Θα σας πω μια ιστορία για μία κιθάρα ενός μικρού παιδιού.

Κάποτε ήταν ένα μικρό αγόρι κάπου 13 -14 χρονών. Λάτρης της μουσικής και του χορού. Από παιδί μάθαινε κιθάρα. Ομολογουμένως ήταν καλός κιθαρίστας. Δούλευε και είχε καταφέρει να μαζέψει κάποια λίγα λεφτά για να αγοράσει την κιθάρα του.

Ποσά όνειρα κουβαλούσε αυτό το όργανο. Πόση ιστορία…

Τα πρώτα ξενύχτια στην παραλία δίπλα στην φωτιά, οι πρώτοι έρωτες που τραγουδήθηκαν μαζί της, τα πρώτα ερωτικά δάκρυα χωρισμών έσταξαν πάνω της. Δεν ήταν ιδιαίτερα ακριβή κιθάρα. Όμως παρέμενε καιρό στο μικρό συνοικιακό μαγαζάκι σκονισμένη σε μια γωνία, ξεχασμένη πίσω από άλλες πιο καινούργιες, πιο φανταχτερές. Κανείς δεν την αγόραζε. Σαν να καρτερούσε τον κατάλληλο αγοραστή. Αυτόν που θα έβλεπε την δική της ομορφιά. Την είχε σταμπάρει εδώ και καιρό και όταν πια τα κατάφερε να μαζέψει τα λεφτά από την πρώτη του δουλειά μπήκε στο μαγαζί αποφασισμένος.

‘’Αυτή θα πάρω’’ .
‘’Είναι πολύ καιρό εδώ στην γωνιά’’ του αποκρίθηκε ο μαγαζάτορας. ‘’Θα πρέπει να αλλάξουμε τις χορδές γιατί δεν θα βγάζουν καλό ήχο’’
‘’Θα την πάρω όπως είναι’’

Έφυγε τρεχάλα για το σπίτι. Το χαμόγελο του είχε φτάσει μέχρι τα αυτιά. Η πρώτη μου κιθάρα, σκεφτόταν. Έφτασε σπίτι και κάθισε στην καρέκλα του γραφείου του. Έπιασε να την κουρδίσει.
‘’Θα σε κάνω εγώ κούκλα’’ της είπε.
Αλλά προς μεγάλη του έκπληξη η κιθάρα ήταν κουρδισμένη στην εντέλεια. Δεν το πίστευε. Γύρισε στο μαγαζί και ρώτησε τον μαγαζάτορα τι έκανε λάθος. Άλλωστε οι γνώσεις του ακόμα δεν ήταν αρκετές.
‘’Αυτό είναι πολύ περίεργο’’ του είπε εκείνος.
‘’Συνήθως όταν μένουν καιρό οι κιθάρες θέλουν κούρδισμα. Είσαι πολύ τυχερός‘’ του είπε και του ακούμπησε το χέρι στον ώμο του δίνοντας του την κιθάρα πίσω.

Εκείνος δεν κατάλαβε πολλά αλλά γύρισε πίσω σπίτι του ενθουσιασμένος με το νέο απόκτημα του. Ξεκίνησε δειλά να μαθαίνει τα πρώτα του τραγούδια. Τι είχε τραβήξει αυτή η δόλια η μάνα που τον άκουγε πρωί βράδυ να πετάει τις κορώνες του ενώ αυτός πίστευε ότι είχε γίνει σε 2 μέρες Κάρλος Σαντάνα.

Γραν και γκρουν εκείνος την γρατζούνιζε. Άτσαλες νότες από εδώ και από εκεί, αλλά αυτός τον χαβά του. Πεισματάρης το είχε βάλει σκοπό της ζωής του να μάθει να παίζει.

Αλλά η κιθάρα εκεί, ακούραστη. Δεν παραπονέθηκε ποτέ, δεν λύγισαν ποτέ οι χορδές της στο άτσαλο παίξιμο του. Μόνο καμία φορά έπειτα από τις ατελείωτες ώρες μαζί του, ήθελε κι αυτή να ξεκουραστεί, λίγο να την κουρδίσει, λίγο να την ξεσκονίσει, απλά πράγματα.

Πέρασαν τα χρόνια και το παιδί μεγάλωσε έφτασε τα 30 πια και η κιθάρα είχε πάντα μια θέση δίπλα στο κρεβάτι του, όπως είχε και μια θέση στην ζωή του όταν όλα πήγαιναν στραβά και το μόνο που ήθελε ήταν να ανακουφίζει τον πόνο του στις νότες που απλόχερα του χάριζε όταν την έπιανε στα χέρια του.

