Ο Παύλος γνώρισε την Άσπα όταν εκείνος ήταν 23 και εκείνη 18. Ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά. Χείμαρρος κανονικός. Φωτιά μεγάλη. Εκείνη είχε χάσει την νομική για λίγα μόρια και είχε σκοπό να ξαναδώσει εξετάσεις. Πέρασαν έναν χρόνο μαγικό μέσα στον έρωτα, τους όρκους και την αγάπη. Εκείνη πέρασε νομική στην Αθήνα μακριά από την μικρή τους πόλη. Ο Παύλος περήφανος από την πρώτη στιγμή πήγε μαζί της, να της βρει σπίτι, να την βοηθήσει να στήσει τη ζωή της. Και κάθε δέκα μέρες πήγαινε να την δει. Οδηγούσε 10 ώρες κουρασμένος από τη δουλειά αλλά δεν τον πείραζε. Αρκεί να πήγαινε στην Άσπα.

Τα πρώτα χρόνια στις γιορτές η Άσπα γύριζε στην μικρή τους πόλη. Όσο όμως περνούσε ο καιρός εκείνη άλλαζε. Και ο Παύλος το έβλεπε. Δεν τον πείραζε. Άλλωστε εκείνη θα γινόταν δικηγόρος. Εκείνος δεν είχε τελειώσει τίποτα. Αγρότης ήταν. Αλλά ήθελε να είναι ισάξιος. Ήθελε την Άσπα να περπατάει περήφανα δίπλα του. Ο Παύλος άρχισε να διαβάζει. Ξεκίνησε με τραγικούς ποιητές, ήθελε να νιώθει άνετα όταν η Άσπα τον πήγαινε στα θέατρα. Να ξέρει που πηγαίνει. Διάβαζε λογοτεχνία και ποίηση ενώ παράλληλα προσπαθούσε να μάθει τρόπους συμπεριφοράς για επίσημα τραπέζια. Άρχισε να μαθαίνει και λίγα αγγλικά που δεν ήξερε. Μόνος του χωρίς βοήθεια.

Δεν άκουσε ποτέ ένα μπράβο, ούτε είδε αναγνώριση στα μάτια της. Άρχισε να προσπαθεί και άλλο. Παράλληλα της πλήρωνε το ενοίκιο και όλη την διαμονή στην Αθήνα γιατί στο μεταξύ ο πατέρας της πέθανε και δεν είχε άλλους πόρους. Κρυφά. Εκείνη νόμιζε πως πληρώνει ο παππούς της.

Η Άσπα πήρε πτυχίο. Και ήρθε η τελετή της ορκωμοσίας. Περήφανος ο Παύλος δάκρυσε όταν την είδε να κρατά το πάπυρο. Δεν έδωσε σημασία όταν εκείνη τον πήγε για φαγητό χωρίς τις παρέες της. Άλλωστε τόσα χρόνια δεν είχε γνωρίσει κανέναν φίλο της. Είχε πιστέψει τα λόγια της πως δεν είχε στενές παρέες απλά γνωστούς.

Η Άσπα συνέχισε να μένει Αθήνα. Έψαχνε μεταπτυχιακά και δουλειά. Ο Παύλος σταθερά εκεί, δίπλα της, να την στηρίζει ψυχολογικά, οικονομικά, να την αγαπάει, να την λατρεύει. Συνέχιζε ακάθεκτος να μαθαίνει πράγματα. Προσπαθούσε να γίνει καλύτερος. Έκανα σχέδια για το μέλλον. Ο Παύλος ήθελε να παντρευτούν, η Άσπα δεν είχε σκοπό να γυρίσει στην πόλη τους.

Τα έβαλε κάτω εκείνος. Θα πήγαινε στην Αθήνα να μείνουν μαζί, αφού εκείνη το ήθελε. Για μήνες προσπαθούσε να βάλει σε τάξη τις δουλειές του. Να υπολογίσει πως θα ζήσουν εκεί. Έψαξε παντού να βρει δουλειά στην πρωτεύουσα. Νοίκιασε τα χωράφια του, πούλησε μερικά, βρήκε μια ταπεινή δουλειά στην Αθήνα, δεν τον πείραζε άλλωστε, ποτέ του δεν τον τρόμαξε η δουλειά, έριξε τα πράγματα στο σάκο του και ξεκίνησε.

Με την Άσπα το είχαν κανονίσει. Εκείνος θα ήταν στο εργοστάσιο εργάτης και εκείνη θα συνέχιζε με τις σπουδές της. Θα έμεναν μαζί και σύντομα θα έκαναν τον γάμο τους. Ο Παύλος τα είχε σκεφτεί όλα. Η Άσπα ήθελε όμορφα πράγματα και ακριβά. Δεν ήθελε να της λείψει τίποτα. Θα δούλευε εκείνος και αν χρειαζόταν θα πουλούσε και άλλα χωράφια, θα έβρισκε και άλλη δουλειά.

Ήταν απόγευμα όταν έφτασε στην πόλη. Όταν μπήκε στο σπίτι απόρησε που δεν ήταν εκείνη εκεί. Ζαλισμένος ακόμα από τις πολλές ώρες οδήγησης δεν έδωσε σημασία στην αρχή στα πράγματα που έλειπαν. Με μυαλό μπερδεμένο κοιτούσε αριστερά, δεξιά. Έτρεξε στις ντουλάπες. Όλα τα πράγματα της Άσπας έλειπαν. Την πήρε αμέσως στο κινητό. Το είχε κλειστό. Το μάτι του έπεσε στο τραπέζι της κουζίνας. Ένας μεγάλος φάκελος με γραμμένο το όνομα του τον περίμενε. Με χέρια που έτρεμαν τον άνοιξε και με σπασμένη καρδιά διάβασε: περάσαμε όμορφα αυτά τα χρόνια αλλά δεν πάει άλλο. Εγώ είμαι δικηγόρος και εσύ είσαι ο Παύλος. Δεν μπορείς να σταθείς δίπλα μου. Είσαι λίγος μπροστά σε αυτό που είμαι εγώ. Ευχαριστώ για όλα. Να είσαι καλά.

