«Βρέθηκε επιτέλους η κατά συρροή δολοφόνος που τρομοκρατούσε άντρες», έγραφε με μεγάλα έντονα γράμματα το πρώτο φύλλο της εφημερίδας. Άφησα την περιέργεια να με νικήσει και γύρισα στην σελίδα, όπου υπήρχε το υπόλοιπο άρθρο.
Συνελήφθη εχθές, η περιβόητη δολοφόνος που τρομοκρατούσε νεαρούς άντρες τους τελευταίους μήνες στο Ανατολικό Λονδίνο και αυτοαποκαλούνταν, «Χιονάτη”. Ο αστυνόμος Μάικλ Στίβενσον, μετά από επισταμένη και προσεχτική έρευνα, κατάφερε να εντοπίσει τα ίχνη της δολοφόνου και να την συλλάβει εχθές το απόγευμα, στο διαμέρισμα όπου διέμενε. Σύμφωνα με τις πληροφορίες μας, το τελευταίο θύμα της δράστριας, είχε καταφέρει να επιζήσει από τα θανάσιμα χτυπήματα του. Κατά την κατάθεση του, το θύμα, μίλησε στην αστυνομία για τα όσα του αποκάλυψε η νεαρή γυναίκα για την ταυτότητα της, αλλά και το λόγο που ενεργούσε με τέτοιες αποτρόπαιες πράξεις. Η αστυνομία, βρέθηκε προ εκπλήξεως όταν ανακάλυψε πως η δολοφόνος, ήταν στην πραγματικότητα μέλος του ιατροδικαστικού τμήματος και στενή συνεργάτης του Μάικλ Στίβενσον…

Έκλεισα την εφημερίδα και την πέταξα πάνω στο τραπέζι. Έβγαλα μερικά κέρματα από την τσέπη μου, για να πληρώσω τον καφέ μου και φόρεσα ξανά τον κόκκινο σκούφο μου, κατεβάζοντας τον μέχρι τα αυτιά. Το κρύο, ήταν ακόμα πιο τσουχτερό από ότι χθες και το χιόνι που έπεφτε ασταμάτητα δεν καλυτέρευε την κατάσταση. Μπήκα στο παλιό Volvo μου και ξεκίνησα με κατεύθυνση την οικογενειακή μας φάρμα.

Ο ήλιος είχε αρχίσει να σουρουπώνει. Όταν πάρκαρα το αυτοκίνητο μου και βγήκα έξω, άκουσα τους λύκους να αλυχτούν και να καλώς ορίζουν την νύχτα που έπεφτε σιγά σιγά. Έκανα τον γύρο του σπιτιού και μπήκα στον μικρό περιφραγμένο χώρο, που φιλοξενούσαμε τα άγρια εκείνα ζώα. Έξι ζευγάρια μάτια με κοίταξαν, πριν ορμήσουν πάνω μου και αρχίσουν να με γλείφουν στο πρόσωπο.
«Ήρεμα αγόρια, ήρεμα» τους είπα, προσπαθώντας να τους ησυχάσω.
Τα χέρια μου, χάιδεψαν τις μουσούδες τους και περιπλανήθηκαν στις πυκνές, απαλές γούνες τους. Όταν χόρτασαν από χάδια και φιλιά, τους άφησα και κίνησα για το σπίτι, με σκοπό να ετοιμάσω το βραδινό τους.
Το ηλεκτρικό είχε κοπεί εδώ και καιρό, όμως δεν με ένοιαζε το να δουλεύω στο σκοτάδι. Είχα καταλάβει από πολύ μικρή κιόλας ηλικία, πως η νύχτα και το σκοτάδι που κουβαλούσε μαζί της, ήταν σύμμαχος μου στα ανελέητα κυνηγητά που με ανάγκαζε ο παππούς μου να συμμετέχω. Έμαθα πως η κάλυψη που μου πρόσφερε το έρεβος ήταν πολύ σημαντική, αν ήθελα να κρατήσω την ζωή μου. Έτσι, όταν ο παππούς μου έδινε το σύνθημα- πάντα μετά την δύση του ηλίου- γινόμουν ένα με το σκότος που με αγκάλιαζε και αφηνόμουν στην προστασία της νύχτας.