Τώρα ήταν με την καινούργια του κοπέλα. Μικρή, γλυκιά και φρέσκια. Ονειροπαρμένη όπως όλα τα κορίτσια της ηλικίας της. Θα ‘χε δεν θα χε τα χρόνια της κιθάρας του. Γύρω στα 20. Οι δύο τους περνούσαν πολύ χρόνο μαζί. Ήταν πολύ ερωτευμένοι και ζούσαν τα πάντα με πολύ ένταση και πάθος. Ξεχασμένοι από τα καθημερινά τους προβλήματα έβρισκαν ό ένας τα κομμάτια που του έλειπε στον άλλο και ο καιρός περνούσε. Θα ‘ταν τώρα μαζί 6 μήνες. Το παιδί δεν είχε ξεχάσει την κιθάρα του. Μέρα παρά μέρα την έπιανε στα χέρια του και την γρατζουνούσε. Μόνο που πια δεν έπαιζε στενάχωρα τραγούδια . Ο ήχος που έβγαζε ήταν χαρούμενος και γιορτινός. Της είχε γράψει κι ένα τραγούδι αλλά ντράπηκε και δεν της το είπε ποτέ. Ήταν ένα μυστικό που το ήξεραν μόνο εκείνος και η κιθάρα του. Το δικό τους μυστικό.

Μια μέρα το παιδί είπε στην κοπέλα του πως παίζει κιθάρα. Εκείνη ενθουσιάστηκε και του είπε πως θέλει να την μάθει κι εκείνη να παίζει. Εκείνος που πότε δεν της χαλούσε χατίρι συμφώνησε και μάλιστα της είπε πως ‘’για να δεις πόσο σε αγαπώ θα στην δώσω να την έχεις στο σπίτι σου για να μάθεις. Κι όποτε έρχομαι θα κάνουμε μάθημα’’.
Δεν στεναχωρήθηκε που θα μοιραζόταν μαζί της την κιθάρα του. Ίσα ίσα. Ήθελε πολύ να της γνωρίσει την κοπέλα του. Άλλωστε κάτι μέσα του τότε του έλεγε ότι αυτή θα έμενε για πάντα πλάι του.

Ένα ανοιξιάτικο απόγευμα λοιπόν όλος χαρά, αρπάζει την κιθάρα του και αφού την κουρδίζει και την καθαρίζει, τρέχει ολοταχώς για το σπίτι της. Την ακουμπάει στα πόδια της και αρχίζει να της δείχνει τις πρώτες συγχορδίες. Η κιθάρα αρχίζει να βγάζει άτσαλες νότες θυμίζοντας κάτι από τα παλιά, τότε που και το αγόρι μάθαινε τις πρώτες του νότες.
Πέρασαν μερικές ώρες παίζοντας ώσπου κάποια στιγμή κουρασμένοι και οι δύο έγειραν στον καναπέ και άρχισαν να φιλιούνται κάνοντας έρωτα μέχρι το πρωί.

Την άλλη μέρα το αγόρι τοποθέτησε όμορφα την κιθάρα πίσω από το κρεβάτι της κοπέλας και αφού της έδωσε ένα φιλί στο μέτωπο την ώρα που κοιμόταν την χαιρέτησε για να πάει στην δουλειά του.
Το απόγευμα την πήρε για να μάθει τα νέα της. ‘’Δεν θα το πιστέψεις’’ του είπε.
«Εκεί που κοιμόμουν, ακούω ένα θόρυβο, κοιτάω και βλέπω ότι η μία χορδή της κιθάρας είχε σπάσει’’
‘’Ε, θα έτυχε μωρέ’’ της είπε. ‘’Τόσα χρόνια δεν τις έχω αλλάξει, δεν πειράζει, θα την φτιάξουμε’’

Τα δυο παιδιά όμως ήταν πολύ ερωτευμένα και δεν υπήρχε χρόνος πια για μουσική και νότες. Τι κι αν η κιθάρα του προσπαθούσε να του δείξει με κάθε τρόπο ότι ένιωθε παραμελημένη, νιώθοντας άβολα σε ένα ξένο σπίτι. Το αγόρι χανόταν στα μάτια της μικρής κοπέλας του και την είχε ξεχάσει τελείως.

Ώσπου μια μέρα όλα άλλαξαν. Η κοπέλα μεγάλωσε κι εκείνη. Άνοιξε τα φτερά της για νέους κόσμους αφήνοντας πίσω το αγόρι και την κιθάρα του που δεν την είχε ξαναπιάσει στα χέρια της από εκείνη την μέρα.

Το αγόρι έμεινε πίσω να κλαίει για την απώλεια της κοπέλας του και χωρίς την κιθάρα του κλείστηκε στον εαυτό του για μήνες. Μόνο κάποιες φωτογραφίες ξεθωριασμένες στο δωμάτιο του έμειναν να του θυμίζουν κάτι από το παρελθόν. Από εκείνες τις ζεστές νύχτες σε κάποια παραλία.

Αυτή ήταν η ιστορία της κιθάρας και του αγοριού. Και όλοι εσείς που τη διαβάσατε να ξέρετε: η κιθάρα αυτή υπάρχει και περιμένει το αγόρι να επιστρέψει να την πάρει. Υπάρχει κάπου σε μια γωνιά και περιμένει υπομονετικά, σκονισμένη πίσω από το κρεβάτι, στο σπίτι εκείνου του κοριτσιού. Τον περιμένει να την πιάσει ξανά στα χέρια του και να της δώσει πάλι την ξεχασμένη της ζωή…