Πως και πως περίμενα, σαν ήμουν παιδί, το Πάσχα. Όχι για να κλείσει το σχολείο αλλά για να πάω στο χωριό. Στο αγαπημένο μου μικρό χωριουδάκι, που με περίμενε καρτερικά να το σεργιανίσω και να τρέξω στις πλαγιές του, να κυλιστώ στα λιβάδια του, και να ζήσω στις φρεσκοασβεστωμένες και τίγκα στους τενεκέδες με γεράνια αυλές του, τη μεγαλύτερη εβδομάδα του χρόνου. Τη Μεγάλη Εβδομάδα.
Παρασκευή πρωί, αγκαλιά με τη λαμπάδα, μπαίναμε στο αυτοκίνητο και ξεκινούσαμε για να είμαστε εκεί νωρίς, να προλάβουμε να μαζέψουμε λουλούδια για στολίσουμε τα καλαθάκια μας για την επόμενη μέρα. Σάββατο του Λαζάρου, βλέπετε, κι εμείς οι μικρές «Λαζαρίνες» βγαίναμε πρωί πρωί στα σοκάκια, γυρνώντας από σπίτι σε σπίτι, για να πούμε «τα κάλαντα» του Λαζάρου. Εν τη πόλει Βηθανία, Μάρθα κλαίει και Μαρία. Λάζαρο, τον αδελφό τους, τον γλυκύ, τον καρδιακό τους… Τα καλάθια γέμιζαν με αυγά, καρύδια, και κουλούρια καμωμένα από τα χέρια των γιαγιάδων, που εκείνη τη μέρα άπασες έφτιαχναν λαζαρόπιτες. Πίτες με πικρά χόρτα και ζάχαρη, που για να είμαι ειλικρινής, ποτέ δεν τις συμπάθησα. Σαν έφτανε το απόγευμα κινούσαμε όλα μαζί τα παιδιά για την εκκλησία, κι εκεί αφού μαδούσαμε κυριολεκτικά τα δαφνόδεντρα που ήταν φυτεμένα στον περίβολό της, τα τοποθετούσαμε σε καλάθια, για να μοιραστούν την επόμενη μέρα.
Κυριακή των Βαΐων, και σαν τέλειωνε η λειτουργία, «μετά βαΐων και κλάδων» τρέχαμε στην πλατεία να πιάσουμε σειρά για την αυτοσχέδια κούνια, που είχαν φτιάξει οι παππούδες στα κλαδιά του πλατάνου. Φωνές, γέλια και τρεχαλητά μέχρι να φτάσει το μεσημέρι για να φάμε μπακαλιάρο πλακί με μελωμένες πατατούλες και μπόλικο ζυμωτό ψωμί, άκρως απαραίτητο για τις «βούτες» στην κατακόκκινη σάλτσα. Βάγια, Βάγια των βαγιών, τρώνε ψάρι και κολιό, κι ως την άλλη Κυριακή με το κόκκινο αυγό…
Μεγάλη Δευτέρα. Η Μεγάλη Εβδομάδα ξεκινά και μαζί με αυτή και η νηστεία για να μεταλάβουμε το Μ.Σάββατο. Εντάξει, μας κυνηγούσε η γιαγιά λίγο στην αρχή μη και αρτυθούμε, όπως έλεγε, αλλά στο χωριό η νηστεία είναι τόσο εύκολη. Πέταγε η γιαγιά το τηγάνι στο γκάζι κι έφτιαχνε κάτι πατάτες, άλλο πράγμα. Χρυσοκίτρινες, τραγανές με κρούστα, και μέσα μελένιες. Οι καλύτερες τηγανιτές πατάτες της γης. Και δώστου φέτες από ζυμωτό ψωμί με λάδι και ζάχαρη ή και με μαρμελάδα από βανίλιες, που μήνες τη διατηρούσε στο βάζο για εμάς, τα εγγόνια της.
Μεγάλη Τρίτη και Μεγάλη Τετάρτη μοσχοβολούσε ολάκερο το χωριό. Οι νοικοκυρές, κι εμείς από κοντά, πλάθαμε πασχαλινά κουλούρια και μυρωδάτα τσουρέκια, που αλίμονό μας έτσι και δοκιμάζαμε λιγουλάκι. Αχ αυτές οι μυρωδιές του χωριού. Από τη μια το μαχλέπι και η αμμωνία, κι από την άλλη οι ανθισμένες πασχαλιές. Και χρώματα. Πόσα χρώματα. Παπαρούνες, ανεμώνες, μολόχες, μικρές άσπρες μαργαρίτες, και πολλές πολλές κουτσουπιές (κοπτσχιές, που λένε και στο χωριό). Αυτά τα πανέμορφα δεντράκια με τα ροζ-μοβ άνθη, που λένε πως από ένα τέτοιο δέντρο κρεμάστηκε και ο Ιούδας. Ήταν τόσο ωραία τα παιχνίδια με τους φίλους σε μια τέτοια πανδαισία χρωμάτων. Τρέχαμε, ξαπλώναμε στους αγρούς, παίζαμε με τα χώματα και με τα χρώματα. Γέμιζε η ψυχή κι ο νους μας.
