στα κλεφτά. Κάθε λεπτό της φαινόταν ατελείωτο, κάθε ώρα αιωνιότητα. Απόψε θα τον συναντούσε πάλι στο δικό τους μέρος. Εκεί που μοιραζόντουσαν κλεμμένα φιλιά και παράνομους αναστεναγμούς. Οι τύψεις μπερδεύονταν με τον πόθο. Το αίσθημα της ντροπής με την αγάπη που ένιωθε. Πολλές φορές πήγαινε να τον συναντήσει αποφασισμένη ότι θα είναι η τελευταία φορά. Με τον που τον έβλεπε η καρδιά της χτύπαγε δυνατά. Έχανε το κουράγιο της και ξεχνούσε όλες τις αποφάσεις της.

Προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό της ότι ήταν ανήθικο αυτό που έκανε. Ότι είχε χάσει το δικαίωμα στην αγάπη όταν δέχτηκε να παντρευτεί τον Στέφανο. Είχε πάρει απόφαση ότι θα ζούσε μια ζωή χωρίς έρωτα, χωρίς έντονα συναισθήματα. Η καρδιά της πέτρωσε όταν συμφώνησε να είναι μέρος μιας ανήθικης αγοραπωλησίας. Ο Στέφανος θα χάριζε τα χρέη στον πατέρα της με αντίτιμο τα νιάτα και την ζωή της.

Ήταν καλός μαζί της, αυτό τουλάχιστον του το αναγνώριζε. Η μεγάλη διαφορά ηλικίας όμως μεγάλωνε το χάσμα μεταξύ τους. Ήξερε ότι δεν θα μπορούσε ποτέ να τον αγαπήσει. Απλά τον ανεχόταν, θυσιάζοντας την ευτυχία της για το πιο αγαπημένο πρόσωπο στη ζωή της, τον πατέρα της. Είχε πλέον αποδεχτεί τη μοίρα της. Όταν όμως της ανακοίνωσε ότι δεν θα έκαναν ποτέ παιδιά λόγω μιας αρρώστιας που είχε περάσει όταν ήταν νέος, η καρδιά της έγινε κομμάτια. Τον παρακάλεσε να της χαρίσει την ελευθερία της αλλά ήταν ανένδοτος.

Γνώρισε τον Κώστα στην τράπεζα. Το τελευταίο μέρος που θα μπορούσε ποτέ κανείς να φανταστεί ότι θα συναντούσε τον έρωτα. Σχεδόν συνομήλικος της, με τα πιο χαμογελαστά μάτια που είχε δει ποτέ σε άνθρωπο. Της πρότεινε να της δώσει τη σειρά του, αρνήθηκε ευγενικά κι έπιασαν την κουβέντα. Όταν τελείωσε τη συναλλαγή της τον βρήκε να την περιμένει έξω. Της πρότεινε να πιουν έναν καφέ και χωρίς να το σκεφτεί καν δέχτηκε. Αισθανόταν σαν να τον γνώριζε χρόνια. Του μίλησε για τα πάντα. Τον γάμο της, το οικονομικό αδιέξοδο του πατέρα της, την χωρίς αγάπη ζωής της. Φεύγοντας για το σπίτι ανανέωσαν το ραντεβού τους για την επόμενη βδομάδα.

Οι μέρες της φαινόταν ότι περνούσαν βασανιστικά αργά. Αισθανόταν υπερένταση κι ανυπομονησία. Πολλές φορές μέσα στη μέρα χαμογελούσε χωρίς λόγο απλά φέρνοντας τη μορφή του στο μυαλό της. Συνειδητοποίησε ότι για πρώτη φορά ήταν ερωτευμένη. Το συναίσθημα την τρόμαξε. Η χαρά της έγινε λύπη. Η ηθική συγκρούονταν με την καρδιά της. Πήγε στη συνάντηση απλά για να του πει ότι δεν θα τον ξαναδεί. Με το που τον αντίκρισε όμως λύγισε. Το μόνο που ήθελε ήταν να χαθεί στην αγκαλιά του. Του ζήτησε να πάνε σπίτι του. Ένιωθε σίγουρη. Μια γυναίκα που διεκδικούσε αυτό που της χρωστούσε η ζωή.

