Ήταν 30 Δεκεμβρίου. Παρασκευή. Τελευταία εργάσιμη. Έτρεχα πανικόβλητη να κλείσω εκκρεμότητες και μόλις που προλάβαινα τους συναδέλφους να πω τα χρόνια πολλά φεύγοντας. Μπαίνω φουριόζα στο γραφείο της Μαρίας με το γνωστό βηματισμό μου που παίρνει μαζί πόρτες, καρέκλες, βάζα και καταλήγω και με τρεις μελανιές. Χαιρετάω και φεύγοντας βλέπω την κοπέλα με τα μαύρα. Μάλλον την είχα παρασύρει όπως έτρεχα και με κοιτούσε αποσβολωμένη. Μου απλώνει το χέρι. Καλή χρονιά να έχεις σίφουνα! Επίσης απαντάω και βγαίνω.

Στέκομαι λίγο έξω από την κλειστή πόρτα. Είχα 2-3 μέρες που την είχα προσέξει. Ψηλή αδύνατη με μακριά μαύρα μαλλιά. Μαύρο παντελόνι, μαύρο ζιβάγκο κι ένα μαύρο χοντρό παλτό μέχρι τον αστράγαλο. Σαν πρωταγωνίστρια από κάποιο θρίλερ είναι, σκεφτόμουν κάθε φορά που την έπαιρνε κάπου το μάτι μου. Αναρωτιόμουν τι την είχε βρει. Όσο είχα χαθεί στις σκέψεις μου, βγαίνουν πίσω μου. Η κοπέλα με τα μαύρα φεύγει. Γυρνάω το βλέμμα μου προς τη Μαρία.

«Την έχεις γνωρίσει;» με ρωτάει.

« Όχι.» απαντάω.

«Είναι η Έφη. Ξεκίνησε πριν μερικές μέρες στην ομάδα. Άσε έχει περάσει πολλά. Έχασε τον άντρα της πριν ένα χρόνο από καρκίνο. Γιατρός. 36 χρονών. Πριν από μερικά χρόνια την είχε σώσει από ανεύρυσμα».

Με το στόμα ανοιχτό, σχεδόν δάκρυσα για έναν άνθρωπο που δεν ήξερα. Πως γίνεται μία μοίρα να σέρνει τόσα πολλά;

Λίγο καιρό αργότερα, ως γνωστό αντικλείδι, είχα ενσωματωθεί στην ομάδα τους να τους βοηθήσω. Έτσι γνώρισα καλύτερα την Έφη. Συνηθίζαμε στο διάλειμμα να καπνίζουμε μαζί. Συνήθως φιλοσοφούσαμε και σπάνια λέγαμε τα νέα μας. Ένα απόγευμα με πήρε μαζί με το αμάξι να με γυρίσει σπίτι. Δεν ξέρω πόσες ώρες περάσαμε με alarm σε μία διασταύρωση συζητώντας. Πάντα έχανα το χρόνο μαζί της. Μετά από πολλές αναλύσεις γύρω από την ιδέα του θανάτου, τα αναπάντητα ερωτήματα του τι γινόμαστε μετά, την θλίψη της απώλειας και όλα αυτά τα ευχάριστα, μου είπε την ιστορία της. Είχε πάρει λέει απόφαση πως δεν θα το ξεπεράσει ποτέ. Πως δεν θα είχε ποτέ πια μία κανονική ζωή. «Εγώ δεν είμαι η Έφη. Αυτοπροσδιορίζομαι μέσα από το είμαι η χήρα του Φώτη».

«Πως είναι δυνατόν; Είσαι μόλις 37 χρονών δε γίνεται να πιστεύεις πως δε θα ξαναχαμογελάσεις ποτέ. Η γη γυρίζει. Δε γίνεται εσυ να στέκεσαι ακίνητη».

Για μήνες περνούσαμε πολύ χρόνο μαζί. Με βοηθούσε να διαβάζω γιατί θα έδινα εξετάσεις εκείνο το διάστημα. Πίναμε τα κρασάκια μας, συνήθως μου φώναζε γιατί παρατούσα τα βιβλία για να τρυπώσω στον καναπέ και να συζητήσουμε και μου έβαζε χρονόμετρο στο τσιγάρο. Καμία φορά γελούσαμε, αλλά ο χρόνος που μοιραζόμασταν ήταν κυρίως για να ακούμε τους εαυτούς μας να μιλούν για όσα πονάνε. Εγώ βέβαια κλασσική περίπτωση γελωτοποιού άμα την έβλεπα να μελαγχολεί έδινα και κάποια παράσταση!

