…που είχε κότες στην αυλή, κλπ, κλπ. Και κοτούλες είχε η γιαγιά, και κουνελάκια και προβατάκια και τη Λενιώ τη φοράδα. Και έναν σύζυγο είχε η γιαγιά τον μπάρμπα Βαγγέλη, που είχε μπερδέψει λίγο στο κεφάλι του την τιμιότητα και την υπόληψη με την αυστηρότητα και τους είχε όλους σούζα με τον φόβο της λωρίδας. Τη γιαγιά δεν πρέπει να την είχε χτυπήσει ποτέ, αλλά και εκείνη δεν είχε αλλάξει άσχημη κουβέντα με κανέναν. Από το στόμα της δεν είχε ακούσει πότε κανείς ούτε «ρε…» Και είχε 10 παιδιά η γιαγιά και τα προλάβαινε και τα μεγάλωνε, με χίλιες και δύο στερήσεις, χωρίς να βαρυγκωμήσει ποτέ. Και ήταν μα θες σαν να έφευγε όλη η κούραση της, αρκεί να γλύκαινε κάπου κάπου ο παππούς και να του ξέφευγε κανένα χαμόγελο. Τι να σου κάνει και εκείνος ο παππούς. Χρόνια στα ορυχεία του λιγνίτη, είχε πάρει από τη σκληράδα του τοπίου.

Και μεγάλωσαν τα παιδιά και η γιαγιά απόκτησε 21 εγγόνια, που όταν μαζεύονταν τα περισσότερα αδέλφια για γιορτές στο χωριό, γινόταν το πανδαιμόνιο. Σαματάς, παιχνίδια, φωνές, χτυπήματα, πεσίματα, σκανδαλιές. Ακόμα και οι γονείς όταν αντάμωναν με τα αδέλφια τους στο πατρικό, τις σπάνιες αυτές στιγμές γίνονταν πάλι παιδιά. Μια φορά η Κωνσταντίνα άρχισε να τσακώνεται για πλάκα με την Ελένη και ας είχαν και οι 2 από δυο-τρία κουτσούβελα. Ήθελαν να θυμηθούν τους παιδικούς τους τσακωμούς, να πάρουν πάλι μια τζούρα εφηβικής ξεγνοιασιάς. Αμ έλα που τους πήρε πρέφα ο μπάρμπα Βαγγέλης. «Ολόκληρες γαϊδούρες και τσακώνεστε; Τώρα θα σας δείξω» και κάνει να βγάλει την ζωστήρα. Πεταχτήκαν και οι δυο και χάθηκαν με χαχανητά στον κήπο. Και η γιαγιά εκεί. Να ανοίγει η καρδιά της και ας κουραζόταν τριπλά. Γιατί τα χρόνια είχαν αρχίσει να της βαραίνουν λίγο την πλάτη, αλλά οι έγνοιες και οι υποχρεώσεις δεν σταμάτησαν ποτέ. Ακόμα θυμούνται τα εγγόνια τη γιαγιά να σηκώνεται αχάραγα να φουρνίσει ψωμί για 20 στόματα. Οι γειτόνισσες πάντα φρόντιζαν να ενημερώνονται για την ημέρα που θα φούρνιζε η Λούλα και κουβαλούσαν και εκείνες τα ψωμιά τους και τα ταψιά τους και έκανε η Λούλα την εξυπηρέτηση. Και μέσα στα άλλα, έβρισκε χρόνο και διάθεση και έφτιαχνε με το περισσευούμενο ζυμαράκι, -που πάντα φρόντιζε να της περισσεύει αφού της το ζητούσαν τα παιδιά-, τα υπέροχα τηγανόψωμά της. Όμοια τους δεν έχουν ξαναφάει τα εγγόνια της. Χατίρι δεν τους χαλούσε και ας την τρέλαιναν. Ακόμα και καμιά απόπειρα να έκανε να τα φοβερίξει να ησυχάσουν, πήγαινε στράφι. Δεν έπειθε η γιαγιά για άγρια.

Πάσχα ήταν σαν και τώρα, που την είδε η εγγονή της η Βαγγελίτσα, να κλαίει βουβά όταν παρακολουθούσε τη λειτουργία του θειου δράματος, τη Μεγάλη Πέμπτη. Δεν είχε ξαναδεί την γιαγιά να κλαίει. Αλλά ένιωσε τον πόνο της και την συντριβή της. Γιατί μπορεί η γιαγιά να είναι αγράμματη, άλλα έχει πάντα μια γλυκύτητα και μια ταπεινότητα στο βλέμμα, που μοσχοβολάει Παράδεισο. «Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι, ότι αυτών εστίν η βασιλεία των ουρανών…»
Η γιαγιά ανήκει στην πάστα αυτή των ανθρώπων, που μπορούν να σου προσφέρουν τα πάντα, χωρίς να σε κάνουν να νιώσεις την παραμικρή υποχρέωση. Που θα αρρωστήσει και θα αγχωθεί όχι για την αρρώστια της, άλλα για το ότι γίνεται βάρος μια μέρα παραπάνω στα παιδιά της. Που θα βρεθεί στην ανάγκη να έρθει στην πόλη, αλλά ησυχία δεν θα βρει και ας έχει μεγαλώσει πια πολύ και ας μην βλέπει και ας μην μπορεί να προσφέρει πολλά πλέον, το μυαλό είναι στο χωριό της. Στο σπίτι της στο οποίο έχει ζήσει τα πάντα. Χαρές, γέλια, κοσμοσυρροή, περιστατικά άπειρα αλλά και πόνο και θρήνο και πένθος και καημούς. Κι όταν της λες «μείνε καμιά μέρα πάρα πάνω βρε γιαγιά», ακούς δικαιολογίες με τον 60χρονο πια γιο που «πρέπει να γυρίσω, είναι μόνος του, ποιος θα μαγειρέψει στο παιδί». Και ας είναι μια χαρά ο γιος, για εκείνην είναι πάντα το παιδί της, όπως παιδιά της είναι και τα παιδιά των παιδιών της και τα παιδιά των παιδιών των παιδιών της.

Κατακαημένη Αγλαΐτσα