Η Γιωργία όρθια στην αυλή πήγαινε και ερχόταν από τα χαράματα σχεδόν. Εδώ και ένα μήνα ο μονάκριβος γιός της της ανακοίνωσε ότι θα φέρει στο σπίτι την γυναίκα που διάλεξε να παντρευτεί. Ήξερε ότι κάποια στιγμή αυτό θα γινόταν, αλλά και πάλι την βρήκε απροετοίμαστη. Χήρα εδώ και αρκετά χρόνια μεγάλωσε τον Δημήτρη μόνη της και ήταν η μόνη της έννοια. Μικρό παιδί ήταν όταν ο πατέρας του αρρώστησε και τους άφησε. Νέα γυναίκα με ένα μωρό παιδί έκανε τα πάντα για να μεγαλώσει να σπουδάσει και να μην του λείψει τίποτα. Της είχε μεγάλη αδυναμία ο Δημήτρης και την λάτρευε και την μάλωνε συχνά που δεν έφτιαξε ξανά την ζωή της. Ούτε να ακούσει κάτι τέτοιο δεν ήθελε η Γιωργία, που ξύπναγε και κοιμόταν με την σκέψη της στο μοναχογιό της.

Η Γωγώ και ο Δημήτρης γνωρίστηκαν στην καφετέρια που δούλευε η Γωγώ. Κάθε μέρα πριν πάει στην σχολή γεωπονίας ο Δημήτρης έπαιρνε τον καφέ του από εκεί για να την βλέπει. Είχε χορτάσει από γυναίκες κάθε λογής και στην Γωγώ είδε αυτό που έψαχνε. Καλή, ευγενική και μετρημένη. Δεν ήταν προκλητική στο ντύσιμο της σε σχέση με αυτά που έβλεπε καθημερινά και χαμήλωνε τα μάτια σαν την κοίταζε. Πέρασε αρκετός καιρός μέχρι να καταφέρει να την πείσει να βγούνε οι δύο τους. Ορφανή και από τους δύο γονείς ζούσε με την ξαδέρφη της που μεγάλωσαν σαν αδερφές. Οι θείοι της την έστειλαν Αθήνα, παρέα με την κόρη τους που είχε περάσει στο πανεπιστήμιο και η Γωγώ σπούδαζε κομμωτική ενώ παράλληλα δούλευε σε ένα καφέ. Άπειρη από σχέσεις και άντρες ερωτεύτηκε τον Δημήτρη κεραυνοβόλα και πάνω στον χρόνο της ζήτησε να τον ακολουθήσει στο χωριό και να παντρευτούν. Ο Δημήτρης θα αναλάμβανε τα κτήματα που είχαν στο χωριό τελειώνοντας την σχολή του. Η Γωγώ δέχτηκε με χαρά, πρώτον γιατί λάτρευε τον Δημήτρη και δεύτερον της άρεσε η επαρχία καλύτερα από την Αθήνα.

«Κυρία Γιωργία έλα να σου γνωρίσω τη νύφη σου την Γωγούλα. Έχετε και το ίδιο όνομα. Σαν γεννηθεί η νύφη στην πεθερά θα μοιάσει. Έτσι δεν λένε; Για να δούμε θα τα βρείτε οι δύο σας;» Η Γωγώ και η Γιωργία στην πρώτη τους γνωριμία, κοιτάχτηκαν στα μάτια και μέτρησε η μια την άλλη. Το μόνο που ήταν σίγουρο, ήταν ότι αγαπούσαν πολύ και οι δύο τον Δημήτρη. Η Γιωργία δεν μπορούσε να πει με σιγουριά αν της άρεσε ή όχι η νύφη της αλλά από την πρώτη στιγμή την είδε ανταγωνιστικά. Δεν το ήθελε, δεν το έκανε επίτηδες αλλά όσο την έβλεπε να προλαβαίνει κάθε επιθυμία του Δημήτρη πριν από εκείνη, έσκαγε από θυμό. Καφέ ήθελε ο Δημήτρης, έτρεχε η Γωγώ. Φαγητό ήθελε ο Δημήτρης, του το έφτιαχνε η Γωγώ. Έπλενε τα ρούχα του και τα σιδέρωνε και η Γιωργία ένιωθε παρείσακτη μέσα στο ίδιο της το σπίτι. Το να είναι ο Δημήτρης στο χωριό και να μην τον περιποιείται ήταν σαν να μην είχε νόημα η ζωή της. Αυτό δεν μπορούσε να συνεχιστεί έτσι αποφάσισε να λάβει τα μέτρα της.

