Αγαπητή Σαδίστρια,

Σου γράφω αυτό το γράμμα την ώρα που αφήνω την τελευταία πνοή μου ένα καλοκαιρινό βράδυ του Σαββάτου στη βεράντα σου. Εξαιτίας σου βρίσκομαι στο νεκροκρέβατο μου και αντί να απολαμβάνω τις στερνές ανάσες μου στο καθαρό αεράκι, εγώ γράφω αυτό το γράμμα για να σε κάνω να υποφέρεις από τύψεις και ενοχές. Να σαπίσεις στα βάθη της κολάσεως την ώρα που σε βασανίζουν όπως βασανίστηκα εγώ από σένα τόσο καιρό. Να παρακαλάς για ένα ποτήρι νερό και να σου δίνουν μπάμιες!

Εγώ ρε φίλε, εγώ που ήμουν μία φτωχή πλην τίμια πετούνια και ήρθα σ’ αυτή τη ζωή για να απολαύσω το οξυγόνο και να δώσω χαρά στους ανθρώπους, δεν ξέρω τι σκατά έγινε και βρέθηκα στα χέρια σου. Φαντάσου κάρμα που κουβαλώ που μέσα σε τόσα δισεκατομμύρια ανθρώπους σ’ αυτόν τον κόσμο που λατρεύουν τα λουλούδια και τα φροντίζουν σαν παιδιά τους, εγώ έπεσα σε σένα. Το μόνο που ευελπιστώ είναι στην επόμενη ζωή να ξαναγυρίσω σαν αράχνη και να κατσικωθώ μέσα στο αυτί σου μέχρι να τα κακαρώσεις από τον τρόμο. Γαϊδάρα.

Έφαγα τα νιάτα μου μαζί σου… Μπουμπούκι με πήρες και με κατέστρεψες. Εγώ που ήμουν ένα άνθος γεμάτο ομορφιά και κάλλος, βρέθηκα κάθε τρεις μέρες να αργοπεθαίνω εξαιτίας σου. Τόσο δύσκολο ήταν να μου ρίξεις λίγο νεράκι; Κουραζόσουν τάχα να βγεις στο μπαλκόνι και να με ποτίσεις, έτσι; Και μην ακούς τις καταραμένες καλαχόες σου, αυτές επιβιώνουν όπως οι κατσαρίδες. Τέσσερις μήνες είχες να τις ποτίσεις αχαΐρευτη και μόλις τους έριξες νερό, αυτές μόνο που δεν σε προσκύνησαν και άρχισαν να ανθίζουν. Γλειφτράκια ρε φίλε, ποτέ δεν τις χώνεψα.

Να μιλήσω για τις άλλες φίλες μου στο βρωμερό μπαλκόνι σου; Τι να πω για την πονεμένη γαρδένια σου; Αυτή κι αν υπέφερε πριν αφήσει την τελευταία πνοή της έναν 15αυγουστο…. Με παρακαλούσε να τη βοηθήσω κι εγώ την κοιτούσα μισοξεραμένο χωρίς να μπορώ να κάνω τίποτα. Επέζησα μόνο γιατί ήμουν κοντά στο μπαλκόνι της γειτόνισσας σου και όταν πότιζε το φίκο της έρχονταν κάτι σταγονίτσες προς το μέρος μου και κάτι γινόταν. Κωλόφαρδη ήμουν, να θυμηθώ μετά θάνατον να πω μία καλή κουβέντα για τη γειτόνισσα εκεί Ψηλά. Για σένα ξέρεις τι θα πω.

Να σου θυμίσω τους καύσωνες; Εσύ να αερίζεσαι μέσα στο αιρκοντίσιον σου κι εγώ έξω να λιώνω το κορμί μου αγωνιζόμενη να επιβιώσω τρώγοντας τον εαυτό μου. Παρακαλούσα γονυπετής τους περαστικούς μπας και φτύσουν προς τα πάνω για να δροσιστώ λίγο το άμοιρο… Και να πω πως δεν ήμουν όμορφο; Κουκλί ζωγραφιστό ήμουν ρε! Μωβ λιλά, τέτοια απόχρωση ούτε παραγγελία να την είχες κάνει! Τον πιο όμορφο ήμουν στη γειτονιά, όλοι με χάζευαν όταν με πρωτοέφερες σπίτι σου και εγώ όλο καμάρι φούντωνα από περηφάνια. Που να φανταζόμουν πόσο σύντομη θα ήταν η ζωή μου. Εμ, γι΄ αυτό θα μείνεις μαγκούφα πάνω στο ράφι σου παρέα με καμία δεκαριά παλιόγατα. Ανεπρόκοπη.

