Θα ξεκινήσω ανάποδα την ιστορία μου. Από το τι έγινε στο τέλος. Στο τέλος λοιπόν, ο Λευτέρης πνίγηκε. Ψαροντούφεκο. Κανείς δεν ξέρει τι έγινε, Βούτηξε για ροφό, τον ανέσυραν νεκρό. Πρώην βατραχάνθρωπος στο στρατό, έμπειρος δύτης και ψαροντουφεκάς, 32 χρονών υγιέστατος. Μέχρι εκεί ήταν το γραμμένο του.

Ήταν λίγους μήνες πριν το γάμο μας.

Δεν θα σας κουράσω με λεπτομέρειες πως το διαχειρίστηκα (ΑΝ το διαχειρίστηκα και ποτέ). Νομίζω κάθε νοήμων άνθρωπος μπορεί να καταλάβει. 2 φορές είπα να πάω να τον βρω. Και τις 2 με σταμάτησε ο κολλητός του που έτυχε να πάρει τηλέφωνο να δει πως είμαι. Και τις 2 φορές κατάλαβε από το τηλέφωνο πως είμαι στα όρια μου και ήρθε και με βρήκε αμέσως. Στηρίχθηκα πάνω του και εκείνος σε μένα, κόντρα σε μια πουτάνα τύχη που μας έκοψε τα πόδια στερώντας μας τον αγαπημένο μας. Και πάνω σ’ αυτόν τον πόνο, με μεγάλη δυσκολία και πολλές τύψεις γεννήθηκε ένας δυνατός έρωτας. Δύσκολες καταστάσεις, μαρτύριο οι σκέψεις. Αλλά σιγά σιγά, η αγάπη μας έβαλε γερό θεμέλιο και πατήσαμε πάνω της στέρεα. Και περπατήσαμε μαζί.

Και κάπου εδώ θα τελείωνε η ιστορία μου. Και ζήσαμε εμείς καλά κι εσείς καλύτερα. Αλλά όχι. Τίποτα δεν μπορεί να είναι τόσο απλό και εύκολο για μένα!

Ο Λευτέρης ήταν ο μονάκριβος της μάνας του. Είχε και δύο μεγαλύτερες αδερφές αλλά η μάνα του, του είχε μεγάλη αδυναμία. Το ήξερε και εκείνος και τον κούραζε αυτό, γι αυτό και όσο μπορούσε απομακρυνόταν από κοντά της. Για το οποίο η μάνα του κατηγορούσε εμένα, όσο ο Λευτέρης ήταν εν ζωή (και μετά). Θεωρούσε πως “του έβαζα λόγια” για να μην είναι κοντά στην οικογένεια του, πίστευε πως της τον “έκλεβα”. Είχα προσπαθήσει να της εξηγήσω αλλά δεν ήταν ιδιαίτερα πρόθυμη να ακούσει, ήταν αγενής και απότομη μαζί μου. Πλέον έχω καταλάβει πως και τον Λευτέρη τον βόλευε να πιστεύει η μάνα του πως φταίω εγω, ότι δεν είχε καταφέρει τόσα χρόνια μόνος του, να ξεκόψει δηλαδή, άφηνε να εννοηθεί πως το υποκινούσα εγώ. Δεν πειράζει. Δεν θα είχε και καμία σημασία αν ζούσε και είχαμε συνεχίσει τη ζωή μας. Θα παντρευόμασταν, θα είχαμε τυπικές σχέσεις με τη μάνα του και θα ελπίζαμε πως θα χαλάρωνε την επιθετική της συμπεριφορά απέναντι μου αν κάναμε παιδιά και ασχολιόταν μαζί τους. Αν πάλι συνέχιζε να προσπαθεί να εμπλακεί στη ζωή μας, θα διακόπταμε σχέσεις. Όλα αυτά, τα έλεγε ο Λευτέρης. Εγώ δεν άφηνα όλο αυτό να με επηρεάσει, οκ κακιά πεθερά, ούτε η πρώτη ήταν ούτε η τελευταία – απλά θα την αγνοούσα. Ήμουν ευτυχισμένη. Και μετά, ο Λευτέρης πέθανε.

