3 η ώρα. Η Καίτη ακούμπησε τα πόδια κάτω και σηκώθηκε αργά. Κάνοντας τα πρώτα βήματα, το μακρύ νυχτικό θρόησε απαλά. Στο δίπλα δωμάτιο η μάνα της γύρισε πλευρό βγάζοντας ένα βογγητό. Κάθε νύχτα εδώ κ πολύ καιρό η Καίτη σηκωνόταν ακριβώς την ίδια ώρα. Κάθε που κοιτούσε το ρολόι την εντυπωσίαζε ότι έδειχνε ακριβώς τον ίδιο αριθμό. Σύντομα όμως το ξεχνούσε. Κάθε φορά έκανε ακριβώς τις ίδιες κινήσεις. Σαν έναν χορό, μια τελετουργία. Έβγαινε από το σκοτεινό δωμάτιο και πήγαινε στην κρεβατοκάμαρα της μάνας της. Την σκέπαζε (πάντα κοιμόταν άτσαλα η κυρά Χρυσούλα) και έβγαινε πάλι αθόρυβα. Τριγυρνούσε στο σπίτι έως ότου να ξημερώσει. Μόνη. Χωρίς να ανοίγει τηλεόραση ή ραδιόφωνο. Είχαν καιρό που δεν δούλευαν. Η μάνα άραγε γιατί δεν φώναζε έναν μάστορα;

Στο μυαλό της είχε ως ιδέα ότι έπασχε από μια σπάνια ασθένεια που δεν της επέτρεπε να επικοινωνεί με τους γύρω. Ζούσε μόνο τη νύχτα, καταδικασμένη να περιφέρεται σε σκοτεινά δωμάτια. Η μοναξιά της ήταν αφόρητη. Κανένα άλλο πλάσμα δεν πρέπει να είχε βιώσει τέτοια ερημιά. Σε κανένα δεν θα το ευχόταν κιόλας. Ούτε που ήξερε τι κακό είχε κάνει και το πλήρωνε τώρα με τέτοια κατάρα. Κάποιες φορές προσπάθησε να ξυπνήσει την μάνα της. Αυτή τη μάνα που συνήθως τσακώνονταν και βρίζονταν και την οποία πλήγωνε ως γνήσια κόρη, τόσο μα τόσο συχνά και με τόσο τεράστιο εγωισμό. Αυτή η μάνα ήταν τώρα η μόνη της ελπίδα για επαφή. Να ακούσει μια φωνή ανθρώπινη, να μάθει έστω αυτό που ήταν κάποτε ο κύριος τσακωμός τους «τι λέει ο κόσμος» τι νέα υπάρχουν από τους γύρω. Να παντρεύτηκε άραγε τον Κώστα η Μαιρούλα; Αυτή που όλο της έλεγε η μάνα της, να ορίστε τον τύλιξε τον γαμπρό. Εσύ πότε θα βρεις κάνα καλό παιδί: και γινόταν ταύρος μαινόμενος η Καιτούλα. Να έγινε προϊσταμένη στο σουπερ μάρκετ η κόρη της κυρά Μαργαρίτας; που ορίστε, κάνει καριέρα ενώ αυτή με τα εικαστικά της και τις βλακείες δεν μπορούσε να σταυρώσει δουλειά. Και η Καίτη έβριζε τη μάνα, βροντούσε την πόρτα και χανόταν για μέρες. Καβαλούσε τη μηχανή της, έλειπε καιρό χωρίς καν να την παίρνει ένα τηλέφωνο. Και γυρνούσε όταν τα νεύρα της περνούσαν χωρίς ούτε μια εξήγηση, χωρίς ούτε μια προσπάθεια να ανασκευάσει την αγωνία της μάνας. Και τώρα; Τι δεν θα έδινε για έναν τσακωμό έστω. Για ένα κούφιο κουτσομπολιό για ανθρώπους που ούτε καν την ένοιαζαν. Μα η κυρά Χρυσούλα όσες φορές και να την σκουντούσε να ξυπνήσει, απλά αναστέναζε και άλλαζε θέση στο κρεβάτι. Πρέπει να κουράζεται πολύ η μάνα, γερνά κιόλας, σκεπτόταν η Καίτη τότε και την χάιδευε το μέτωπο παρατηρώντας ότι όλο και πλήθαιναν οι ρυτίδες . μα πότε έσπασε έτσι; Και έβγαινε από το δωμάτιο. Πήγαινε στο δικό της έψαχνε το συρτάρι με τα καλλυντικά, έπαιρνε την αντιρυτιδική της και πήγαινε και την ακουμπούσε στο κομοδίνο δίπλα στην κυρά Χρυσούλα.

