Σηκώθηκε με δυσκολία από το κρεβάτι. Είχε και αυτόν τον γαϊδουρόβηχα που δεν την είχε αφήσει να κοιμηθεί όλη νύχτα. Ντύθηκε τα μαύρα της ρούχα, αυτά που φορούσε αποκλειστικά τα τελευταία δύο χρόνια και έπιασε τα λιπαρά μαλλιά της σε έναν πρόχειρο κότσο. Έπρεπε να βρει το κουράγιο να πάει στην αγορά. Το ψυγείο ήταν άδειο σαν νεκροταφείο τα μεσάνυχτα. Αν ήταν μόνο η ίδια ούτε που θα την ένοιαζε, αλλά είχε και αυτόν στην έννοια της. Τον άντρα της. Τον άνθρωπο που κάποτε μοιράστηκαν όνειρα για ένα όμορφο αύριο. Αυτόν που για άλλη μια μέρα τον άκουγε να σέρνει τα βήματα του στο σαλόνι. Μα σοβαρά τώρα, κοιμόταν και αυτός άραγε ποτέ; Αναρωτήθηκε καθώς έριχνε κρύο νερό στο πρόσωπο της μέσα στο μπάνιο.

Πήρε το πορτοφόλι της και κατευθύνθηκε προς την πόρτα. Με την άκρη του ματιού της τον είδε καθισμένο στην πάντα ίδια θέση στον καναπέ να κοιτάει την τηλεόραση χωρίς να βλέπει. Από τότε που έχασε τη δουλειά του, θα κοντεύουν τώρα οκτώ μήνες, πάντα εκεί καθόταν. Ούτε στο κρεβάτι δεν ερχόταν πλέον, ούτε καν για να ξεκουράσει λίγο το σκεβρωμένο του κορμί. Γύρισε αργά και την κοίταξε. Με ένα νεύμα του κεφαλιού χαιρετήθηκαν. Δεν μιλούσαν πια. Δεν είχαν λόγια να πουν άλλωστε. Βγήκε από την πόρτα και κλείδωσε τρεις φορές όπως πάντα.

Γέμισε γρήγορα το καλάθι του σούπερ μάρκετ με τα βασικά και έπιασε σειρά στο ταμείο. Τα μάτια της ήταν κόκκινα και δεν σήκωσε καν το βλέμμα να χαιρετήσει την ευγενική υπάλληλο. Καθώς έφευγε με το κεφάλι σκυφτό ένιωσε τα βλέμματα των υπολοίπων πελατών πάνω της. Με την άκρη του ματιού, είδε δύο γυναίκες να σιγοψιθυρίζουν κοιτώντας την. Δεν την ένοιαζε. Είχε συνηθίσει πια. Τι να τους έλεγε εξάλλου; Αφού όλο το δίκιο ήταν με το μέρος τους. Ότι και να σούρνανε, καλά τα λέγανε. Ήταν για όλους η μάνα του φονιά. Όσο και αν η ίδια ήταν ακέραιος χαρακτήρας και καλός άνθρωπος, το ότι είχε φέρει στον κόσμο κάποιον που είχε αφαιρέσει μια ζωή, τους έδινε κάθε δικαίωμα να την κουτσομπολεύουνε, να την βρίζουν, ακόμα και να την φτύνουν όπως είχε κάνει πριν κάποιο καιρό εκείνος ο τύπος όταν την είδε να στέκει στην στάση του τρόλεϊ.