Τον πρώτο καιρό ήμουν τόσο βυθισμένη στο σοκ και την οδύνη μου, που ελάχιστα πράγματα μπορούσα να δω και να καταλάβω. Στην κηδεία την είδα με την άκρη του ματιού μου να λιποθυμάει και να συνέρχεται και ξανά να λιποθυμάει και στο τέλος να την παίρνουν μακριά. Άκουσα καθαρά όμως τις κατάρες της. Σε μένα. Εγώ έφταιγα για όλα. Εγώ σκότωσα τον γιο της. Εγώ, που όταν ο Λευτέρης βούταγε για ροφούς στην Κέα, ήμουν σε μια τάξη παιδικού σταθμού στον Πειραιά και ζωγράφιζα με 20 τετράχρονα. “Μην την παρεξηγείς” μου είπε ο πατέρας του Λευτέρη. Μάνα είναι κι έχασε το παιδί της. Δεν ξέρει τι λέει. Δεν την παρεξήγησα. Έχει χαθεί στον πόνο της σκέφτηκα. Και κάπου εκεί άρχισε το μαρτύριο μου.

Στην αρχή μάθαινα από τρίτους, ότι με κατηγορούσε συνειδητά πλέον για το θάνατο του Λευτέρη. Εγώ τον οδήγησα εκεί. Μέχρι και για αυτοκτονία έκανε λόγο. Πως πνίγηκε λέει για να γλιτώσει από εμένα. Απαίτησε με κακία, όλα τα πράγματα του γιου της. Της τα έδωσα όλα. Κράτησα μόνο το ρολόι του, που του είχα αγοράσει στον αρραβώνα μας και μου είχε κοστίσει 4 μισθούς, μα ξέρω πως το είχε λατρέψει. Μέχρι που ήρθε κάτω από το σπίτι μου και φώναζε “κλέφτραααα, το ρολόι του παιδιού μου θες να το πουλήσεις; Είναι ζεστός ακόμα και συ πουλάς τα πράγματα του;”. Έστειλα την αδερφή μου στη είσοδο της πολυκατοικίας να της το δώσει και την χαστούκισε με δύναμη μόλις το πήρε στα χέρια της. Η αδερφή μου είναι 13 χρονών, τι έφταιγε το παιδί, τρελάθηκα. Αλλά λέω οκ, τέλειωσε. Ας πάρει και το ρολόι, ας τα πάρει όλα, αρκεί να μ’ αφήσει ήσυχη. Αλλά ο εφιάλτης μου δεν είχε τελειωμό.

Μ’έβριζε και με καταριόταν παντού, σε τηλέφωνα, σε γνωστούς και συγγενείς. Αλλάξαμε τηλέφωνα, οι γονείς μου πιάστηκαν στα χέρια μαζί της, τρέχαμε στα αστυνομικά τμήματα. Ο άντρας της και οι κόρες της προσπαθούσαν να την μαζέψουν όσο μπορούσαν, αλλά ήταν αδύνατο. Ο πόνος σε συνδυασμό με την κακία της την είχα μετατρέψει σε ένα διάβολο. Δεν θα ησύχαζε έλεγε, αν δεν μ’εβαζε στο χώμα.

Όταν έμαθε για τη σχέση μου με τον Άγγελο, τον κολλητό του γιου της, η κατάσταση ξέφυγε από κάθε έλεγχο. Παντού με ακολουθούσαν τα ουρλιαχτά της “ΠΟΥΤΑΝΑ, ΤΟΝ ΕΙΧΕΣ ΑΠΟ ΠΡΙΝ ΤΟΝ ΓΚΟΜΕΝΟ, ΓΙ’ ΑΥΤΟ ΠΕΘΑΝΕ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ, ΕΣΕΙΣ ΤΟΝ ΣΚΟΤΩΣΑΤΕ”.

Ερχόταν στη δουλειά μου, έπιασε τους γονείς του Άγγελου να τους πείσει να με διώξουν, ευτυχώς οι άνθρωποι δεν επηρεάστηκαν ίσα ίσα μου στάθηκαν με αποτέλεσμα να βρουν κι αυτοί το μπελά τους, ο πατέρας του Άγγελου ήταν οδοντίατρος, πήγαινε στο ιατρείο του και φώναζε “μήπως την πηδάς και συ τη βρώμα, γι’ αυτό δεν την διώχνετε;” Απίστευτες καταστάσεις, χωρίς τελειωμό.

