«Άσε, φιλαράκι, είχα κατάθλιψη χρόνια, ξέρω τι φάση είναι. Γάμησέ τα».
«Κι εγώ φιλαράκι, πολλά χρόνια, έχω περάσει εγώ σκηνικά. Χαμός».
«Εγώ να δείτε παιδιά, τρελή καταθλιψάρα, λούκι μεγάλο, είμαι παλιός».

Οι παραπάνω φράσεις είναι ένα πολύ καλό παράδειγμα του τί πιστεύουν ότι είναι η κατάθλιψη, αρκετοί σήμερα. Κι έτσι, με αυτόν τον τρόπο, προκαλούμε την γελοιοποίηση μίας από τις μεγαλύτερες ψυχοσωματικές παθήσεις που μαστίζουν τη σημερινή κοινωνία, με τρομακτικά – δυστυχώς – πλέον νούμερα στη νεαρή ηλικία.

Η κατάθλιψη δεν μετράει σειρές και γαλόνια, όπως ο στρατός. Δεν έχει παράσημα, δε σου δίνει κύπελλα «εμπειρίας» ούτε σου κάνει πατ πατ στον ώμο. Η κατάθλιψη σε γονατίζει, σε κάνει να σέρνεσαι με την κοιλιά, να κοιτάς τον εαυτό σου στον καθρέφτη και να τον σιχαίνεσαι.
Είναι μία απίστευτα επίπονη και εξουθενωτική δοκιμασία που περνάς εσύ κι ο εαυτός σου. Κανένας άλλος. Μπορεί να σου φταίνε όλοι (ο κόσμος, το κράτος, η γκόμενα, ο γείτονας, η μάνα σου, ο απέναντι που απλώνει τα χαλιά) αλλά ο μοναδικός που αντιπαλεύεσαι και προσπαθείς να νικήσεις καθημερινά, είναι ο εαυτός σου.

Ξενερώνω και νευριάζω απίστευτα όταν βλέπω να αντιμετωπίζουν την κατάθλιψη σαν ένα ακόμα μέτρο «γαματοσύνης», κάποιοι, στη ζωή τους. Με αυτόν τον τρόπο, όχι μόνο ξεφτιλίζουν την σοβαρότητα της κατάστασης αλλά γελοιοποιούν κι όσους έχουν βιώσει πραγματικές συνθήκες κατάθλιψης, είτε ήταν για ένα μήνα είτε για χρόνια.
Ο καταθλιπτικός άνθρωπος δεν μπορεί να περιγράψει εύκολα αυτό που περνάει. Μπορεί να πιστεύει χίλια δύο πράγματα, να ψάχνει στο Internet, να ακούει τις αμπελοφιλοσοφίες που του λένε οι γύρω του, αλλά ουσιαστική απάντηση δεν έχει. Απλά, με αφορμή κάτι σημαντικό ή ασήμαντο, χάνει την όρεξη για τη ζωή. Του φταίνε τα πάντα, του φταίει η ανικανότητά του, αχρηστεύει οτιδήποτε δικό του κάποτε πίστευε ότι άξιζε, κλείνεται ανάμεσα σε τέσσερις τοίχους και κοιτάει το κενό κι οτιδήποτε βρίσκεται πίσω απ’ αυτό.
Αγχώνεται, κοιμάται ακαθόριστες ώρες, δε τρώει καθόλου ή τρώει πολύ, δε μιλάει ή μουρμουρίζει τρέμοντας τα βράδια. Οι μέρες περνάνε βασανιστικά αργά ή αχρηστευμένα γρήγορα. Δεν υπάρχει πρόγραμμα, δεν υπάρχει ρουτίνα, δεν υπάρχει τίποτα εκτός από τη μηχανική κίνηση των άκρων και της αναπνοής.

Μπορεί να έχετε περάσει κατάθλιψη, μπορεί να έχει περάσει κάποιος συγγενής σας, φίλος σας ή ακόμα και κάποιος άγνωστος που δείχνει κάποια έντονα σημάδια. Κανείς απ’ αυτούς δε θεωρεί ότι εκείνη τη στιγμή τρέχει ένα μαραθώνιο όπου στο τέλος θα τον βραβεύσουν, παίζοντας τον Εθνικό ύμνο. Έχω δει παιδιά σε κατάθλιψη, τα οποία νιώθουν τα πάντα γύρω τους να πιέζουν ασφυκτικά μέχρι που δεν μπορούν ούτε να σε κοιτάξουν στα μάτια. Έχω δει νεαρούς γονείς να μην μπορούν να ανταπεξέλθουν στα απαραίτητα για το παιδί τους, επειδή νιώθουν τελείως άχρηστοι κι ανήμποροι.
Έχω δει νέους, με όλη τη ζωή μπροστά τους, να χάνουν ολόκληρη δεκαετία αντιμετωπίζοντας κλινική κατάθλιψη. Κι έχω δει και ηλικιωμένους, παρατημένους από κάθε τι, να προσμένουν απλά το τέλος.

Η κατάθλιψη, δεν κάνει διακρίσεις. Δεν επιλέγει βάση κοινωνικής τάξης, εισοδήματος, περιοχής, χρώματος, φυλής ή φύλου. Δεν είναι κάτι που θα μας κάνει πιο σκληροτράχηλους, πιο ψημένους στη ζωή ή περισσότερο ανθεκτικούς. Είναι κάτι που μπορεί να μας φέρει στα πρόθυρα κατάρρευσης, να μας αποτρέψει από το να χαρούμε τα ελάχιστα καλά που μας έχουν μείνει στη ζωή και εν τέλει, αν δεν αντιμετωπιστεί, να μας οδηγήσει στο τέλος χωρίς να το περιμένουμε.

Την επόμενη φορά λοιπόν που θα σκεφτείτε να διαφημίσετε την υπεργαματοσύνη σας ενάντια στη κατάθλιψη – αν όντως έχετε περάσει – σκεφτείτε κι αυτούς που ακόμα παλεύουν μαζί της, λιώνουν μαζί της, σέρνονται μαζί της και εκλιπαρούν για ένα χέρι βοηθείας.
Αυτοί, δε θα βγουν να το φωνάξουν. Θα το κρύψουν μέσα τους όσο πιο βαθιά μπορούν μέχρι να περάσει, να γιάνει, να ξεχαστεί.
Γιατί η κατάθλιψη δε μετράει γαλόνια.
Μετράει χαμένους μήνες και χαμένα χρόνια.