Σάμπως και η ίδια δεν το σκέφτηκε πολλές φορές; Για να βγει ο γιος της έτσι, προφανώς η ίδια κάπου είχε διαπράξει ένα τραγικό λάθος. Ατελείωτα βράδια αναλογιζότανε βήμα προς βήμα όλη τη ζωή της από την γέννηση του και μετά μπας και το ανακαλύψει αλλά ακόμα δεν είχε καταφέρει να εντοπίσει κάτι. Ο Μιχάλης γεννήθηκε ένα χαρούμενο μωράκι. Έφερε ανείπωτη ευτυχία στο νεαρό ζευγάρι που στα μάτια του είδαν τη σφραγίδα του έρωτα τους. Μεγάλωσε με αγάπη. Δεν τον κακόμαθε. Αλλά δεν του στέρησε και κάτι. Μέση οικογένεια, μεσαία οικονομικά. Του άρεσε ο αθλητισμός και τον πήγαινε όπου μπορούσε. Υποτίθεται αυτό θα αύξανε κιόλας την ευγένεια και την ηθική του. Και όμως. Παιδί με πολλές παρέες και με επιτυχίες στα κορίτσια στην εφηβεία του, ουδείς θα μπορούσε να προβλέψει την εξέλιξη του. Δεν έμπλεξε ποτέ με παλιοπαρέες, δεν κάπνιζε, δεν έπαιρνε ναρκωτικά, δεν είχε φτάσει ποτέ καν στα αυτιά της έρημης μάνας κάποια φήμη ότι ο γιος της ήταν βίαιος. Όλος ο περίγυρος είχε να το λέει από τα μικράτα του. Ο Μιχάλης ήταν το τέλειο παιδί. Χαμογελαστός, υπάκουος, μελετηρός, φιλικός. Μόνο αυτή είχε από πολύ παλιά, από το νήπιο ακόμα, κάποια σημάδια περίεργα. Που τότε φυσικά ούτε που τους έδινε σημασία. Στιγμιαία μόνο την προβλημάτισαν αλλά μετά τα ξεχνούσε. Ένα βλέμμα του για παράδειγμα, όταν η ξαδέρφη του, του πείραζε κάποιο παιχνίδι. Ένα νευρικό τίναγμα του ώμου αν κάποιο παιδάκι έφτανε πριν από αυτόν στην τραμπάλα. Όμως δεν μπορεί να ήταν αυτό ενδεικτικό για την τωρινή κατάληξη. Δεν ήταν δυνατόν. Σάμπως ήταν το πρώτο παιδί που διεκδικούσε και θύμωνε για ασήμαντες αφορμές; Έτσι έλεγε στον εαυτό της και ηρεμούσε λίγο την ταραγμένη της ψυχή. Σταματούσε το χέρι της από το να βλάψει τον εαυτό της και το μυαλό της από το να την γεμίζει ενοχές για το γέννημα της.

Αναθεμάτιζε άπειρα βράδια τον εαυτό της για όσες φορές τον μάλωσε για ασήμαντη αφορμή, απλά και μόνο επειδή η ίδια ήταν κουρασμένη. Έκλαψε για κάθε στιγμή που δεν έπαιξε μαζί του γιατί είχε δουλειές. Σκέφτηκε ξανά και ξανά να αφαιρέσει τη ζωή της από ενοχές. Μέχρι και σφάλματα του άντρα της έψαχνε στην αρχή. Τσακώθηκαν, φώναξαν. Ώσπου κουράστηκαν. Ο άντρας της κλείστηκε στο καβούκι του με μια καραμπινάτη κατάθλιψη με όλα τα γνωστά επακόλουθα, και αυτή πνίγηκε μέσα σε μια ρουτίνα καθημερινών εργασιών και ενδιάμεσου κλάματος.

