«Νοῦς ὑγιής ἐν σώματι ὑγιεῖ».
Μετ: Για να είναι ο νους υγιής, πρέπει και το σώμα να είναι υγιές.
Έκφραση από ποίημα του σατιρικού ποιητή Γιουβενάλη, το γκούγκλαρα, δεν είχα ιδέα ποιος το είπε αλλά είχε καρφωθεί στο μυαλό μου, το οποίο μόνο υγιές δεν το έλεγες πριν κάτι μήνες. Μια τα σοβαρά θέματα υγείας των γονιών μου που με είχαν καθηλώσει στο σπίτι με όλα τα παρελκόμενα, μία που στη δουλειά γινόταν της εκδιδομένης γυναικός το σιδηρούν κιγκλίδωμα (sic), μία που η προσωπική μου ζωή πήγαινε από το κακό στο χειρότερο (άλλο κείμενο αυτό, μη βιάζεσαι μάνα μου), ε, δεν θα μπορούσες να πεις ότι το περιεχόμενο του ελαφρώς τεράστιου κεφαλιού μου λειτουργούσε με υγιείς τρόπους. Μάλλον δεν λειτουργούσε καθόλου, να πω την αλήθεια.
Κι εκεί λοιπόν που είμαι σταματημένη στο φανάρι ένα απόγευμα και χαζεύω με το βλέμμα του ροφού το άπειρο, ξαφνικά τσουπ! Να σου το άνωθεν ρητό. Κοιτάω γύρω μου κι αναρωτιέμαι αν κάποιος από τα διπλανά αυτοκίνητα το σφύριξε καθότι εγώ με τη γυμναστική έχουμε μία μικρή διένεξη. Τι είδους; Είμαι από αυτές που ενώ στα νιάτα τους το μόνο που ΔΕΝ είχαν κάνει ήταν κανόε καγιάκ, στην πορεία του χρόνου ξέχασαν εντελώς τι σημαίνει γυμναστική και ακούγοντας τη λέξη σφύριζαν αμέριμνα. Ψέματα, κατά διαστήματα γραφόμουν σε γυμναστήρια, έκανα αερόμπικ που το λατρεύω (ανωμαλία, το ξέρω αλλά αυτό είναι άλλο πονεμένο κεφάλαιο) αλλά στο δίμηνο σταματούσα γιατί έρχονταν Χριστούγεννα, Πάσχα, διακοπές, γενέθλια, γιορτές (έχω και μεγάλο κύκλο, δεν ήταν δύσκολο να βρω τη δικαιολογία).
Λέω μπα σε καλό μου, κάτι έπαθα, δεν εξηγείται αλλιώς. Ας το αγνοήσω. Αμ πως. Ξαφνικά χειροτέρεψε. Μία φωνή αρχίζει να μιλάει μέσα μου (του στυλ ακούω φωνές, μη γελάτε, αλήθεια λέω) και μου λέει «Θέλω να περπατήσω». Και αρχίζει ο διάλογος με αυτή τη φωνή. Όσο εγώ είμαι σταματημένη στο φανάρι. Και ξέρω καλά ότι έχω αρχίσει και τρελαίνομαι αλλά μπαίνω στο τριπάκι.
«Τι θέλεις πουλάκι μου είπες;»
«Θέλω να περπατήσω!»
«Μα καλά, εσύ δεν περπατάς ΠΟΤΕ σου, παίρνεις το αυτοκίνητο για να πας στο περίπτερο που βρίσκεται στη γωνία, πας καλά;»
«Το ξέρω αλλά πρέπει να περπατήσω λέμε!»
«Βρε συ ας το επεξεργαστούμε αυτό, μπορούμε να το λύσουμε με άλλον τρόπο, πιο… ξεκούραστο, όχι;»
«Όχι σου λέω, ξεκίνα να περπατάς από αύριο!!!»
Μη σας τα πολυλογώ, ήμουν και εξουθενωμένη τη συγκεκριμένη περίοδο, ζούσα στιγμές απείρου κάλλους στη ζωή μου, λέω οκ, ας μην υπεραναλύσουμε αυτό που σου συμβαίνει, έχεις και την τάση να το κάνεις αυτό γενικότερα στη ζωή σου μέχρι να το ξεφτιλίσεις το θέμα, είσαι αρκετά κουρασμένη για να διαφωνήσεις, ξεκίνα να το κάνεις.
Και ξεκίνησα.
Αγνόησα παντελώς τη φωνή που με παρακαλούσε να καθίσω σπίτι μου, ξέθαψα την φόρμα από το ντουλάπι, βρήκα τα αθλητικά παπούτσια (τα σπορτέξ θα έγραφα, εσείς της γενιάς μου καταλαβαίνετε…) και βγήκα στο Πεδίο του Άρεως να τρέξω στα λιβάδια λες και είχα πάρει όλα τα ναρκωτικά του κόσμου (βλ. το γνωστό ανέκδοτο με το λαγό).
