Η Μελένια ετοιμαζόταν να πάει σε ένα πάρτι! Φόρεσε το πιο όμορφο φόρεμα της, γυάλισε τα μαγικά χορευτικά γοβάκια της, σιδέρωσε τα αραχνοΰφαντα φτερά της, χτένισε τα νεραϊδένια της μαλλιά, πήρε το βαλιτσάκι της και έκανε να βγει από την πόρτα. Τότε άκουσε ένα σιγανό κλάμα, αλλά δε μπορούσε να καταλάβει από που ερχόταν!

Προυπρή, εσύ είσαι; Εσύ κλαις; Που είσαι, δε σε βλέπω!

Εβώ εβώ είμαι, πφηλά! Ακούστηκε μια φωνούλα, από το φωτιστικό στην οροφή. Μα ναι, όντως ήταν ο Προυπρής, το μικρό άτακτο ζωτικό της νεράιδας Μελένιας, που είχε σκαρφαλώσει πάνω στο φως, κ κρεμόταν από κει, ανάποδα, σα νυχτερίδα!

Τι κάνεις εκεί, καλέ; ρώτησε η Μελένια.

Εβώ φα κάτσω, για πάντα! Βεν φα κφανακατέβω ποτέ ποτέ ποτέ!

Γιατί παιδί μου;;

Αφου βεν με αγαπάς! Βεν με παίρνεις μαζί σου στο πάρτι να παίκφω και γω! Ε φα κάτσω και γω ανάποβα! Για πάντα! Και φα κλαίω!

Α για να σου πω! Τα είπαμε και χτες, δεν θα τα ξαναλέμε! Θα κάτσεις σπίτι σήμερα να σκεφτείς τι έκανες. Να σκεφτείς την αταξία σου, που πήρες το ραβδί μου και έφυγες κρυφά και τράκαρες! Όταν θα γίνεις καλό παιδί, τότε θα σε ξαναπάρω μαζί μου, είπε η Μελένια και έφυγε για το πάρτι, ενώ ο Προυπρής έκλαιγε με μαύρο δάκρυ, έτσι ανάποδα όπως κρεμόταν από το φωτιστικό, επειδή θα έχανε το πάρτι!

Και για να λέμε την αλήθεια, ήταν ένα υπέροχο πάρτι! Μέσα στη φύση, με υπέροχα φαγητά και γλυκά, με χίλια δυο παιχνίδια και προπαντός, με αλογάκια! Ναι! Τα παιδιά είχαν την ευκαιρία να δουν, να χαϊδέψουν, να παίξουν με άλογα!! Τον καημένο τον Προυπρή, πραγματικά έχανε ένα υπέροχο πάρτι.

Η Μελένια έπαιξε με τα παιδιά, τραγούδησαν, διασκέδασαν, έσβησαν κεράκια. Πέρναγε και εκείνη υπέροχα!

Ξαφνικά όμως, έγινε κάτι παράξενο! Ένα από τα αλογάκια, άρχισε να χλιμιντρίζει δυνατά, να κλωτσάει, να κουνάει πέρα δώθε το κεφάλι του… Μα, τι συνέβαινε;

Τα παιδιά φοβήθηκαν λίγο και απομακρύνθηκαν, η Μελένια όμως, που την αγαπάνε όλα τα ζωάκια και την εμπιστεύονται πήγε κοντά και άρχισε να το χαϊδεύει για να ηρεμήσει. Δεν πρόλαβε να το ρωτήσει τι του συμβαίνει και τότε το άλογο σηκώθηκε στα πίσω πόδια του, χλιμίντρησε και άρχισε να καλπάζει! Όλοι τρόμαξαν, δεν μπορούσε κανείς να το συγκρατήσει!

Η Μελένια ξεδίπλωσε τα φτερά της, τέντωσε τα χεράκια της, και πέταξε γρήγορα πίσω από το άλογο που έτρεχε μακριά!

Εεεε περίμενε αλογάκι! Περίμενε! Του φώναξε, και τότε άκουσε μια γνώριμη φωνή :

Bοήφειααααααα Μελένια, ΒΟΗΦΕΙΑΑΑΑΑΑ!

Καλέ, αυτή ήταν η φωνή του Προυπρή! Μιλούσε το άλογο; Και μάλιστα με τη φωνή του ξωτικού της Μελένιας;

Τότε, η Μελένια είδε το άτακτο ξωτικάκι της, να κρατιέται με το ζόρι, από τα γκέμια του αλόγου που έτρεχε, προσπαθώντας να μην πέσει! Δεν είμαστε καλά! Τι κάνει ο Προυπρής επάνω στ’άλογο;

Πετάει όσο πιο γρήγορα μπορεί η Μελένια, πιάνει το άλογο από τα γκέμια και μιλώντας του ήρεμα και χαϊδεύοντας το, καταφέρνει να το ηρεμήσει και να το σταματήσει.

Τι κάνεις εσύ εδώ;; Πως βρέθηκες Προυπρή επάνω στο άλογο; ρώτησε η νεράιδα το κατατρομαγμένο ξωτικό που πήδηξε από το άλογο μόλις εκείνο σταμάτησε, και χώθηκε γρήγορα στην αγκαλιά της Μελένιας.

Ήφελα να έρφω και εγώ μαζί σου! Κρύφτηκα στην ζακέτα σου όταν έφυγες από το φπίτι! Και όταν φτάσαμε στο πάρτι, έφαγα και εγώ γλυκάκια και μετά ήφελα και εγώ να παίκφω με τα αλογάκια! Ανέβηκα πάνω σ’ αυτό το αλογάκι και είπα “ντέι ντέι αλογάκι!” αλλά εκείνο φύμωσε και άρχισε να τρέχει! Μπου χου χου χου…

Δεν θύμωσε ανόητε Προυπρή, το αλογάκι! Τρόμαξε, γιατί άκουσε μια φωνή στο αυτί του, αλλά δεν έβλεπε κανέναν! Το τρόμαξες το καημένο! Είπε η Μελένια και οδήγησε το άλογο πίσω στο στάβλο του για να πιει νεράκι και να ηρεμήσει.

Ο Προυπρής ορκίστηκε στη Μελένια για άλλη μια φορά, πως θα είναι φρόνιμος και δεν θα ξανακάνει αταξία αλλά πριν προλάβει να τελειώσει την υπόσχεση του, είδε ένα λαχταριστό κομμάτι τούρτα και με ένα πήδο χοοοοοπ, έπεσε με τα μούτρα μέσα στην σαντιγί.

Τι θα κάνω με σένα, αναστέναξε η Μελένια, και του σκούπισε μ’ ένα μαντιλάκι τη μυτούλα.

Φ’αγαπώ Μελένια! Της είπε ο Προυπρής και της έδωσε ένα ζουμερό, τουρτένιο φιλάκι στο μάγουλο.