Κάποτε πριν λίγα χρόνια, άκουσα για πρώτη φορά ένα ζεϊμπέκικο. Λάτρης αυτού του «θεϊκού» ρυθμού, νόμιζα πως θα μπορούσα να το «δαμάσω» εύκολα όπως τόσα και τόσα. Ένα ζεϊμπέκικο, άγνωστο, με τον ενθουσιασμό του καινούργιου στο μυαλό μου, παρατηρούσα τον ρυθμό του και προσπαθούσα να φτιάξω καινούργια βήματα επάνω σε κάθε συλλαβή των στίχων του.

Ρυθμός που με συνεπήρε από την πρώτη νότα, παρόλο που ήξερα να χορεύω, παρόλο που ήξερα να περπατάω επάνω του, και όμως είχε κάτι διαφορετικό.

Άγνωστος και συνάμα τόσο γνωστός. Σαν να τον περίμενα χρόνια.

Κάθε χτύπος του στο ρεφρέν, ήταν ένα καινούργιο βήμα για εμένα. Τρίκλιζα, παραπατούσα και όσο έλεγα πως μάθαινα τα βήματα, τόσο αυτό, αυτό-εξελισσόταν. Άλλαζε από την αρχή, βήματα άλλοτε βαριά σαν αθώους αναστεναγμούς, άλλοτε ανάλαφρα σαν γέλιο. Το tempo του παράσερνε τους χτύπους της καρδιάς μου και σχεδόν κοβόταν η «ανάσα μου», κάθε φορά, κάθε νότα, από την πρώτη νότα.

Γρήγορο tempo, καρδιοχτυπούσα σαν ερωτευμένο μικρό παιδί, αργό, έπεφταν και οι σφυγμοί μου σε μελαγχολία και η μόνη ελπίδα για να επανέλθουν ήταν η λαχτάρα μου, η έμφυτη ανάγκη μου να το ακολουθήσω, να γίνω ένα. Βήματα που νόμιζα ότι ήξερα, μα μάταια προσπαθούσα να συγχρονίσω, δεν ταιριάζουν γαμώτο όλα τα βήματα σε όλους του ρυθμούς!

Κάθε ζεϊμπέκικο έχει την δική του ταυτότητα και από την στιγμή που καλείσαι να την εξερευνήσεις, το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να αφεθείς, να χορέψεις, να ακολουθήσεις.

Στίχο, στίχο το μαθαίνω ακόμα και σήμερα και αν με ρωτήσει κάποιος για το ρεφρέν θα του πω πως, ποτέ δεν είναι το ίδιο.
«Τι ρεφρέν είναι αυτό αν δεν είναι ίδιο;» θα μου πείτε. Το ομορφότερο θα σας απαντήσω. Από την άλλη, τα κουπλέ, γεμάτα νοήματα, προτάσεις πλούσιες με λέξεις που στα 46 μου χρόνια δεν έχω ξανασυναντήσει.

Ομοιοκαταληξίες, μετρήματα, βαθιά νοήματα, όλα σε μια αρμονία που καταφέρνει να με αναστατώνει. Με κρατάει σε αγωνία, με καθησυχάζει, με «ταπεινώνει», με εξυμνεί και εγώ παραδομένος να ακολουθώ με ασύγχρονα βήματα. Ένα ζεϊμπέκικο, με τον ίδιο τίτλο, μα από κουπλέ σε κουπλέ και από ρεφρέν σε ρεφρέν με διαφορετικό στίχο.

«Ανάσα μου» κατέληξες να είσαι από την πρώτη ανάσα σου.
«Ανάσα μου» τραγούδησα δυνατά, με δυνατά βήματα, από την στιγμή που σε μελοποίησα μέσα μου, από την στιγμή που έγινες μελωδία στα μάτια μου.
Λες και το ήξερα πως θα έχεις για πάντα τον έλεγχο στην «ανάσα μου», σαν το πιο αγαπημένο μου ζεϊμπέκικο. Αυτό είσαι, και θα είσαι, το αγαπημένο μου ζεϊμπέκικο!

Δώδεκα στίχοι σήμερα αγαπάκι μου, δώδεκα διαφορετικά ταξίδια μεταξύ τους, δώδεκα ανάσες, δώδεκα χρονών. Να γίνεις εκατό, χίλιοι στίχοι, μα πάντα να έχεις ρυθμό μέσα σου, να είσαι τραγούδι, όμορφη μελωδία. Να μπορώ να σε «χορεύω» μέχρι τα βαθιά μου γεράματα, με αυτά τα γερασμένα βήματά μου.

Να μοιράζεις απλόχερα την ομορφιά των ήχων σου, να παρασύρεις και άλλους σε όμορφο χορό και να μην μπορέσει ποτέ κανένας να μελαγχολήσει μαζί σου, γιατί αυτό θα σημαίνει πως και εσύ θα είσαι χαρούμενος ήχος.

Να σε «ακούω» να μετατρέπεσαι σε ορχήστρα, να πλουτίζεις το νόημα των στίχων σου, και εγώ από δίπλα, να σε ακολουθώ και να σου λέω που και που για τα φάλτσα σου.

Να μην πιστέψεις ποτέ που λένε πως το ζεϊμπέκικο είναι μελαγχολικός χορός! Μάθε πως κρύβει ψυχή, συναίσθημα, δύναμη, αγάπη, ειλικρίνεια, αυτό να είσαι! Όλα αυτά! Να αγαπάς τον κόσμο και να ξέρεις πως θα σε αγαπώ και εγώ όπως εκείνο το πρώτο ζεϊμπέκικο που ταύτισα με εσένα, το χόρεψα όταν γεννήθηκες και θα το χορεύω πάντα γιατί, θα είναι εσύ.

«Φύσα την πνοή σου τη δροσιά να νιώσω
μ’ ένα φίλημά σου τ’ αστέρια για να δω
δώσε μου αγάπη ρόδα για να στρώσω
ήλιε να σε κρύψω στα χέρια μου τα δυο
Ανάσα μου η ανάσα σου αστέρι μου
δωσ’ μου δροσιά τη δίψα μου να σβήσω.»

Χρόνια πολλά Μαριλενάκι μου, Σε Αγαπώ.