Όσο και να την λυπόμασταν η κατάσταση είχε ξεφύγει. Είχε πάθει εμμονή, ίσως ήταν και αυτό μία διέξοδος στον πόνο της, το να ασχολείται μαζί μου. Εκείνη έλεγε πως έψαχνε δικαίωση για το παιδί της. Όταν κατάλαβε πως πλέον δεν μπορεί να μου κάνει τη ζωή κόλαση φανερά γιατί θα έμπαινε φυλακή, συνέχισε με κρυφά μέσα. Τηλεφωνήματα από αποκρύψεις, γράμματα, δολιοφθορές σε αυτοκίνητα, μέχρι και κουτί με ψόφιο πουλί μου έστειλε δώρο στα γενέθλια μου. Δεν ξέρω πως τα άντεξα όλα αυτά, αν υπάρχει κόλαση την έζησα εγώ για 2 χρόνια.

Μέχρι που ήρθε ο διορισμός του Άγγελου σε νησί. Μαζί μ’ αυτό και μια εγκυμοσύνη. Ήταν το έναυσμα για μια καινούρια ζωή, χωρίς τύψεις πια, χωρίς άλλη θλίψη, όχι άλλη κόλαση!

Κάναμε το γάμο στο νησί, σε κλειστό κύκλο, σχεδόν κρυφά – τόσο την φοβόμουν μην εμφανιστεί από πουθενά και τα διαλύσει όλα. Ξέρω πως ο γάμος μου και η εγκυμοσύνη μου θα πυροδοτούσαν μία χωρίς προηγούμενο κρίση οργής της. Όμως για πρώτη φορά, μου χαρίστηκε λίγο η τύχη. Γέννησε η κόρη της στη Θεσσαλονίκη και έπρεπε να πάει για να τη βοηθήσει. Ο άντρας της αποφάσισε να την πιέσει να μείνουν εκεί για ένα διάστημα. Πιστεύω πως ίσως την πήγε και σε κανένα γιατρό για να την καλμάρει λίγο να ξεκολλήσει από πάνω μου.

Για πρώτη φορά στη ζωή μου μετά από πολύ καιρό, ξημέρωσε ο Θεός τη μέρα και για μένα. Για πρώτη φορά, μετά από χρόνια κατάφερα να γελάσω χωρίς τύψεις, για πρώτη φορά μετά από χρόνια έκλαψα από χαρά, τη στιγμή που κράτησα το γιο μου στα χέρια μου. Για πρώτη φορά ένιωσα πως έχω και γω δικαίωμα στην ευτυχία. Στη βάφτιση του παιδιού μου ενάμιση χρόνο μετά, ήμουν ήδη έγκυος στο δεύτερο αγοράκι μου. Ό,τι είχα περάσει, έμοιαζε πια με εφιάλτη, μα είχα ξυπνήσει και η ζωή μου χαμογελούσε.

Όταν άνοιγα τα δώρα της βάφτισης, βρήκα και μια σακούλα χωρίς όνομα. Την άνοιξα, είχε μέσα μια παιδική μάσκα και έναν παιδικό αναπνευστήρα. Το καρτελάκι έγραφε “Μόλις μεγαλώσει θα στον πάρω – Λευτέρης”. Ούτε ένα δάκρυ δεν έχυσα, ούτε ένα καρδιοχτύπι δεν χαράμισα. Η κατάρα όταν είναι άδικη, γυρνάει σ’ αυτόν που την ξεστόμισε. Ο Λευτέρης είναι πάντα στην καρδιά μου. Και την καρδιά του παιδικού του φίλου. Και αυτό δεν αλλάζει. Όσο για τη μάνα του, εύχομαι κάποια στιγμή να βρει γαλήνη για να αφήσει πια και το πνεύμα του παιδιού της να ηρεμήσει. Εγώ είμαι πια ελεύθερη.

 

Ε.Π.