Για τον Παύλο ο χρόνος σταμάτησε εκείνη την στιγμή. Για ώρες κρατούσε το γράμμα και κοιτούσε το κενό. Τον είχε κοροϊδέψει με τον χειρότερο τρόπο. Εκείνος είχε δώσει τα πάντα και εκείνη τον άδειασε. Αυτό το είσαι λίγος γυρνούσε στο μυαλό του συνέχεια και θα γυρνούσε για πολλά χρόνια.

Ο Παύλος γύρισε στην πόλη του αλλά ήταν πλέον ένας άλλος άνθρωπος. Και αν εκείνη τη νύχτα διαλύθηκε, τις μέρες που ακολούθησαν με αυτά που έμαθε, καταστράφηκε. Όσο εκείνος πουλούσε την περιουσία του για να μπορέσει να στήσει τη ζωή του με την Ασπα εκείνη είχε σχέση με μεγάλο δικηγόρο. Και όταν εκείνος οδηγούσε για να φτάσει κοντά της εκείνη χόρευε τον χορό του Ησαΐα στην εκκλησία.

Τα χρόνια που ακολούθησαν βρήκαν τον Παύλο να δουλεύει σαν σκυλί. Πήρε πίσω τα χωράφια του, αγόρασε και άλλα και σιγά σιγά δημιούργησε μια αξιόλογη περιουσία. Με σκληρή δουλειά, κόπο και ιδρώτα. Στα 40 του ήταν περιζήτητος γαμπρός. Δεν έκανε ποτέ σχέση μετά την Άσπα. Οι γυναίκες περνούσαν από το κρεβάτι του και μετά τις έδιωχνε από τη ζωή του. Όχι άτιμα, ούτε ανήθικα. Εξ αρχής ήταν ξεκάθαρος ως προς τα θέλω του.

Εκείνο το βράδυ ο Παύλος πήγε στο μπαρ του κολλητού του μετά τη δουλειά. Καθισμένος στο μπαρ, είδε τον φίλο του μέσα από την μπάρα να παγώνει στη θέση του και απόρησε. Γύρισε το κεφάλι του και την είδε. Ήταν η Άσπα. Ντυμένη στην τρίχα. Με διαφορετικά μαλλιά, άψογο μακιγιάζ, μια κούκλα όπως πάντα. Ένιωσε πως τον έχει χτυπήσει ρεύμα. Χιλιάδες συναισθήματα αντιφατικά πλημμύρισαν το είναι του. Είσαι λίγος θυμηθηκε και σηκώθηκε απότομα για να φύγει. Η Άσπα τον πρόλαβε και τον άρπαξε από το χέρι.

“Παύλο…” είπε.
Εκείνος ένιωσε αηδία στο άγγιγμα της. Ένιωσε πως του έκαψε το χέρι.
“Μην με αγγίζεις”
“Θέλω να σου μιλήσω”
“Νωρίς το θυμήθηκες” της απάντησε μέσα από τα δόντια του.
“Παύλο θέλω να σου μιλήσω” είπε εκείνη σοβαρά. “Μένω σε ένα ξενοδοχείο στην πόλη” Του έβαλε στην τσέπη του μπουφάν μια κάρτα. “Αυτό είναι το τηλέφωνο μου. Σε παρακαλώ.”
Εκείνος την κοίταξε με απορία, θυμό, και οργή “Τι σκατά θέλεις;”
“Θέλω να μιλήσουμε και θέλω μια νύχτα Παύλο, μια νύχτα μαζί σου.”
Εκείνος δεν μπορούσε να πιστέψει στα αυτιά του.
“Δεν πηδάω πόρνες.”

Έφυγε. Δεν την πήρε τηλέφωνο. Αντιφατικά συναισθήματα τον είχαν πλημμυρίσει. Δεν μπορούσε να καταλάβει την συμπεριφορά της. Τι ήθελε εκείνη μετά από τόσα χρόνια;

Πέρασαν μήνες από εκείνη τη νύχτα. Ήταν στη δουλειά όταν τον πήρε τηλέφωνο ο σύζυγος της Άσπας. Όταν η κλήση τερματίστηκε Ο Παύλος έφυγε σφαίρα για την Αθήνα. Πήγε αμέσως στην διεύθυνση που του είχαν δώσει. Ο σύζυγος τον πλησίασε και του είπε “σε περίμενε.” Με κομμένα πόδια ο Παύλος μπήκε στο δωμάτιο της κλινικής. Είδε την Άσπα με μάτια κλειστά και σωληνάκια σε όλο το σώμα. Έμεινε δίπλα της ώρες. Κάποια στιγμή εκείνη άνοιξε τα μάτια. Κοιτάχτηκαν βαθιά, του φάνηκε πως είδε το χαμόγελο της πριν εκείνη φύγει.

Η Άσπα δεν είχε πολύ χρόνο. Το ήξερε. Για ποιό λόγο έψαξε τον Παύλο κάνεις δεν έμαθε ποτέ.

Ο Παύλος σήμερα ζει στην πόλη του. Δουλεύει σκληρά. Πενθεί ακόμα για εκείνη αν και έχουν περάσει 5 χρόνια. Δίνει όλη του την αγάπη στην μικρή ανιψιά του. Όχι, δεν ξεπέρασε ποτέ αυτά που έγιναν. Δεν παντρεύτηκε ποτέ.