Η πρώτη τους φορά ήταν μαγική. Εξάλλου γι’ αυτήν ήταν όντως η πρώτη φορά που έκανε έρωτα όχι μόνο με το κορμί αλλά και με την καρδιά της. Όταν τελείωσαν ξέπνοοι κι οι δυο έκλαψε στην αγκαλιά του. Έκλαψε έχοντας τη γνώση ότι ποτέ δεν θα μπορούσαν να είναι μαζί. Οι κρυφές συναντήσεις συνεχίστηκαν σχεδόν ένα χρόνο. Και κάθε μέρα τον αγαπούσε περισσότερο. Ντρεπόταν γι’ αυτό που έκανε στο Στέφανο αλλά η λογική της είχε νικηθεί από το συναίσθημα. Ο Κώστας της ζητούσε εδώ και καιρό να τα πει όλα στον άντρα της και να ζήσουν μαζί. Φοβόταν όμως ότι ο άντρας της θα πραγματοποιούσε την απειλή του και θα κατέστρεφε τον πατέρα της. Κάθε φορά έκλαιγε πίκρα την ώρα που έφευγε από το σπίτι του. Ήθελε τόσο πολύ να κοιμάται και να ξυπνάει μόνο μαζί του για το υπόλοιπο της ζωής της.

Εκείνο το πρωί ξύπνησε περίεργα. Αισθανόταν μια ανεξήγητη αναστάτωση. Σαν να περίμενε κάτι να συμβεί. Αποφάσισε να επισκεφτεί τους γονείς της. Πριν προλάβει να ολοκληρώσει τη σκέψη της, χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν η μάνα της που της ζητούσε να πάει στο πατρικό της άμεσα. Τρόμαξε πολύ αλλά την καθησύχασε ότι δεν συμβαίνει τίποτα άσχημο. Φτάνοντας βρήκε τον πατέρα της καθισμένο στο γραφείο. Της ζήτησε να πάει κοντά του κι απλά της έδωσε να διαβάσει κάποια έγγραφα. Διαβάζοντας νόμιζε ότι δεν βλέπει καλά. Ότι κάποιος ξέροντας τι περνάει της κάνει πλάκα. Ο πατέρας της μην αντέχοντας να την βλέπει φυλακισμένη σ’ έναν γάμο που δεν επέλεξε είχε κάνει αίτηση για δάνειο ώστε να μπορέσει να ξεχρεώσει και να μην χρωστάει στον Στέφανο ούτε ένα ευρώ. Τα έγγραφα που μόλις της είχε δείξει ήταν η έγκριση κι η ημερομηνία εκταμίευσης.

Έκλαιγε και γελούσε ταυτόχρονα. Έφυγε πετώντας και πήγε να βρει τον Κώστα. Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι συνέβαινε αυτό στην πραγματικότητα. Η ζωή της άλλαζε σε μια στιγμή. Όταν του ανακοίνωσε τα καλά νέα οι πρώτες κουβέντες που μπόρεσε να ψελλίσει ο αγαπημένος της ήταν «καρδιά μου , θα με παντρευτείς;». Της φαινόταν σαν ψέμματα. Από τη μια στιγμή στην άλλη άλλαξε όλη της η ζωή. Φοβόταν ότι ήταν ένα όνειρο. Ότι από στιγμή σε στιγμή θα ξυπνούσε και όλα θα ήταν όπως πριν. Ότι θα παρέμενε εγκλωβισμένη στη ζωή της με τον Στέφανο. Η αγκαλιά του Κώστα όμως και τα φιλιά του ήταν τα πειστήρια για όλα αυτά που είχαν συμβεί.

Το ίδιο κιόλας βράδυ μίλησε στον Στέφανο. Δεν φάνηκε να εκπλήσσεται καθόλου. Της είπε ότι τον είχαν ήδη ειδοποιήσει από την τράπεζα. Δεν προσπάθησε να την πείσει να μείνει κοντά του. Ήξερε ότι ήταν το αίσθημα καθήκοντος κι όχι η αγάπη αυτό που την κρατούσε κοντά του. Της ευχήθηκε να βρει αυτά που ζητάει δίπλα σε κάποιον που θα της πρόσφερε όλα αυτά που δεν μπόρεσε αυτός. Θέλοντας να απαλύνει τα συναισθήματα από τα χρόνια που έζησαν μαζί, την ενημέρωσε ότι το σπίτι που εμέναν της ανήκει κι ότι θα έφευγε αυτός αμέσως μόλις θα μάζευε τα πράγματα του. Τον ευχαρίστησε μην ξέροντας τι να του πει.

Σε δυο μέρες ο Στέφανος έφυγε από το σπίτι. Είχε ήδη επικοινωνήσει με το δικηγόρο του για την αίτηση διαζυγίου. Πριν περάσει ούτε ένας χρόνος είχε παντρευτεί τον Κώστα κι είχαν αποκτήσει ήδη το πρώτο τους παιδί. Κάθε μέρα που περνούσε η αγάπη τους δυνάμωνε. Δίπλα του αισθανόταν πλήρης. Ζούσαν την απόλυτη ευτυχία. Αυτό που λαχταρούσε από την αρχή έγινε πραγματικότητα. Να κοιμάται και να ξυπνάει δίπλα του για όλη την υπόλοιπη ζωή της.