Όσο περισσότερο χρόνο περνούσαμε μαζί, τόσο περισσότερο έμπαιναν στη ζωή μας συζητήσεις για το ότι απαγορεύονται εξαρτητικές σχέσεις. Είχε αρχίσει να φοβάται πως αφήνεται και προσπαθούσε να με κρατάει σε απόσταση.

«Δεν αντέχω την απώλεια. Εσύ είσαι μωρό πρέπει να βγαίνεις, δε γίνεται να κλείνεσαι εδώ. Κι όταν θα πρέπει να σε διώχνω για να ζεις θα πονάει».

«Μα τι λες; Εμένα μου αρέσει ο χρόνος που περνάμε μαζί. Και μία χαρά χωράνε όλα στη ζωή μου, ποιο είναι το πρόβλημα»;

«Ναι αλλά δε γίνεται να έχει καμιά μας ανάγκη την άλλη».

Κάθε φορά που μου τα έλεγε αυτά με προβλημάτιζε. Μα πως είναι δυνατόν κάποιος άνθρωπος να φοβάται τόσο πολύ να αφεθεί; Μα και τι πειράζει αν με έχει ανάγκη και με πάρει τηλέφωνο να πάω; Αλήθεια, τίποτα δεν καταλάβαινα…

Κάποια σαββατοκύριακα έφευγε. Είχε ένα σπίτι στη θάλασσα και πήγαινε μόνη της και κλεινόταν εκεί. Δεν ήθελε να βλέπει και να ακούει κανέναν. Ήταν σα να περνούσε την κατάθλιψη της μέχρι τη Δευτέρα που θα επέστρεφε στην κανονικότητα της ζωής της.

Δεν ξέρω πως την έπεισα ένα σαββατοκύριακο να με πάρει μαζί της. Με πρόφαση τις εξετάσεις που πλησίαζαν, την ησυχία του μέρους για να διαβάσω, τη βοήθεια της που χρειαζόμουν, βρέθηκα στο κάθισμα του συνοδηγού με κατεύθυνση το ησυχαστήριο της.

Σχεδόν από την αρχή της γνωριμίας μας ένιωθα σίγουρη πως μπορώ να της κάνω καλό αν και πολλά χρόνια μικρότερη της και με στεναχωρούσε που δε μου άφηνε το χώρο επιλέγοντας τη μοναξιά της.

Οι πρώτες δύο μέρες κύλησαν ομαλά. Διαβάζαμε, ακούγαμε μουσική, συζητούσαμε ελάχιστα, περνούσαμε αρκετό χρόνο η καθεμία μόνη της. Το Σάββατο το βράδυ την πήρε τηλέφωνο ένα φιλικό της ζευγάρι. Είχαν μάθει πως ήταν εκεί και πήραν να περάσουν. Είχε μήνες να τους δει, απομονωμένη από όλους και από όλα.

Καθόμουν στην καρέκλα και τους παρατηρούσα όσο συζητούσαν. Πολλές αναφορές στο Φώτη, στα καλοκαίρια που περνούσαν όλοι μαζί. Η Έφη μου έλεγε συχνά πως απέφευγε να βγαίνει με τα ζευγάρια που έκαναν παρέα με το Φώτη. Δε μπορούσε να διαχειριστεί τις αναμνήσεις και την άδεια καρέκλα δίπλα της. Κάποια στιγμή ακούστηκε από το ραδιόφωνο το «δεν είσαι εδώ». Άρχισε να κλαίει με λυγμούς. Τους ζήτησε να φύγουν. Εγώ αμίλητη κι ακίνητη στην καρέκλα μου. Τους έβγαλε μέχρι έξω και επέστρεψε στον καναπέ. Στην πρώτη λέξη που ψέλλισα ένα δυνατό «σταμάτα» μου έκοψε την ανάσα.

«Δε με τρομάζει η φωνή σου. Αν δε θέλεις να μιλάς με όσους σου θυμίζουν το Φώτη μη το κάνεις. Αλλά εμένα όταν με κοιτάς δεν έχεις καμία εικόνα με το Φώτη δίπλα μου. Δεν έχεις λόγο να με διώχνεις. Εγώ εδώ είμαι. Όταν πάψεις να μου μιλάς σα τη χήρα του, μπορεί και να μπορέσεις να ακούσεις πως υπάρχει ακόμη ζωή γύρω σου» της είπα φωνάζοντας και με μία ανάσα για να μη με διακόψει. Άνοιξα την πόρτα και έφυγα τρέχοντας προς τη θάλασσα.

Λίγη ώρα αργότερα ήρθε και με βρήκε. Μέχρι το πρωί μιλούσε. Για όλα αυτά που την πονάνε. Για όλα όσα δεν ήθελε να ξεπεράσει. Για όλα τα όμορφα και τα άσχημα που είχε περάσει με το Φώτη. Πότε έκλαιγε γιατί της έλειπε, πότε μετάνιωνε για λάθη, πότε γελούσε.