Μεγάλη Πέμπτη. Γιαγιάδες, μαμάδες, παιδιά όλοι στην κουζίνα για το καθιερωμένο βάψιμο των κόκκινων αυγών, που είχαμε μαζέψει από το κοτέτσι τις προηγούμενες μέρες. Τότε τα αυγά τα βάφαμε αποκλειστικά με κόκκινο χρώμα, το χρώμα της χαράς, που διώχνει το κακό. Κι αν θέλαμε να τα διακοσμήσουμε, παίρναμε φύλλα από λουλούδια ή φυλλαράκια μαϊντανού και τα τυλίγαμε με κομμάτια από καλσόν προτού τα βουτήξουμε στην κατσαρόλα. Το πρώτο αυγό ήταν της Παναγιάς και η γιαγιά το έβαζε στο εικονοστάσι, για να μας σταυρώνει με αυτό. Τα υπόλοιπα αυγά, και όσα επιβίωναν από το γυάλισμα που τους κάναμε με λάδι, έμπαιναν ψηλά στο ψυγείο, μέσα σε ένα ψάθινο πανεράκι με πλεκτό σεμεδάκι -σήμα κατατεθέν της γιαγιάς- για να μην αρχίσουμε τα τσουγκρίσματα δυο μέρες αρχύτερα. Και μ’ εκείνα και τ’ άλλα, έφτανε το βράδυ της Μ.Πέμπτης και όλο το χωριό αντάμα πήγαινε στην εκκλησία για την Σταύρωση του Θεανθρώπου. Οι μαυροφορεμένες γιαγιάδες, το αμυδρό φως των κεριών το λιβάνι, τα θλιμμένα βλέμματα, οι εικόνες που έμοιαζαν βουρκωμένες, τα λόγια του παπά, οι ψαλμοί ∙ ήταν σχεδόν αδύνατον να μη συγκινηθείς από το θείο δράμα.
Μεγάλη Παρασκευή. Σήμερον μαύρος ουρανός, σήμερον μαύρη μέρα, σήμερον εσταυρώσανε, τον πάντων βασιλέα. Σήμερον όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπούνται. Περίεργο πράγμα, αλλά όσο καλό καιρό και να έκανε την προηγούμενη μέρα κάθε μα κάθε Μ.Παρασκευή ο ουρανός ήταν συννεφιασμένος. Οι πένθιμοι χτύποι της καμπάνας αντηχούσαν σ’ ολάκερο το χωριό, κι εμείς, κατά το μεσημέρι, με γιρλάντες από μαργαρίτες στα χέρια πηγαίναμε στην εκκλησία για να στολίσουμε τον επιτάφιο, χωρίς υπερβολές, δίχως μεγαλοπρέπειες, και στο τέλος να περάσουμε τρεις φορές γονατιστά από κάτω για να έχουμε την ευλογία του Χριστού. Τέτοια μετά στα χωριά είναι κηδεία πραγματική. Πενθεί η φύση, πενθούν τα ζωντανά. Ήταν η μόνη μέρα που η γιαγιά δεν έμπαινε στην κουζίνα. Αλλά κάνεις μας πότε δεν παραπονέθηκε, κι ας τη βγάζαμε με ψωμί και ελιές όλη μέρα. Ήταν η μόνη μέρα που κανείς δεν έκανε δουλειές. Και το βράδυ όλο το χωριό και πάλι στην εκκλησία για την περιφορά του Επιταφίου. Πόσο μου άρεσε να κρατάω το χρωματιστό φαναράκι μου. Πόσο μου άρεσε που επιτέλους έβλεπα και τους τελευταίους παιδικούς μου φίλους, που είχαν φτάσει στο χωριό λίγες ώρες πριν. Κάναμε τον γύρο του χωριού και λέγαμε τα νέα μας ενθουσιασμένοι, υπό τα άγρια βέβαια βλέμματα μαμάδων και γιαγιάδων, που με το δάχτυλο στο στόμα μας έκαναν συνέχεια το χαρακτηριστικό «Σσσ».