Η Χρυσούλα ξυπνούσε όπως κάθε μέρα δίχως να έχει καταφέρει να ξεκουραστεί. Τα 60 χρόνια της τα ένιωθε κάθε μέρα σαν να ήταν διπλά. Τίποτα δεν την ηρεμούσε και ο ανήσυχος ύπνος ήταν πλέον ρουτίνα. Το δε κλάμα, δεν σταματούσε στιγμή. Μόνο τις ώρες που καθόταν και φρόντιζε τον κήπο της, στέρευε λίγο και κατά κάποιον τρόπο ξεχνιόταν. Όσο μπορεί δηλαδή να ξεχαστεί κάποιος που ζει και δεν ζει. Όλη σχεδόν την μέρα προσπαθούσε να την βγάζει στον κήπο να ξεφεύγει. Αλλά πολλές μέρες αυτό ήταν αδύνατον. Έτσι τριγυρνούσε στα άδεια δωμάτια και μουρμούριζε. Μιλούσε σαν να είχε έναν αόρατο συνομιλητή. Που όμως όποιος και να ήταν θα αδυνατούσε να καταλάβει τα λόγια της αφού διακόπτονταν από αναφιλητά. Μόνο ένα μονότονο «κόρη μου, κόρη μου» διακρίνονταν που και που. Η μοναξιά της ήταν ατέλειωτη. Εσκεμμένα είχε αποκοπεί από όλα και όλους γύρω της. Δεν ήθελε να ακούει ειδήσεις, δεν ήθελε να μαθαίνει κανενός τα νέα. Όχι μετά από εκείνη τη μέρα. Τη μέρα που έβλεπε στην τηλεόραση για το τραγικό δυστύχημα στην παραλιακή. Και την ίδια στιγμή βροντούσαν τηλέφωνα και κουδούνια να της πουν ότι η μηχανή της Καίτης της, είχε χωθεί κάτω από ένα φορτηγό. Από τότε η τηλεόραση και το ράδιο σώπασαν για πάντα. Και το τηλέφωνο αποσυνδέθηκε. Από τότε η ζωηρή και δραστήρια, η αέναη κυρία Χρυσούλα, μεταμορφώθηκε σε μια μαυροφόρα γριά που μόνο έκλαιγε, παραμιλούσε, και πότιζε τον κήπο. Η γειτονιά στην αρχή της χαμογελούσε με συμπόνια. Αλλά με τον καιρό την είπαν τρελή. Δεν ήταν τυχαίο που την άκουγαν να μιλάει στην νεκρή κόρη της. «Κόρη μου, κόρη μου, γιατί έφυγες; Γιατί άστρο μου; Γιατί φως μου;» την άκουγαν να μουρμουρίζει και κουνούσαν το κεφάλι. Μερικοί κρυφογελούσαν κιόλας.

Έτσι και τώρα. Βγήκε η κυρά Χρυσούλα να κλαδέψει εκείνη την μικρή τριανταφυλλιά στην άκρη του φράκτη και είδε την Μαιρούλα με τον Κώστα να σέρνουν ένα καροτσάκι. «Πάμε από απέναντι Κωστή μου» είπε η Μαίρη «δεν θέλω να δει η τρελή το μωρό, είναι γρουσουζιά». Το άκουσε η Χρυσούλα και ντράπηκε. Έτρεξε μέσα στο σπίτι και έπεσε με αναφιλητά στο κρεβάτι της. Τότε ήταν που είδε για άλλη μια φορά την κρέμα στο κομοδίνο. Μα πότε την πήρε; Και γιατί; Πως κάθε μέρα το έκανε και μετά το ξεχνούσε; Την έπιασε και με ευλάβεια και πήγε και την ξανάβαλε στο συρτάρι στο δωμάτιο της Καίτης, που έμενε απείραχτο. «να δεις που έχουν δίκιο τελικά. Έχω αρχίσει να τα χάνω. Ακούς παιδί μου;» ψιθύρισε και έβαλε πάλι τα κλάματα.