Όλα άλλαξαν ένα βροχερό απόγευμα του Οκτώβρη, όταν επέστρεψε από τη δουλεία και δε βρήκε τα γαλανά μάτια που πάντα τον κοιτούσαν με αγάπη, να μην τον περιμένουν στο σαλονάκι τους. Πριν προλάβει να σκεφτεί το οτιδήποτε χτύπησε το κινητό του και άκουσε μια βροντερή φωνή.

-Καλησπέρα σας με συγχωρείτε για την αναστάτωση ο κύριος Παπασωτηρίου ;
-Καλησπέρα. Ναι ο ίδιος, ποιος είναι;Τι συμβαίνει; Δεν καταλαβαίνω!
-Κύριε Παπασωτηρίου, ονομάζομαι Βλάχος παίρνω από το αστυνομικό τμήμα της περιοχή σας πρόκειται για τη σύζυγο σας, τη Δανάη Μιχαλάκη. Είχε ένα ατύχημα με το αυτοκίνητό της το απόγευμα και νοσηλεύεται στο Νοσοκομείο. Θα ήθελα να βρεθούμε από κοντά είμαι έξω από το δωμάτιο της. Θα σας περιμένω.

Δεν πρόλαβε να ρωτήσει τίποτα ούτε «πώς» ούτε «γιατί» μονάχα τα κλειδιά πρόλαβε να πάρει κι έκλεισε με δύναμη την πόρτα πίσω του.
Από τότε άλλαξε η ζωή του.

Γύρισε σπίτι του έπειτα από μια κουραστική μέρα στη δουλειά, ήταν συνηθισμένος σε αυτή την εικόνα του εαυτού του το τελευταίο διάστημα. Η καθημερινότητα του δύο μήνες πια, ήταν νοσοκομείο – δουλειά και σπίτι. Ήξερε πλέον πολύ καλά πως τα μάτια που αντίκριζε καθημερινά στο θάλαμο του νοσοκομείου κάποτε θα κλείσουν οριστικά αλλά δεν ήθελε να το σκέφτεται για να μην πονάει ακόμη περισσότερο. Ετοίμασε κάτι πρόχειρο να φάει γιατί και οι μπουκιές που έτρωγε δεν κατεβαίναν εύκολα και έκατσε στον καναπέ, όπως τότε που την έβλεπε να του ετοιμάζει με αγάπη το τραπέζι για να φάνε παρέα.

Ένιωθε τόσο κουρασμένος που τα μάτια του έκλεισαν από την κούραση και το σώμα του κούρνιασε στον καναπέ και αμέσως παρουσιάστηκε μπροστά του η μορφή της. Τα γαλανά της μάτια πιο λαμπερά από ποτέ, η φιγούρα της αγγελικά πλασμένη και του έλεγε ψιθυριστά «Σ αγαπώ» και έφευγε μακριά. Εκείνος χαμογελαστός και ήρεμος την κυνηγούσε να την πιάσει αλλά εκείνη απλώς φώναζε κι απομακρυνόταν από κοντά του. Την περίμενε δίπλα στο ποτάμι έφτιαξε τα ρούχα του και απλά την περίμενε να τη δει. Δεν του εμφανίστηκε, μονάχα τη φωνή της άκουγε απαλή και γλυκιά να του λέει «Σ αγαπώ» και να χάνεται μακριά. Πετάχτηκε πάνω, ήταν μούσκεμα στον ιδρώτα και κατάλαβε πως όλα αυτά ήταν μια εικόνα του μυαλού του και πως είχε αποκοιμηθεί στον καναπέ. Η φωνή της ακόμη αντηχούσε στα αυτιά του και τα μάτια της τα γαλανά, ακόμη τα έβλεπε μπροστά του. Άρχισε να κλαίει σα μωρό, φώναζε δυνατά το όνομά της και εκείνο το «Σ’αγαπώ» που άκουγε στον ύπνο του και τώρα ψιθυριστά στα αυτιά του. Έβγαλε τα ρούχα του τα πέταξε στο πάτωμα και μπήκε κάτω από την ντουζιέρα κι άφησε τον εαυτό του ελεύθερο κάτω από το καυτό, τρεχούμενο νερό.

Βγήκε μετά από μια ώρα, ετοιμάστηκε και έτρεξε κοντά της. Η ώρα στο θάλαμο της εντατικής περνούσε πάρα πολύ αργά. Οι γιατροί απλώς τον κοιτούσαν δεν του έλεγαν λέξη γιατί όσα θα του έλεγαν τα είχε ξανακούσει εκείνη τη βροχερή μέρα που του ανακοίνωσαν τη σοβαρότητα της κατάστασή της. Καθόταν στοργικά και υπομονετικά δίπλα της χαϊδεύοντας απαλά τα καστανόξανθα μαλλιά της . Θυμόταν πολύ καλά πόσο την ηρεμούσε αυτή η κίνηση. Άρχισε να σιγοψιθυρίζει το αγαπημένο τους τραγούδι και ξαφνικά είδε τα γαλανά της μάτια να ανοίγουν γλυκά. Της χάιδεψε το μάγουλο, τη φίλησε και άρχισε να κλαίει από χαρά. Του ψιθύρισε χαμηλόφωνα «Σ’αγαπώ» όπως το όνειρο του και φώναζε όσο δυνατά μπορούσε το όνομα της, δεν πρόλαβε όμως να φωνάξει τους γιατρούς.

Ακούστηκε το μηχάνημα της καρδιάς, η γραμμή πλησίαζε στην ευθεία και εκείνος δυνατά φώναζε «ΜΗΗΗΗ!» δεν κατάφερε να την γυρίσει όμως πίσω, τα γαλάζια μάτια έκλεισαν για πάντα όπως τον είχαν προειδοποιήσει οι γιατροί πως θα γινποταν τελικά.

Έμεινε μόνος του να κοιτάει από το παράθυρο τις σταγόνες της βροχής που έπεφταν μελωδικά σαν το αγαπημένο τους κομμάτι.

Χρόνια αργότερα θα άκουγε το όνομα του και γύρνοντας θα έβλεπε δύο ζεστά, καστανά μάτια να τον κοιτάνε στοργικά.

Τα μάτια τα γαλάζια δεν τα ξέχασε ποτέ, τα καστανά όμως τελικά έγιναν κομμάτι της νέας του ζωής. Ήταν πλέον δίπλα του και κοιμόταν ήσυχα το ίδιο έκανε και εκείνος.

…και η βροχή έπεφτε μελωδικά σαν τραγούδι.

Miss BrowN