Στην παρέα ακούγονται γέλια. Φίλοι καλοί που έχουν καιρό να βρεθούν. Τα παιδιά αγγλικά, ποδόσφαιρο, τρεχάματα. Οι ίδιοι δουλειά, ψώνια, λογαριασμοί. Το ταβερνάκι είναι το σημείο να νιώσουν αυτό για το οποίο αδημονούσαν όλοι καιρό τώρα. Να παρεώσουν. Να πιουν ουζάκι, να γελάσουν. Να πουν τις καθημερινές τους ιστορίες. Αυτές που ακούγοντας τες θα τις ξορκίζουν και θα πάψουν να κατατρώνε την σκέψη τους και να τους φορτώνουν άγχος κ γήρας. Παραδίπλα τα παιδιά τους. Συνεχίζουν μια φιλία που μοιάζει εκπληκτικά πια με συγγένεια. Παίζουν όλα μαζί. Αγκαλιάζονται. Λένε τα δικά τους αστεία, αναπτύσσουν τους δικούς τους κώδικες.

Και εσύ εκεί. Στην ίδια παρέα. Με την καρεκλίτσα σου ανεπαίσθητα πιο απομακρυσμένη. Με τον νου σου αισθητά πιο φευγάτο. Κοιτάς τα μικρά. Ποτέ μεγάλωσαν ρε! Πριν πόσο ήταν που ήσουν εκεί στο μαιευτήριο, στη γέννηση καθενός από αυτά; Ένα ελαφρύ τράβηγμα του χειλιού, παρωδία χαμόγελου, σημαδεύει το πρόσωπο σου. Αν ούτε με τα παιδιά δεν χαμογελάς, αν ούτε η εικόνα τους δεν σου δίνει έναυσμα να συμμετέχεις στην κομπανία, τότε φιλαράκο το πρόβλημα είναι σοβαρότερο από όσα υποπτεύεσαι ότι σου συμβαίνουν.

Πότε ξεκίνησε όλο αυτό; Πιο ήταν το συμβάν που σου έκλεψε το κέφι για όσα αγαπούσες; Τι πυροδότησε την παραίτηση και την εγκατάλειψη της ψυχής, που βιώνεις; Κάποιος θα πίστευε πως σε συγκλόνισε κάποια τραγική απώλεια. Ίσως ο θάνατος αγαπημένου προσώπου; Ίσως οικονομικό στραπάτσο και ένδεια; Ίσως ασθένεια παιδιού; Έλλειψη δουλειάς; Αδυναμία βιοπορισμού; μα όχι. Τίποτα τέτοιο δεν ισχύει. Επιφανειακά όλα βαίνουν καλώς. Έχεις ένα μέσο εισόδημα. Μια εργασία με άγχη και κόπους αλλά και επιβραβεύσεις. Όπως δηλαδή οφείλουν να είναι όλες οι δουλειές. Μια οικογένεια χωρίς ιδιαίτερα θέματα υγείας. Τα συνηθισμένα δηλαδή. Ένα σπίτι ούτε παλάτι, ούτε γιαπί. Γονείς εν ζωή και υγιείς. Συγγενείς που σε νοιάζονται. Φίλους που αν και βλέπεις σπάνια σε αγαπούν και τους αγαπάς. Σύντροφο με βασικό μέλημα να μην σας λείπει τίποτα. Να σας φροντίζει. Οκ. Τότε τι; Τι ρε άνθρωπε σε κάνει έτσι αγέλαστο; Τι σε ωθεί να νιώθεις τόση ματαιότητα;

Ξυπνάς το πρωί και πιέζεις τόσο τον εαυτό σου να σηκωθεί. Δεν έχεις ενέργεια ούτε για τα βασικά. Να πλυθείς, να αγκαλιάσεις τα παιδιά. Να πιεις νερό. Και μέσα σε όλο αυτό το βάρος που κάθεται σαν χοντρή αγελάδα στο στήθος σου, να φοβάσαι να μιλήσεις. Να τρέμεις μην ακούσεις τον «εξάψαλμο» αν ανοίξεις την ψυχή σου να απελευθερώσεις τα τέρατα που κατοικοεδρεύουν μέσα της. Γιατί είπαμε. Ποιος είσαι εσύ που τολμάς να μιλάς για θλίψη; Όταν ξέρεις πόσα παιδιά είναι στα νοσοκομεία; Όταν ξέρεις πόσοι άνθρωποι κάθε μέρα ξεριζώνονται από ότι είχαν στον κόσμο; Όταν ορφανοί όλων των ηλικιών αναζητούν τον γονιό που δεν θα αγκαλιάσουν ξανά Ποτέ; Όταν άνεργοι πεινούν; Όταν τους κάνουν έξωση ή η τράπεζα τους κατάσχει τα έπιπλα; Εσύ τι μιλάς άνθρωπε; Που όλα σου δόθηκαν και εσύ πάλι νιώθεις πως κάποιο κομμάτι σου λείπει;

Γι’ αυτό φοράς εκείνη τη γνωστή μάσκα. Το πλαστό χαμόγελο. Το προσποιητό ενδιαφέρον για τα πεπραγμένα γύρω σου. Το χιούμορ που σοβατίζει τις σκέψεις σου ώστε να μην φαίνεται η αρρώστια που κυριαρχεί στο είναι σου. Ανακατεύεσαι με τον κόσμο και κανείς δεν βλέπει τί πραγματικά σου συμβαίνει. Και αν κάποιος το δει, σπεύδεις να ανασκευάσεις καμώνοντας τον κουρασμένο, τον σκεπτικό, τον απορροφημένο με την ρουτίνα. Τον οποιονδήποτε. Τον μια από τα ίδια με χιλιάδες άλλους γύρω σου.

Ώσπου η μάσκα κολλάει στο πρόσωπο. Γίνεται ένα με σένα και κανείς πια δεν μπορεί καν να υποπτευτεί ότι άλλο πρόσωπο βρίσκεται από κάτω της. Μέχρι και εσύ ξεχνάς φορές, ότι είσαι κάτι άλλο πέρα από τον ρόλο που παίζεις καιρό. Έχεις μουστάκι; Τι χρώμα μάτια; Δεν θυμάσαι. Δεν ξέρεις πια και δεν σε νοιάζει. Τις νύχτες αγρύπνιας μονάχα, η θλίψη ξαναβγαίνει στην επιφάνεια. Τις στιγμές που είσαι πιο μόνος. Στο μπάνιο, στο δρόμο για τη δουλειά. Όλη την άλλη ώρα είσαι μια ψεύτικη μάσκα. Και το μόνο που μαρτυρά τον εσωτερικό Γολγοθά σου, είναι αυτή η ανεπαίσθητα απομακρυσμένη καρέκλα. Αυτό το μονίμως πια αφηρημένο βλέμμα. Ας είναι. Θα βγει και αυτή η ζωή. Και εσύ ακόμα δεν θα έχεις ανακαλύψει τι σου φταίει..