Άναψα δύο λάμπες πετρελαίου για να φωτίσω λίγο το έρημο σπίτι. Άφησα την μία, στο δωμάτιο όπου βρισκόταν η κουζίνα, ενώ την άλλη την πήρα μαζί μου στο σαλόνι, ή τέλος πάντων, σε ότι είχε απομείνει από αυτό. Κάθισα στην μοναδική πολυθρόνα που υπήρχε στο κέντρο του δωματίου και κοίταξα εξεταστικά τον αλυσοδεμένο γέρo άντρα, που βρισκόταν απέναντι μου.
Τα γένια του είχαν μεγαλώσει αρκετά καλύπτοντας το λαιμό του. Τα γκρίζα μαλλιά του, έπεφταν μπερδεμένα και βρώμικα μπροστά στα μάτια του. Το αίμα από τις χθεσινές πληγές, είχε επιτέλους σταματήσει να τρέχει. Μεγάλα κοκκινωπά κάκαδα, είχαν σχηματιστεί εκεί όπου η μασιά του τζακιού, είχε μπηχτεί στο δέρμα του. Μύγες, πετούσαν συνεχώς γύρω του. Κάθονταν πάνω στα ρούχα του και στις ακαθαρσίες, που τα είχαν ποτίσει.
Έπιασα το μεγάλο ξύλινο ρόπαλο του μπέιζμπολ, που ήταν στερεωμένο στο πλάι της πολυθρόνας και το χτύπησα δύο φορές δυνατά στο πάτωμα. Ο γδούπος που άφησε, ακούστηκε εκκωφαντικός μέσα στο άδειο σπίτι. Ο παππούς μου ξύπνησε από τον βαθύ λήθαργο που είχε πέσει. Σάλεψε και όταν αντιλήφθηκε την παρουσία μου, μαζεύτηκε στην γωνιά του.
«Πρέπει να ετοιμάσω το βραδινό. Είσαι έτοιμος;» τον ρώτησα, μα στην πραγματικότητα δεν με ένοιαζε. Απόψε θα πέθαινε είτε το ήθελε, είτε όχι.
Τον άκουσα να κλαψουρίζει και να με παρακαλεί να μην το κάνω, να του χαρίσω την ζωή.
«Γιατί το κάνεις αυτό; Γιατί; Λυπήσου με παιδί μου. Λυπήσου με».
«Όπως λυπήθηκες και εσύ τους γονείς μου; Ήμουν πέντε χρονών όταν τους σκότωσες σε ένα από τα αρρωστημένα κυνήγια σου. Την ίδια σου την κόρη! Παππού!» του είπα φτύνοντας τις λέξεις. «Εσύ την λυπήθηκες όταν την τάιζες στα σκυλιά σου;».
Έσφιξα το ρόπαλο δυνατά, κάνοντας τους κόμπους των δαχτύλων μου να ασπρίσουν.
«Δεν- δεν καταλαβαίνεις» ψέλλισε φοβισμένος.
«Ούτε η γιαγιά κατάλαβε, όταν την έσπασες στο ξύλο με αυτό εδώ το ρόπαλο. Η φοβισμένη της καρδιά την πρόδωσε προτού προλάβεις εσύ να την αποτελειώσεις. Προτού νιώσει τα κοφτερά δόντια τους, πάνω στην σάρκα της».
«Σταμάτα» μου φώναξε και άρχισε να κλαίει γοερά.
«Όπως έκανες κι εσύ, όταν σου ούρλιαζα να σταματήσεις; Όταν τα σκυλιά σου ξέσκιζαν το πρόσωπο μου; Δεν σταμάτησες παππού. Όχι, ποτέ δεν το έκανες. Το κυνήγι ήταν ένα παιχνίδι για σένα. Ένας αρρωστημένος τρόπος για να ικανοποιείς τις αηδιαστικές ορέξεις σου. Μάντεψε όμως. Το κυνήγι μόλις τελείωσε!».
Σήκωσα το ρόπαλο πάνω από το κεφάλι μου και το κατέβασα δυνατά πάνω στο δικό του. Μία, δύο, τρεις φορές. Έχασα το μέτρημα έτσι όπως του τσάκιζα τα κόκαλα με μανία. Το αίμα του πιτσιλούσε παντού. Στους τοίχους. Στο πρόσωπό μου. Στα ρούχα μου. Έτρεχε ασταμάτητα στο ξύλινο πάτωμα, ποτίζοντας τις σανίδες.

Όταν τελικά σταμάτησα, ήμουν λαχανιασμένη. Ένα αίσθημα ελευθερίας είχε αρχίσει να απλώνεται μέσα μου, καθώς κοιτούσα την αιμάτινη μάζα από κόκκαλα. Χωρίς να χάσω χρόνο, μετέφερα το πτώμα, στην κουζίνα και άρχισα να το κόβω σε μερίδες. Έπειτα, έχωσα τα κομμάτια σε έναν πλαστικό κουβά που βρήκα και πήγα να βρω τους έξι αρσενικούς λύκους, που με περίμεναν με τα σάλια να τρέχουν από τα σαγόνια τους.
Μόλις με είδαν, κάθισαν πειθήνια στο χιόνι και περίμεναν να τους σερβίρω το δείπνο τους. Καταβρόχθισαν μέχρι και το τελευταίο κομμάτι. Οι μουσούδες τους είχαν βαφτεί με ένα άλικο χρώμα, το ίδιο και το χιόνι που βρισκόταν γύρω τους.
Όσο εκείνοι έτρωγαν αχόρταγα την φρέσκια σάρκα, έβγαλα το κινητό από την τσέπη μου και πληκτρολόγησα τον αριθμό του Μάικλ Στίβενσον.
«Έγινε ένας φόνος» του είπα προτού προλάβει να μιλήσει. «Το όνομα μου είναι Ρέντραι Ντινγκχούντ» έκλεισα το τηλέφωνο τερματίζοντας την κλήση.
Ξάπλωσα στο έδαφος χωρίς να φοβάμαι και περίμενα τους λύκους να με πλησιάσουν. Ήρθαν κοντά μου και ξεκίνησαν να σκίζουν τα ρούχα μου, χωρίς να βιάζονται. Οι γλώσσες τους, διέτρεχαν το γυμνό κορμί μου, δάγκωναν τα στήθη μου, πιπιλούσαν τα ευαίσθητα σημεία μου. Αφέθηκα στο άγγιγμα τους, νιώθοντας για πρώτη φορά ολοκληρωμένη, πλήρης. Έκλεισα τα μάτια και η νύχτα με τύλιξε.

«Νεκρή βρέθηκε εγγονή, περίφημου εκτροφέα λύκων της περιοχής, στο αγρόκτημα όπου διατηρούσαν. Παππούς και εγγονή βρέθηκαν διαμελισμένοι από τα ζώα που εξέτρεφαν», έγραψαν οι εφημερίδες μερικές μέρες μετά.