Σκέφτηκε να μετακομίσουν. Να γλιτώσει έστω από τα βλέμματα και τις κατηγορίες της γειτονιάς. Αλλά και πάλι. Από το βλέμμα του καθρέφτη της δεν μπορούσε να ξεφύγει. Τουλάχιστον ζώντας στο ίδιο σπίτι μπορούσε να καμώνεται πως το παιδί της πέθανε. Να ζει με τις αναμνήσεις του αλλοτινού εαυτού του. Γιατί ήταν σαφώς καλύτερο να είσαι η μάνα του σκοτωμένου παρά η μάνα του φονιά. Και όταν στο δρόμο κάποτε από απόσταση είχε δει τη χαροκαμένη μητέρα, είχε νιώσει μια ασυγκράτητη ζήλια για εκείνη. Εκείνη που επίσης δεν είχε το σπλάχνο της κοντά της. Το είχε χάσει άδικα αλλά δεν είχε αμαυρωθεί καμία ανάμνηση του χαμογελαστού μωρού που κάποτε έτρεφε από τα στήθη της. Αν αυτό δεν ήταν αξιοζήλευτο δεν ήξερε τι ήταν… εκείνη δεν γέμιζε ενοχές πως έφταιξε κάπου η ίδια και έχασε το φως των ματιών της. Μπορούσε να είναι ήσυχη πως το παιδί της θα ήταν σε κάποιο καλύτερο μέρος και ας είχε φτάσει εκεί νωρίς και άδικα. Δεν θα καίγονταν στα καζάνια της κολάσεως όπως το δικό της σπλάχνο. Ένα σπλάχνο που είχε μήνες να δει. Από τη δική. Όπου είχε πάει όχι για να τον παρηγορήσει. Αλλά για να βεβαιωθεί ότι το τέρας θα έμενε κλειδωμένο για τα καλά εκεί που του άξιζε. Δεν είναι ότι δεν τον αγαπούσε. Λάτρευε το παιδί της. Όμως αυτός ο φονιάς καμία σχέση δεν είχε με το πλάσμα που κοίμιζε στον κόρφο της τα βράδια ή παρηγορούσε κάθε που αρρώσταινε. Ήταν ένα ξένος. Ήταν ο λόγος που ο άντρας της είχε πλησιάσει την τρέλα και είχε οδηγηθεί να χάσει τόσο τη δουλειά του όσο και την επιθυμία του για ζωή. Πόσο στεναχωριόταν και γι’ αυτόν. Που δεν μπόρεσε στιγμή να εκφράσει τον πόνο του. Που σίγουρα έκανε τις ίδιες ενοχικές σκέψεις με αυτήν για όσους ποδοσφαιρικούς αγώνες είχε χάσει του παιδιού, για όσες τιμωρίες του έβαλε, για όσα χαρτζιλίκια του αρνήθηκε. Για όλο αυτόν τον πόνο που έκρυψε μέσα του και έριξε πάνω του τόνους γελοίων τηλεοπτικών εκπομπών. Μα εδώ πράγματι έφταιγε και αυτή. Γιατί θαμμένη στο δικό της δράμα, απέφευγε να τον ρωτήσει για το δικό του.

Γύρισε γρήγορα σπίτι. Ξεκλείδωσε την πόρτα αλλά αντί για την κουζίνα κατευθύνθηκε στο σαλόνι. Κάθισε στον καφέ καναπέ. Παρατήρησε το βαθούλωμα που είχε σχηματιστεί μόνιμα πλέον στα σημεία που κάθονταν. Κοίταξε την τηλεόραση. Ο άντρας της δεν της έριξε ούτε μισή ματιά. Συνέχιζε να βλέπει ένα σόου με κάτι τελειωμένος τύπους που γύρευαν γυναίκα μέσω τηλεοπτικού προξενιού. Είχε το ένα χέρι του στο μπράτσο του καναπέ και το άλλο ακουμπισμένο μαζί με το τηλεκοντρόλ στο γόνατο της λιγδιασμένης του πιτζάμας. Του έπιασε το χέρι και με το άλλο έσπρωξε το τηλεκοντρόλ μακριά κλείνοντας της τηλεόραση ταυτόχρονα. Τον κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια βουρκωμένη. Αυτός πήγε να τραβηχτεί σαν χτυπημένο σκυλί. Αλλά τον έσφιξε. «Το παιδί πάει» του είπε. Αυτός γύρισε επιτέλους και την κοίταξε κατάματα. Αργά αργά τα μάτια του πλημμύρισαν από τα δάκρυα που ξεχείλιζαν την ψυχή του. Άπλωσε το ελεύθερο χέρι του και την χάιδεψε στο μάγουλο. Αμέσως ξέσπασαν και οι δύο σε λυγμούς και αγκαλιάστηκαν. Τα σώματα τραντάζονταν από το κλάμα για ώρα. Το ξημέρωμα τους βρήκε στην ίδια θέση αγκαλιά, ακόμα κλαμένους αλλά πιο ήρεμους πια, να θρηνούν επιτέλους το χαμένο τους παιδί.