Μεγάλο Σάββατο. Πρωί πρωί ξυπνούσαμε για να μεταλάβουμε, και μετά άρχιζε ένας γιορτινός αγώνας δρόμου. Σε κάθε γειτονιά οι άντρες μαζευόντουσαν για να σφάξουνε κατσίκια και αρνιά, και οι γυναίκες έτρεχαν πανικόβλητες να προετοιμάσουν τα βραδινά φαγητά. Κι εμείς άλλοτε από κοντά να ρουφάμε εικόνες, κι άλλοτε να βρίσκουμε ευκαιρία να κάνουμε ένα κάρω βλακείες μιας και κανείς δεν είχε χρόνο να ασχοληθεί μαζί μας. Και σαν ερχόταν το απόγευμα άρχιζε η προετοιμασία για το βράδυ της Ανάστασης, όπου επιτέλους θα βάζαμε τα «καλά» μας και θα βγάζαμε τη λαμπάδα από το κουτί. Στο άκουσμα του «Δεύτε λάβετε φως» τα αγόρια ήταν σε θέση μάχης ποιος θα ανάψει πρώτος τη λαμπάδα με το άγιο φως. Οι καμπάνες άρχιζαν να χτυπούν χαρμόσυνα, ο ουρανός άστραφτε από βεγγαλικά, οι ευχές έδιναν και έπαιρναν, κι εμείς σπεύδαμε να βγάλουμε από τις τσέπες μας τα κόκκινα αυγά για να αρχίσουμε τα τσουγκρίσματα. Και μετά ο καθιερωμένος διαγωνισμός. Ποιος θα κατάφερνε να φτάσει σπίτι κρατώντας την λαμπάδα αναμμένη. Τι γέλια κάναμε. Πόσα πειράγματα. Στο σπίτι κλασσικά μας περίμενε η μαγειρίτσα. Καλά εγώ δεν έτρωγα, αλλά μου άρεσε που επιτέλους μπορούσα να φάω το λαχταριστό τζατζίκι της θείας και να «τσακίσω» και το σοκολατένιο λαγουδάκι του νονού. Το γλέντι του Κυριακάτικου οβελία άρχιζε.
Την επόμενη μέρα οι σούβλες είχαν ήδη στηθεί σαν ξυπνούσαμε. Τα κατσίκια γύριζαν πάνω από τη φωτιά στη σειρά και παραδοσιακά τραγούδια ακούγονταν από κάθε σπίτι. Όλοι βοηθούσαν στο ψήσιμο. Μικροί μεγάλοι. Τότε δεν υπήρχαν μηχανάκια. Όλοι «γύριζαν»! Το καλύτερο ήταν όταν ο μπαμπάς δεν κοιτούσε κι εγώ «έκλεβα» μια μικρή πετσούλα που έλιωνε στο στόμα, γαργαλούσε τον ουρανίσκο. Περιμέναμε να βγει το κοκορέτσι και μετά άρχιζαν οι βόλτες από σπίτι σε σπίτι. Οι πόρτες ορθάνοιχτες. Παντού μας φίλευαν γλυκά και οπωσδήποτε κοκορέτσι σε ένα κομμάτι αλουμινόχαρτο. «Έλα δοκίμασε λίγο. Για το καλό!» Οι μεγάλοι έπιναν τσίπουρα και οι νοικοκυρές πηγαινοέρχονταν κρατώντας μεζέδες. Φωνές, γέλια, τραγούδια. Μια γιορτή που κορυφωνόταν το μεσημέρι στην αυλή, πάνω από το εορταστικό τραπέζι, με ψητά και σαλάτες, κι ας είχαμε ήδη σκάσει από το πολύ φαγητό. Πόσες αναμνήσεις. Χρόνια όμορφα, ανέμελα, που δεν ξαναγυρνούν…
Αγαπούσα το Πάσχα στο χωριό. Τότε που τα χωριά ήταν γεμάτα από νέους, που έσφυζαν από ζωή. Τότε που το Πάσχα είχε χρώμα, άρωμα αγάπης, είχε καρδιά που χτυπούσε κάθε μέρα όλη τη Μ.Εβδομάδα, κι όχι μονάχα τη Μ.Παρασκευή και στην Ανάσταση για δέκα λεπτά. Και τι δεν θα έδινα για ένα παιδικό μου Πάσχα στο χωριό…
Χρόνια πολλά Καρδίτσα! Χρόνια πολλά Θεσσαλία! Χρόνια πολλά Ελλάδα!