«Μπαμπαααααά πού είναι οι μαρκαδόροι μου;» φώναξε, με την ψιλή χαριτωμένη της φωνούλα, η Ελπίδα.
Ο Γιώργος άνοιξε βαριεστημένα τα μάτια του και είπε σχεδόν ψιθυριστά «Αφού ξέρεις, τι με ρωτάς; Στο τρίτο συρτάρι.»
Το συρτάρι άνοιξε με θόρυβο.
Η μικρή ήταν σε μια φάση, που δεν μπορούσε ακόμη να διαχειριστεί τη δύναμή της.
Ο θόρυβος τον έκανε να αναπηδήσει από το κρεβάτι του.
Ξεφύσηξε, κοίταξε τις σκονισμένες του παντόφλες, που κάποιος είχε προσεκτικά τοποθετήσει στην κάτω αριστερή γωνιά του κρεβατιού του.
Τις αγνόησε για άλλη μια φορά και σηκώθηκε ξυπόλυτος να πάει στην κουζίνα.
Καφέ.
Ας έπαιρνε σήμερα μπρος η καταραμένη καφετιέρα και τι στον κόσμο!
Ούτε και σήμερα.
Πονάει το κεφάλι του εδώ και μέρες.
Σφυροκοπάει το κρανίο του…
«Θέλω καφέ!» φώναξε και τότε έπεσε το βλέμμα του σε μια κούκλα που θα ορκιζόταν πως δεν είχε ξαναδεί ποτέ του.
Όχι, δεν φημίζεται για την παρατηρητικότητά του, μα πώς γίνεται να μην προσέξεις μια τόσο δύσμορφη κούκλα;
Εκεί, στον πάγκο της κουζίνας, είχε τοποθετηθεί καθιστή, μια γριά ξεμαλλιασμένη κλόουν.
Ποιος φτιάχνει μια τέτοια κούκλα για παιδιά και βασικά ποιος την αγόρασε στο παιδί του;
Μια κούκλα ρετρό, από την εποχή του Μεσαίωνα, πιθανότατα εξ Ιταλίας, με μακριά ξεθωριασμένα καστανά μαλλιά, μπλεγμένα με κόμπους και ρυτίδες έκφρασης. Κόκκινη μύτη και κόκκινα μάγουλα, λευκό γύρω από τα μάτια.
Τα μάτια… που θα ορκιζόταν πως ήταν αληθινά.
Σαν να τα πήραν από ταριχευμένο τρωκτικό.
Ανατρίχιασε.
«Ελπίδα!!!! Έλα εδώ, παιδί μου!»
«Τι είναι, μπαμπά;»
«Πώς βρέθηκε εδώ αυτό το… το… ΠΡΑΓΜΑ;»
Η Ελπίδα χαμογέλασε με ικανοποίηση.
«Σ’ αρέσει μπαμπάκα; Δεν μοιάζει με τη μαμά;»
«Όχι, όχι! Δεν μοιάζει καθόλου! Ντροπή σου! Πάρ’ την από ‘δω! Με ανατριχιάζει!» είπε ο Γιώργος και η μικρή υπάκουσε.
Την έβαλε στον ώμο της, όπως βάζουν τα μωρά για να ρευτούν και γύρισε την πλάτη στον πατέρα της προχωρώντας προς το δωμάτιό της.
Η κούκλα σήκωσε αργά το μικρό ξεμαλλιασμένο της κεφάλι και τον κοίταξε.
Ο Γιώργος ένιωσε παγωμένα νερά να διαπερνούν τη σπονδυλική του στήλη.
«Γαμώτοοο!!!»
«Τι μπαμπά;»
«Τίποτα, κοριτσάκι μου, όμορφο. Μου λείπει ύπνος και καφές και βλέπω διάφορα.» είπε και πήγε προς το δωμάτιό του.
Μπαίνοντας μέσα, του ήρθε μια άσχημη σκέψη: Κοιμάται όλη μέρα κι όλη νύχτα. Πρέπει να έχει κατάθλιψη. Όμως παραμελεί την Ελπίδα του, εκείνη παίζει μονάχη της και νιώθει τύψεις γι’ αυτό.
«Απόψε θα παίξω μαζί σου! Ακούς;»
«Όχι όπως παλιά, ε;» είπε φοβισμένη.
«Όχι, ζωή μου. Δεν είμαι αυτός που ήμουν πια.» είπε και γέμισαν τα μάτια του.
«Αλήθεια, μπαμπά; Ναιιιιιι!» τιτίβισε το κοριτσάκι και σήκωσε τα χέρια ψηλά.
Η κούκλα έπεσε με έναν εκκωφαντικό θόρυβο στο ξύλινο πάτωμα. Ο ήχος έπαιξε σε λούπα, άλλες δυο φορές, με παραμόρφωση σαν να ακουγόταν στο βυθό της θάλασσας.
Φρίκη ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο του πατέρα και τρόμος στης μικρής.
Η κούκλα είχε αλλάξει έκφραση, επίσης.
Πόνος.
Μάτια κλειστά.
Δόντια σφιγμένα και οι ρυτίδες έκφρασης, χαρακιές στην πορσελάνη.
Η κούκλα είχε γίνει χίλια κομμάτια και μονάχα το πρόσωπό της ήταν αβλαβές.
Τα μάτια άνοιξαν ξαφνικά και ο χρόνος πάγωσε.
Δύο μαύρες κόρες με κόκκινους βολβούς γύρισαν προς το παιδί.
«Μάζεψέ με ΤΩΡΑ !» φώναξε με βραχνή φωνή σχεδόν αντρική.
«Μα… Μαμά… Δεν το έκανα επίτηδες!» ψέλλισε η Ελπίδα.
«Σταμάτα τώρα! Εκεί που είσαι! Ούτε βήμα!» φώναξε ο Γιώργος.
«Μπαμπά, η Μαμά θα θυμώσει κι άλλο και ξέρεις τι θα γίνει!»
Ο Γιώργος έσκυψε να μαζέψει την κούκλα μόνος του.
Όσο μάζευε κομμάτι κομμάτι η κούκλα αλυχτούσε σα λυσσασμένο σκυλί.
Τελευταίο κομμάτι στα χέρια του το πρόσωπό της.
Της χάιδεψε τα ξερά, σαν άχυρα, μαλλιά και η κούκλα ηρέμησε.
«Βάλε με στο παιδί» είπε τρυφερά.
«Δεν υπάρχει περίπτωση»
«Βάλε με!!!»
«Θα πας μαζί μας, επιτέλους στον τάφο, Κορίνα! Αρκετά έμεινες στο νεκροταφείο των φυλακών…»
είπε ο Γιώργος και άνοιξε το λαιμό της μπλούζας του και έριξε όλα τα κομμάτια της κούκλας μέσα.
Σφήνωσε καλά τη μπλούζα του μέσα στο παντελόνι του και έκανε νόημα στην Ελπίδα να έρθει κοντά του.
Η μικρή ήξερε το ύφος και το νεύμα του: αγκαλιά.
Έτρεξε κατά πάνω του.
Και τα σπασμένα κομμάτια της πορσελάνης σφηνώθηκαν στα κορμιά τους.
«Συγγνώμη… ζητώ συγνώμη, σας αγαπώ!» ακούστηκε ξέπνοη η φωνή της μάνας.