Για να καταλάβεις όμως πόσο επίμονο ήμουν, θυμάσαι που ψόφησα μία φορά και εσύ από τις τύψεις σου ΚΑΤΟΠΙΝ ΕΟΡΤΗΣ έριχνες λίγο νεράκι μέσα στη γλάστρα για να ξεπλυθούν οι αμαρτίες σου; Θυμάσαι που ήταν τέρμα χειμώνας, χιόνιζε μανιωδώς στο κέντρο της Αθήνας κι εσύ βγήκες για να δεις τον καιρό και με είδες ανθισμένο; Ε όχι κυρά μου, δεν σου έκανα τη χάρη εκείνη τη μέρα! Στον εαυτό μου την έκανα για να δω πόσο μπορώ να αντέξω σ’ αυτή την άτιμη την κενωνία που άλλους τους ανεβάζει και άλλους τους κατεβάζει (αν και μένα με έριξε στα τάρταρα). Και ναααα καμάρι εσύ και να λες στον κόσμο πως η πετουνίτσα σου άνθισε μέσα στο καταχείμωνο, και να φουντώνεις σαν γύφτικο σκεπάρνι και να πουλάς μούρη στον κόσμο. Αμ δεν θα σου κάνω τη χάρη κυρά μου! Να ξέρεις πως για μένα επέζησα όχι για σένα, εσύ κακό χρόνο να ‘χεις!

Σε λίγο θα βλέπω τα ραδίκια ανάποδα. Ήδη το ξεραμένο εδώ και μέρες γλαστράκι μου έχει παραδοθεί εις Κύριον και τώρα περιμένω να έρθει η σειρά μου. Έχω ήδη αποχαιρετήσει την αλόη που θρηνεί απέναντι μου (είναι η μόνη που θα ζήσει στον αιώνα τον άπαντα έτσι όπως πάει), αποχαιρέτησα το ζευγάρι των περιστεριών που προσπάθησε να κάνει φωλιά πάνω μου και τα πήρε ο διάολος, είπαμε φίλε, ας πεθάνω αξιοπρεπώς τουλάχιστον όχι και γεμάτη κουτσουλιές, έλεος πλέον!) είπα αντίο σ αυτή τη βλακεία που βρίσκεται στην απέναντι γλάστρα, ανάθεμα κι αν έμαθα ποτέ τι ήταν αν και αμφιβάλλω πως γνωρίζεις κι εσύ η ίδια. Σου εύχομαι να είναι κάνα χασισόδεντρο και να έρθουν να σε μαζέψουν σηκωτή μπας και τιμωρηθείς για ό,τι μας έκανες τόσο καιρό δολοφόνε!

Πλησιάζει η ώρα. Παίρνω την τελευταία πνοή μου και αποχωρώ κάθαρμα. Ευχή και κατάρα δίνω να ξαναγυρίσω σ αυτή τη ζωή σαν κατσαρίδα και να περπατάω πάνω στο πρόσωπο σου τα βράδια που κοιμάσαι. Έτσι για το κάρμα ρε γαμώτο!
Ώπα ώπα, τι συμβαίνει; Όχι, μη ρίχνεις νερό, μη ρίχνεις λέμε! Άσε με να πεθάνω αξιοπρεπώς λέμ… ώπα της, καλή φάση, λίγο πιο αριστερά… ναι εκεί, κάτω από το δεξί κλαρί… Καλά λοιπόν, μπορώ να περιμένω λιγάκι ακόμα….
Θα τα ξαναπούμε σε καμία βδομάδα.
Αι’λ μπη μπακ μπιτς.