Τα πρώτα 100 μέτρα ήταν εύκολα. Ήταν και λίγο κατηφόρα, λέω το ‘χω, σιγά το δύσκολο. Μέχρι που βγήκα στην ευθεία. Και ξαφνικά άρχισα να ιδρώνω λες και ήμουν σε σάουνα ενώ το περπάτημα πλέον ήταν σαν να με τραβάει με το ζόρι κάποιος από πίσω. Και ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι είμαι παλαβή, τι δουλειά είχα εγώ που είχα να περπατήσω χρόνια να περπατάω σαν την τρελή γύρω γύρω από το πάρκο; Γιατί το έκανα αυτό στον εαυτό μου; Πόσο τον μισούσα τελικά; Δυστυχώς όμως δεν μπορούσα πλέον να κάνω πίσω, είχα διανύσει το 1/3 και δεν με έπαιρνε να κάνω πίσω, μόνο μπροστά μπορούσα να πάω. Και πήγα. Και τα υπόλοιπα 2/3 ήταν ανηφόρα. Και σε μία ώρα κατάφερα να κάνω 2 χιλιόμετρα για να φτάσω σπίτι μου. Και αφού επιβίωσα από το περπάτημα και δήλωσα προσευχόμενη ευγνωμοσύνη στο Δημιουργό που με κράτησε ζωντανή και δεν έπαθα έμφραγμα, μπήκα σε καφέ της περιοχής μου για να κεράσω τον περήφανο εαυτό μου για την επιτυχία μου. Και με το που παρήγγειλα τον καφέ άρχισα να σχηματίζω λιμνούλες στο σημείο που καθόμουν από τον ιδρώτα, ο σερβιτόρος με κοίταξε με φόβο, με ρώτησε αν ήμουν καλά, άρχισε να ψάχνει απεγνωσμένα βοήθεια μέσα στο μαγαζί με το βλέμμα του κι εγώ πήρα τον περήφανο ντροπιασμένο εαυτό μου παραμάσχαλα και γύρισα σπίτι.
Στο καπάκι τηλέφωνο μανούλας:
«Έλα παιδί μου που ήσουν;»
«Είχα πάει για περπάτημα»
«Έλα γιατί μάλλον έχει πρόβλημα η γραμμή, που πήγες είπες;»
«Για περπάτημα μάνα!»
«Χαχαχαχαχαχαελα τώρα, πες μου που πήγες»
«Δεν θα το ξαναπώ, πήγα να περπατήσω!»
«Εσύ;; Για περπάτημα;;;; ΜΠΟΥΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ!»
Στο σημείο εκείνο της έκλεισα το τηλέφωνο και κατάλαβα ότι τελικά ναι, είχα ξεκουτιάνει εντελώς, χάιδεψα τρυφερά τον ώμο μου, είπα στον εαυτό μου φτου σου κοπέλα μου, ελπίζω να πήρες αυτό που ήθελες και έκλεισα το κεφάλαιο περπάτημα. Μέχρι την επόμενη μέρα που ξύπνησα και άκουσα πάλι αυτή τη φωνή «Σήκω, πάμε για περπάτημα». Και εκεί το πήρα απόφαση ότι ναι, δεν είμαι καλά, είμαι άρρωστη και πλέον δεν έχω δική μου βούληση αλλά το σώμα μου κυριαρχεί στον εγκέφαλο οπότε ας το αποδεχτούμε και πάμε να δούμε πως θα καταλήξει αυτό.
Έχουν περάσει πέντε μήνες από την ηρωική εκείνη πρώτη φορά. Τρέχω ανελλιπώς τουλάχιστον τρεις φορές την εβδομάδα. Καλά, βασικά δεν τρέχω γιατί έχω εγχειρισμένο γόνατο προ διετίας και το χρησιμοποιώ ως δικαιολογία αλλά μοιάζω λίγο σαν αυτούς τους ταλαίπωρους που κάνουν βάδην, δυστυχώς χωρίς τη χαριτωμενιά τους. Αν δεν τρέξω, νιώθω ενοχές λες και έχω φάει μία ολόκληρη τούρτα. Τρέχω παντού, σε δρόμους, σε γήπεδα, σε πάρκα, μέχρι και στις διακοπές μου φορούσα αθλητικά και έτρεχα στα χωράφια (αυτό που διαβάζουμε και γελάμε για τους σκύλους που κυνηγούν τους πρωτευουσιάνους που κάνουν τζόκινγκ, ναι, είναι αλήθεια, εμένα με κυνήγησαν μέχρι και κότες αλλά εγώ δεν μάσησα, γενναία γαρ) και πλέον βρίσκω κι άλλους φίλους-θύματα και τους χώνω με το απίθανο λέγειν μου (είμαι αστέρι στο να πείθω τους γύρω μου) στο χώρο της άθλησης, να τρέχουμε όλοι μαζί στα λιβάδια (είπαμε, βλ. το γνωστό ανέκδοτο με το λαγό).
Δεν ξέρω τι συνέβη εκείνη τη στιγμή πριν από μήνες. Το μόνο που ξέρω όμως είναι πως άλλαξε η ζωή μου, άλλαξε το σώμα μου και επιτέλους κατάφερα να αδειάσω το κεφάλι μου από όλη εκείνη τη σαβούρα που είχε γεμίσει τόσο καιρό και να δω τα πράγματα από άλλη οπτική γωνία.
Εφόσον το έκανα εγώ, μπορείς να το κάνεις κι εσύ. Και αν σκεφτείς πως βαριέσαι, δεν μπορείς, δεν αντέχεις, δεν έχεις χρόνο (ξέρω τι θα σκεφτείς, τα έχω σκεφτεί εγώ η ίδια πριν από σένα, άκου που σου λέω) να θυμάσαι πως δεν είσαι μόνο το μυαλό σου, το οποίο κάνει τα πάντα μερικές φορές για να σε κρατήσει στο ίδιο στατικό, άρρωστο σημείο που βρίσκεσαι αυτή τη στιγμή. Είσαι και το σώμα σου. Άκουσε το.
Και τρέξε κι εσύ στα λιβάδια. Κάπου θα με πετύχεις.