Σήμερα το πρωί, πηγαίνοντας στη δουλειά μου με το αυτοκίνητο συνειδητοποίησα ότι το προπορευόμενο αυτοκίνητο πήγαινε με τον αυτόματο πιλότο. Λέω εντάξει, είναι πρωί, δεν έχεις πιει καφέ, ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ να φαντάζεσαι και πράγματα (καλά μπορείς, αλλά ας μην το κάνουμε θέμα τώρα) αλλά φίλε σίγουρα υπάρχει οδηγός. Να μην σας τα πολυλογώ, μέχρι να το προσπεράσω και βεβαιωθώ ότι το εν λόγω αυτοκίνητο οδηγούσε χαριτωμένη κυρία 80 αιώνων και ενός μέτρου, ήμουν ήδη πεπεισμένη ότι ναι, γίνονται θαύματα σ’ αυτή τη ζωή και οκ, θα πάω να ξεπληρώσω επιτέλους εκείνο το τάμα που έκανα προ απομνημονεύτων χρόνων στην Παναγιά Τσαμπίκα της Ρόδου και ακόμα το κρατάω ως ενοχή στη συνείδηση μου.
Την θαύμασα πάντως αυτή την υπέροχη κυριούλα. Γιατί προσπαθεί κι αυτή να επιβιώσει όπως κι εγώ. Στον κόσμο των ψηλών.
Είμαι μία γυναίκα του ενός μέτρου και εξήντα πέντε εκατοστών. Τουλάχιστον έτσι λέει η ταυτότητα μου. Στην πραγματικότητα, στο αστυνομικό τμήμα μάλλον έβαζε ο κάθε αξιαγάπητος αστυνομικός το ύψος στην ταυτότητα στο περίπου (ίσως να του έκανα και τα γλυκά μάτια για να το γράψει αν και αμφιβάλλω, 15 ήμουν, δεν είχα μάθει ακόμα τα οφέλη του να είσαι γυναίκα) γιατί τώρα έχω φτάσει το 1,61. Το διαπίστωσα όταν πήγα στον καταραμένο διαιτολόγο, ο οποίος, μεταξύ μας, φταίει για όλα τα δράματα που μου συμβαίνουν αφού μου καταστρέφει με χαρά κάθε επιτυχημένη ψευδαίσθηση που έχω φτιάξει στη ζωή μου, όπως το ότι είμαι ψηλή και κορμάρα, και με μέτρησε τόσο. Του λέω «Φίλος λάθος κάνεις, περισσότερο είμαι», «Ναι καλά, το μέτρο δεν λέει ποτέ ψέματα», «Το ίδιο μου λες και για τη ζυγαριά αλλά να ξέρεις ότι φταίνε τα χειμωνιάτικα ρούχα που φοράω και ζυγίζουν γύρω στο δεκάκιλο», «Δεν βλέπω να φοράς και τακούνια οπότε πάρτο απόφαση, τόσο είσαι». Και έτσι συνειδητοποίησα την πραγματικότητα. Μη φανταστείτε, ακόμα και τώρα όταν με ρωτάνε 1,65 λέω, στα τσακίδια ο διαιτολόγος, ας ψάξουν να τον βρουν να τους πει πόσο είμαι χε χε (χαιρέκακο γέλιο).
Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου ήμουν η κοντή της τάξης. Στο Δημοτικό ήμουν το πιο κοντό παιδάκι, στη έκτη δημοτικού παίζει να είχα το ίδιο ύψος με τα παιδάκια του νηπιαγωγείου. Αυτό το λες και καλό όταν η δασκάλα ψάχνει ανάμεσα στα παιδάκια το εξιλαστήριο θύμα που θα πει μάθημα και φυσικά δεν σε προσέχει, αλλά το λες και κακό όταν θέλεις να πάρεις μέρος στην παρέλαση του σχολείου και καταλήγεις να είσαι στην τελευταία σειρά ενώ η επιλογή έχει σταματήσει δέκα σειρές πριν τη δική σου. Απωθημένο το έχω, να το ξέρετε.
Όταν γύρισα ένα μεσημέρι στο σπίτι από το σχολείο κλαίγοντας με λυγμούς (πρέπει να ήμουν γύρω στα 13 αλλά έμοιαζα για 8) επειδή το αγόρι που αγαπούσα εκείνη την εποχή αποφάσισε να επιλέξει μία πιο ΨΗΛΗ από μένα, η μανούλα με πήρε αγκαλιά και μου είπε την ιστορία μου. Όταν ήμουν μωρό έπαθα μία ουρολοίμωξη και την είχα για κανα οκτάμηνο μέχρι ο καταραμένος παιδίατρος να την ανακαλύψει με αποτέλεσμα να χάσω 10 πόντους από την ανάπτυξη μου. Δέκα ολόκληρους πόντους φίλε μου. Μην σας τα πολυλογώ, αφού καταραστήκαμε τον (ήδη) πεθαμένο παιδίατρο να σαπίσει στα βάθη της κολάσεως αφού εξαιτίας του εγώ δεν θα γινόμουν ποτέ στη ζωή μου δίμετρο μοντέλο, αποφάσισα να συμβιβαστώ με το ύψος μου και να βρω τα πλεονεκτήματα του να βλέπεις τον κόσμο από χαμηλά. Καλά, εκείνη την εποχή δεν μπόρεσα να βρω και πολλά αλλά λέω οκ, όλα για κάποιο λόγο γίνονται, δεν μασάμε. Και μετά από μερικά χρόνια ανακάλυψα τα τακούνια.