Όταν έφτιαχνε πίτα του Δημήτρη η Γωγώ, η πεθερά της με μαεστρία ανακάτευε τα υλικά όταν δεν την έβλεπε. Δυνάμωνε την θερμοκρασία στο φούρνο και πριν την πάρει είδηση την ξανακατέβαζε. Οι πίτες δεν τρωγόταν, ο Δημήτρης με το ζόρι έτρωγε ένα κομμάτι κι αυτό γιατί μυξόκλαιγε η Γωγούλα. Μια αλάτι στον καφέ, μια τρίχες μέσα στο πιάτο του, στα λευκά ρούχα έριχνε και κάτι σκούρο. Η Γωγώ δεν μπορούσε να καταλάβει πως έκανε τόσα λάθη. Ο Δημήτρης στην αρχή το διασκέδαζε αλλά με τον καιρό την μάλωνε να είναι λίγο πιο προσεκτική. Θα μπορούσε και η μάνα του να μαγειρεύει και να του πλένει, της είπε μια μέρα. Η Γωγώ στεναχωρήθηκε πολύ. Ήθελε η ίδια να τον φροντίζει μιας και σε λίγο καιρό θα γινόταν και επίσημα γυναίκα του.

Στις προετοιμασίες του γάμου η κυρία Γιωργία είχε άποψη για όλα. Σε όλα ανακατεύτηκε ακόμη και στα εσώρουχα που θα φορούσε κάτω από το νυφικό. Η Γωγώ άρχισε να δυσανασχετεί αλλά ο Δημήτρης δεν φαινόταν να την συμμερίζεται. Υπήρξαν φορές που η Γιωργία ευχόταν κάτι να συμβεί και να μην γίνει αυτός ο γάμος. Η ζήλια και ο ανταγωνισμός την είχαν τυφλώσει που ούτε σκέφτηκε ποτέ το αποτέλεσμα των πράξεων της. Μερικές μέρες πριν το γάμο, μοιράζοντας τα προσκλητήρια η Γωγώ, βρέθηκε στο γειτονικό σπίτι που έμενε ένας νεαρός με τους γονείς του. Εκείνη την ώρα που ο Δημήτρης γύριζε σπίτι είδε την Γωγώ να μιλάει με τον νεαρό γείτονα.
«Μάνα, τι κάνει η Γωγώ δίπλα στους γείτονες;» Η Γιωργία άρπαξε την ευκαιρία που έψαχνε και έπλεξε το ψέμα της. Ότι μέρες τώρα βλέπει την Γωγώ εκεί μαζί του τις ώρες που λείπει εκείνος, όλο χάχανα και γελάκια και δήθεν τάχα πως ήθελε να του τα πει αλλά δεν ήξερε πως. Έξαλλος ο Δημήτρης όταν γύρισε η Γωγώ έγινε ένας μεγάλος καυγάς και η Γιωργία έτριβε τα χέρια της. Η Γωγώ έφυγε και ο γάμος αναβλήθηκε. Ο Δημήτρης ήταν χάλια, δεν έτρωγε, δεν κοιμόταν και η διάθεση του κάθε μέρα και χειρότερη. Δεν τον είχε ξανά δει έτσι η Γιωργία.

«Δεν πάει άλλο αυτή η κατάσταση μάνα, θα φύγω δεν μπορώ. Μου έγινε μια πρόταση για δουλειά στην Γερμανία και θα φύγω. Ίσως τότε σταματήσω να σκέφτομαι την Γωγώ και συνέλθω» Δεν άκουσε παρακάτω η Γιωργία, την χτύπησε εγκεφαλικό και ξύπνησε μετά από μια εβδομάδα στο νοσοκομείο. Τον πρώτο άνθρωπο που αντίκρισε στο προσκεφάλι της ήταν η Γωγώ. «Δημήτρη, τρέξε η μητέρα σου άνοιξε τα μάτια της» Πλήθος κόσμου συγκεντρώθηκε στον δωμάτιο της. Γιατροί, νοσηλευτές και φυσικά ο Δημήτρης. Δυστυχώς η κυρία Γιωργία από το εγκεφαλικό, έμεινε ανάπηρη από την μια πλευρά και επηρεάστηκε και η ομιλία της.

Η Γωγώ χτένιζε την πεθερά της και της έφτιαχνε έναν υπέροχο κότσο. Την είχε ντύσει όμορφα και την είχε βάψει κιόλας. «Θα είσαι πολύ όμορφη σήμερα μάνα, η εγγονή σου θα πάρει το όνομα σου και όλα θα πρέπει να είναι τέλεια» Δάκρυα κύλησαν από τα μάτια της Γεωργίας ακόμη μια φορά από την ευγνωμοσύνη και την περιποίηση της νύφης της. Από την μέρα που βγήκε από το νοσοκομείο ανέλαβε την ευθύνη και την φροντίδα της πεθεράς της που κάθε μέρα της έσφιγγε τα χέρια και κλαίγοντας κατέβαζε το κεφάλι της από ντροπή.