Κάποια στιγμή στέρεψε από λόγια. Κοιμηθήκαμε για 2-3 ώρες και το μεσημέρι με ξύπνησε να φύγουμε. Σε όλο το δρόμο δε μιλούσε. Λίγο πριν φτάσουμε στο σπίτι μου σταματήσαμε να φάμε. Με έπιασε από το χέρι και μου είπε.

«Δε θέλω να ξαναμιλήσουμε μέχρι να συνέλθω. Δεν θέλω να με ξαναδείς ποτέ να κλαίω. Γι’ αυτό δεν ήθελα να σε πάρω εκεί μαζί μου. Είσαι 24 χρονών, δεν ήξερα καν αν μπορώ να αφεθώ. Με έπεισες. Το έκανα. Αλλά φτάνει. Εσύ είσαι η ζωή κι εγώ ο θάνατος. Ήταν λάθος να μιλήσουμε για όλα αυτά. Εσύ πρέπει μόνο να γελάς».

Ζήτησα από το σερβιτόρο το φαγητό μου σε πακέτο. Έβγαλα το μπουφάν και το σακίδιο μου από το αμάξι αμίλητη. Φεύγοντας την κοίταξα και της είπα.

«Το γέλιο μου εξαρτάται από όσα εγώ ζω και η δική σου κατάθλιψη δεν έχει τη δύναμη να μου το στερεί για τις στιγμές που με άφησες δίπλα σου. Αν φοβάσαι να ξεπεράσεις την απώλεια γιατί φοβάσαι ότι αν δεν κλαις θα τον έχεις ξεχάσει, μπορείς να κλαις για όσο έχεις τα μάτια σου ανοιχτά ενώ οι γύρω σου θα ζουν κανονικά».

Για πολλές μέρες δε μιλούσαμε. Ένα απόγευμα πριν τις εξετάσεις ήρθε στο γραφείο μου να με βρει. «Καλή επιτυχία παιδί θαύμα!». Σήκωσα τα μάτια μου, χαμογέλασα και σηκώθηκα να την πάρω αγκαλιά. Συνέχισε να μου μιλάει.

«Σου έχουν πει ποτέ πως είσαι οδοστρωτήρας;»

«Εσύ! Πριν καν γνωριστούμε με είπες σίφουνα, θυμάσαι;» της είπα γελώντας.

«Έχεις μία μαγική δύναμη να μοιράζεις χαστούκια και το χέρι σου να μένει εκεί για να πιαστεί κανείς. Μια μαγική δύναμη να σε ακούει ο οποιοσδήποτε παρά τις σκέψεις του. Μια μαγική δύναμη να κινείς τον κόσμο στο ρυθμό σου. Δε θα ξεχάσω ποτέ όσα έκανες για εμένα».

«Μπορείς να κλαις όποτε θες, μπορείς να γελάς όποτε θες. Μπορείς να μένεις μόνη σου όποτε θες. Αλλά ποτέ μην ξεχάσεις πως όπου υπάρχουν άνθρωποι, υπάρχει φως. Να πηγαίνεις και στο φως… Ό,τι έχουμε πίσω μας είναι εκεί για το μάθημα πως προχωράμε μπροστά, όχι για να στεκόμαστε εκεί.»

«Μην σταματήσεις ποτέ να είσαι εκεί για όλους παιδί θαύμα! Ακόμη κι αν κάποιος φαινομενικά δε το χρειάζεται ή δε μπορεί να το πάρει, μην πάψεις ποτέ να το προσφέρεις. Έχεις μία δύναμη θείο δώρο, μη την στερήσεις ποτέ από κανέναν.»

Με την Έφη συνεχίζουμε ακόμη να μοιραζόμαστε τις ζωές μας. Πια σπάνια, αλλά την αγαπώ και με αγαπάει περισσότερο από όσο αγαπιόμασταν 7 χρόνια πριν. Πριν 2 χρόνια έγινε μανούλα. Μερικές μέρες πριν γεννήσει μιλούσαμε στο τηλέφωνο.

«Δεν περίμενα ποτέ να το πω. Σε σένα χρωστάω ότι γελάω. Εσύ με έκανες να κινηθώ ξανά στο ρυθμό της γης. Ευχαριστώ».

«Εγώ σ’ ευχαριστώ που με κάνεις να νιώθω πως έχω τη δύναμη να αλλάξω τον κόσμο»…

 

Κατερίνα Χρηστίδου

Ta Bizoudakia tis Attartis