Να με δείτε να τρέχω με το δωδεκάποντο και να σκάσετε από τη ζήλεια σας. Ό,τι έχασα από τον καταραμένο παιδίατρο το πήρα σε ισορροπία. Έκανα τα πάντα πάνω σε τακούνια και δεν μασούσα. Είπα οκ, πρόμπλεμ σολβντ, άσε που με το τακούνι το πόδι μου φαινόταν σαν σμιλεμένο (σ’ ευχαριστώ DNA για τα καλλίγραμμα πόδια παρόλο που σε μισώ για την κοιλιά αλλά τι να κάνουμε, κάτι κερδίζεις κάτι χάνεις). Μέχρι που γύρω στα 23, προσπαθώντας να πουλήσω μούρη σε κάτι φουσκωμένους τύπους στο γυμναστήριο, πήγα η αθεόφοβη και σήκωσα 100 κιλά στον σταυρό και άκουσα ένα κρακ και με χαρά μπήκαν δύο κήλες μέσης στη ζωή μου. Πάει η σταδιοδρομία μου πάνω στα δωδεκάποντα. Εντάξει, μετά από καιρό δοκίμασα τα οκτάποντα, κούτσα κούτσα καλά πήγε μέχρι πριν από δύο χρόνια που έκοψα χιαστό στο γόνατο και αποχαιρέτησα με πόνο ψυχής τον κόσμο των ψηλών και κατέληξα στον κόσμο των κοντών, δηλαδή του ύψους μου.
Το να είσαι 1,65 χωρίς τακούνια (να πάει στον αγύριστο ο διαιτολόγος, τόσο είμαι, το μέτρο του ήταν ελαττωματικό), ενώ έχεις συνηθίσει να βλέπεις τα πάντα από ψηλά πάνω στα τακούνια, έχει πολλά στραβά. Για αρχή, κοιτάς όλους τους φίλους σου από χαμηλά με αποτέλεσμα πέρα από τις κήλες στη μέση να αποκτήσεις και κήλες στον αυχένα. Καλά, δεν είναι όλοι οι φίλοι σου ψηλοί (με εξαίρεση ίσως κάποιες φίλες σου του 1,82 ΧΩΡΙΣ τακούνια, 1,92 ΜΕ τακούνια – δεν έχω μόνο εγώ φετίχ με αυτά – που σου κάνουν τη ζωή δύσκολη αφού πιάνουν τη συζήτηση μαζί σου στους διαδρόμους της δουλειάς και καταλήγετε να γίνετε το ανέκδοτο της εταιρείας) αλλά και πάλι, μαζεύεστε να συζητήσετε κάτι όλοι όρθιοι και συνειδητοποιείς ότι τους κοιτάζεις σαν κουτάβι που κοιτάζει τους ανθρώπους. Επίσης, δεν είναι κα-θο-λου καλό όταν πηγαίνεις σε συναυλίες. Πάντα, μα ΠΑΝΤΑ όμως, ο ψηλότερος άντρας του χώρου θα έρθει να σταθεί μπροστά σου και το μόνο που θα δεις από τη συναυλία είναι τα οπίσθια του (εντάξει, δεν είν’ κακό αλλά ρε φίλε ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΣΕΣ ΤΟΣΑ ΧΡΗΜΑΤΑ για να χαζεύεις οπίσθια, με το μπαρντόν δηλαδή!)
Θέλω όμως να είμαι δίκαιη. Το να είσαι κοντή έχει και τα καλά του. Όλοι οι επίδοξοι μνηστήρες είναι ψηλότεροι από σένα οπότε θα ευδοκιμήσει η ευχή σου να αποκτήσεις ψηλό σύντροφο ζωής (άλλο βεβαίως το ότι μέχρι σήμερα με προσεγγίζουν άντρες άνω του 1,86, κάντε το εικόνα μόνο, είμαι σίγουρη ότι κάτι λάθος έχω κάνει με τις υλοποιήσεις μου, να το κοιτάξω), επίσης, επειδή ποτέ δεν φτάνεις τα πράγματα που βρίσκονται ψηλά, όλοι σε εξυπηρετούν (πάρτα αδέρφι που με έλεγες στούμπο όλη τη ζωή μου, ανέβα τώρα εσύ στο πατάρι να βγάλεις ό,τι χρειάζομαι χε χε) και το καλύτερο, χωράς παντού. Σε ντουλάπες, σε μικρά αυτοκίνητα, κάτω από το κρεβάτι σε περίπτωση που σου την πέσουν ληστές. Το λες και τύχη αυτό.
Όπως και να ‘χει, το να είμαι κοντή είναι η δική μου πραγματικότητα. Είναι κομμάτι μου και είμαι περήφανη γι’ αυτό. Και ναι, γι’ αυτό και μόνο θα ανάψω μία λαμπάδα ίσαμε το μπόι μου.
Κι ας είναι ρεσώ φίλε μου. Ας είναι.