Στο Γ’ δημοτικό κοιμητήριο της περιοχής, μια γερόντισσα χαροκαμένη πλένει το μάρμαρο ενός τάφου.
«Γεώργιος και Ελπίδα, πατέρας και κόρη».
Βιάζεται η κυρά Μαίρη.
Πρέπει να πάει και στις φυλακές γυναικών να αφήσει δυο λουλούδια στον τάφο της κόρης της.
Βρήκε χθες στα πράγματά της ένα γράμμα.
Ένα γράμμα που αρνιόταν να ανοίξει χρόνια τώρα.
Γιατί να ανοίξει το γράμμα μιας δολοφόνου;
Γιατί; Τι λάθος είχε κάνει τόσα χρόνια στο μεγάλωμά της που ήρθε μια μέρα και σκότωσε και τον άντρα και το παιδί της η Κορίνα;
Γιατί Κορίνα; Γιατί; Όλοι την ρώτησαν: εκείνη, το δικαστήριο, τα κανάλια, οι εφημερίδες…ΟΛΟΙ. Κι η Κορίνα μουγγάθηκε. Κι έπαψε να εμφανίζεται και στα επισκεπτήρια. Κι η κυρά Μαίρη έπαψε να πηγαίνει να την βλέπει.
Μονάχα μια φορά πήγε και ακούμπησε στον τάφο της κόρης της εκείνη την απαίσια κούκλα που της είχε χαρίσει ένας Ιταλός αξιωματικός όταν ήταν παιδούλα.
Άσχημη κούκλα, άσχημες αναμνήσεις μα η Κορίνα τη λάτρευε.
Έπρεπε να είχε ανοίξει το γράμμα.
Δεν θα ρωτούσε τότε.

Πέντε κουβέντες:
«Ο Γιώργος βίαζε την Ελπίδα. Τους απάλλαξα και τους 2 από τη μιζέρια τους. Εμένα μου αξίζει να σαπίσω στη φυλακή που το υποψιαζόμουν δυο χρόνια και δεν έκανα τίποτα.
Μάνα, λυπάμαι.

Κορίνα.»

 

Ελένη Σαββαϊδου-Εσώρουχα