– Το χέλω, μαμά – το χέλω! Μωάκι που κάνει πιπί και χαχάκια και το βείχνει χτη τηεόαχη!
– Ναι παιδί μου, εννοείται! Θα σου το πάρουμε.

Στάνταρ διάλογος, παίζει στο ριπίτ όλη μέρα.  Μικρό παιδάκι βλέπει κάτι στην τηλεόραση, μικρό παιδάκι το θέλει, μικρό παιδάκι στο ζητάει, σου τουμπανιάζει τα αναπαραγωγικά όργανα να του το αγοράσεις, από ένα σημείο και μετά λες σε όλα ναι, δεν αγοράζεις τίποτα, το παιδάκι το ξεχνάει, ζητάει κάτι άλλο, το κοροϊδεύεις με μια τσίχλα ξερωγω κι είστε όλοι πανευτυχείς.

Ε, μερικές φορές όμως κολλάει ο εγκέφαλος του πιτσιρικιού σ’ ένα συγκεκριμένο παιχνίδι που ΔΕΝ ΛΕΕΙ ΝΑ ΤΟ ΞΕΧΑΣΕΙ, ξυπνάει – κοιμάται με το γαμω”μωάκι που κάνει πιπί και χαχάκια”, το έχεις ήδη μισήσει θανάσιμα. Το αγοράζεις…

Η συγκεκριμένη κούκλα λοιπόν, που πολλοί θα αναγνωρίσετε, θυμηθείτε, σιχτιρίσετε, ήταν ένα πανάκριβο πανάσχημο κατασκεύασμα που το τάιζες κάτι ειδικές ελεεινές πανάκριβες τροφές που αγόραζες εξτρά, και μετά το σίχαμα τις έχεζε, του έδινες νερό, κατουρούσε – και όλα αυτά σε ειδικές πανάκριβες πάνες, νταξ το όλο πακετάκι υπολογίστε χοντρικά πως κοστίζει όσο ένας Βέρτης πρώτο τραπέζι πίστα + βρόμικο στην Παραλιακή μετά – καλά να πάθετε, όποιος πηδάει πολλά παλούκια Σαββατόβραδο μετά τον Βέρτη, κάθεται σε ένα τελικά, και τράβα τώρα μ@λάκα ν’ αγοράσεις τη γαμοκούκλα που χέζει για να μην κλαίει το παιδί.
Τι λέγαμε, παρασύρθηκα…

Α, ναι η κούκλα. Τρώει λοιπόν, πίνει, κατουράει και τα συναφή ΚΑΙ μιλάει. Ναι η μπάσταρδη. Μιλάει. Όταν της βάλεις κάτι στο στόμα, ΟΤΙΔΗΠΟΤΕ της ακουμπήσεις στο στόμα, αυτή σκούζει: ‘μιαμ μιαμ μιαμ, ευχαριστώ, σ’ αγαπώ, μαμά πεινάω, μαμά έκανα τσισάκια, μαμά νυστάζω, μαμά λέρωσα την πάνα μου’ και άλλα τέτοια γκραν γκινιόλ. Λειτουργεί κλασικά με μπαταρίες κι έχει ένα κουμπάκι για off στο χέρι υποτίθεται, που το 4χρονο το βγάζει off τη 2η μέρα λειτουργίας. Οπότε ξεμένεις με το γλωσσούδικο κουκλί, μέχρι να τελειώσουν οι μπαταρίες ή μέχρι να βαρεθεί το πιτσιρίκι το παιχνίδι. Ευτυχώς τα 4χρονα έχουν χρόνο απασχόλησης με καινούριο παιχνίδι γύρω στα 14 δευτερόλεπτα, μετά το βαριούνται και παίζουν ξανά με τα κατσαρολικά σου, τα βρακιά σου, τα προφυλακτικά που θα βρουν σε συρτάρια, τους δονητ… οκ, όχι. Η κούκλα λοιπόν μένει ξεχασμένη, πεταμένη, εν καιρώ ξεθάβεται για λίγο μέσα από ένα βουνό παιχνιδιών και αν δεν λυπόσουν τα λεφτά που έδωσες για να την αγοράσεις θα την είχες σουτάρει από καιρό και δεν θα την αναζητούσε και κανείς! Κάποια στιγμή χάνεται και εντελώς από το οπτικό σου πεδίο! Καταχωνιασμένη, λησμονημένη, καταφρονεμένη, ΠΡΟΔΟΜΕΝΗ.

Fast forward 5-6 χρόνια μετά.
Γυρνάει το 10χρονο της ιστορίας μας από το σχολείο και καρφώνεται με τη μία στον υπολογιστή για minecraft και νέα videos από popular youtubers. Εσύ αμέριμνος πίνεις νερό, ξέρωγω.
Και τότε…
Από τα βάθη της Κολάσεως, από το Έρεβος του θανάτου, από την Άβυσσο του πιο σκοτεινού σημείου του παιδικού δωματίου ακούγεται η αλλοιωμένη φωνή σαν της Καίτης Γκρέυ που σηκώνεται από τον Τάφο: “ΣΑΓΑΠΑΩΜΑΝΟΥΛΑΑΑΑΡΓΚΚΚΚ”

Η πρώτη αντίδραση του ζόρικου και καλά 10χρονου που εκείνη τη στιγμή σκότωνε ζόμπι στο κομπιούτερ ήταν να αρχίσει να ουρλιάζει, θα το κορόιδευες για την αντίδραση του αλλά και είσαι απασχολημένη, σου ’χει φύγει λίγο τσίσι ενώ κάνεις ένα σάλτο και κρεμιέσαι από το πολύφωτο, ενώ ξελαρυγγιάζεσαι κομψά ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΟΥΥΥΥΥ ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΟΥΥΥΥΥΥΥΥ ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΟΥΥΥΥΥΥ. Καπάκι σαν ώριμος, υπεύθυνος ενήλικας που είσαι (με ενσυναίσθηση), διατάζεις το παιδί να πα να δει τι ακούστηκε έτσι και να σου φέρει και μια σκάλα να κατέβεις από το φωτιστικό.
Δεν πάει.
Το απειλείς ότι θα το ταΐσεις μπάμιες.
Πείθεται αλλά σου λέει πως θα σε κλείσει σε γηροκομείο 3μιση δευτερόλεπτα αφότου κλείσει τα 18. Στο Περού.

Με τρόμο στην καρδιά ξανακούτε την συγχωρεμένη Καίτη Γκρέυ: ‘ΜΑΝΟΥΛΑΑΑΑΑ-ΤΑΙΣΕΜΕΕΕ’ το 10χρονο το κόβει λάσπη πηδώντας μπαλκόνια, λέγοντας “σόρρυ μάνα, εσένα ζητάει το ζόμπι, θα σε θυμάμαι με αγάπη” φίλε τα σημερινά 10χρονα είναι εντελώς κότες, μην ακούσουν τη φωνή του σατανά, αμέσως να χεστούν πάνω τους. Δεν έχεις άλλη επιλογή, πρέπει να πας να δεις τι είναι. Κουμπώνεις 2 ζάναξ, ξεπλένεις με μια βότκα στρέητ, κάνεις το φόβο σου φιλότιμο και πας στο παιδικό δωμάτιο. Ψάχνεις από που προέρχεται ο κολασμένος ήχος. 5 λεπτά αργότερα και ενώ έχεις βυθιστεί μέχρι το λαιμό σε παιχνίδια ανακαλύπτεις την κούκλα του σατανά, την “μανούλα πεινάω, διψάω, κατουριέμαι, χέζομαι”. Μα, πως! Έχουν περάσει τόσα χρόνια! Τσεκάρεις τις μπαταρίες, χαλασμένες, λιωμένες, τρέχουν υγρά, δεν μπορείς καν να τις βγάλεις, είναι σφηνωμένες. Η κούκλα είναι γυμνή, ξεμαλλιασμένη, αλλήθωρη και σε κοιτάει με μίσος ενώ επιμένει: ‘ΞΕΣΚΑΤΙΣΕ-ΜΕ ΜΗ ΣΟΥ ΓΑΜ…’

Τρέμεις από φόβο, δεν είναι φυσιολογικό αυτό! Θυμάσαι τον παπά που έκανε εξορκισμό στο φέρμπυ, θυμάσαι τη φίλη που είχε κόψει όλα τα καλώδια από ένα παιχνίδι κάστρο κι αυτό εκεί, συνέχιζε αέναα “τιριτιτιτιτιτιριτι” ώσπου το πέταξε στον κάδο, πάει ένας δόλιος ανθρωπάκος να πετάξει σκουπίδια, τιριτιτιτιτιτι, τέλος – γειά σας ο Χριστιανός, τίναξε τα πέταλα. Θυμάσαι την άλλη φίλη, που έπλενε πιάτα αμέριμνη ενώ πίσω της έκαναν παρέλαση τηλεκατευθυνόμενα αυτοκινητάκια που, άκου να δεις χαχα(κλαψ) δεν οδηγούσε κανένας με χειριστήριο, μόνη της ήταν η γυναίκα σπίτι.

Έχεις πάρει αγκαλιά τη κούκλα του σατανά, κι έχεις βάλει το δάχτυλο σου στο στόμα της, μόνο έτσι σταματάει – wtf και σε κοιτάει λάγνα με ύφος “σ’ αρέσει μωρό μου;” ενώ σε κατουράει. Βγάζεις το δάχτυλο, λέει “ΜΑΝΟΥΛΑ-ΕΚΑΝΑ ΒΡΩΜΙΤΣΑ!” Σκέφτεσαι να την πετάξεις, κι αν γυρίσει σπίτι με τα πόδια; Τη βάζεις στο πλυντήριο, κλείνεις τη πόρτα, το πλυντήριο κοπανιέται λες και το έχεις βάλει στο στύψιμο, δεν υπάρχει σωτηρία, ανοίγεις το πλυντήριο, την ψεκάζεις με αγιασμό: ‘ΜΑΝΟΥΛΑΑΑΑΘΑΣΕΣΚΟΤΩΣΩΩΩΩΩΜΑΝΟΥΛΑΑΑΑ’.

Είσαι καταδικασμένη να υπηρετείς φορέβερ την κούκλα του σατανά. Της χαϊδεύεις το μαλλί που έχει γίνει τζίβα. “ΣΑΓΑΠΩΜΑΝΟΥΛΑ”. Σε αγκαλιάζει με τα μικροσκοπικά πλαστικά χεράκια της. Σου δαγκώνει τα λαρύγγια. Πεθαίνεις.
Σκατόκουκλα.

Δι Εντ.

 

*edit

Αφότου το κείμενο αυτό δημοσιεύθηκε, ενημερώθηκα πως η κυρία Καίτη Γκρέυ ΖΕΙ. Χάρηκα πολύ για το γεγονός, σπεύδω να διορθώσω, όπου βλέπετε Καίτη Γκρέυ, βάλτε Ζωζώ Σαπουντζάκη που δεν παίζει να ζει με την καμία.