Η κυρία Χρυσούλα τέντωσε τη πλάτη της κι έβαλε το χέρι στο γοφό της, κάνοντας λίγο μασάζ. Αχ αυτός ο πόνος, πάντα σημάδι ήταν, το γνώριζε καλά. Κύρτωσε το σώμα της και πήρε στα χέρια της το τηλέφωνο. Πληκτρολόγησε το νούμερο του Άρη του Παπαδάκη, του γιατρού της. Από 24 χρονών πάει σ’ αυτόν, κοντεύει πια 20 χρόνια, από πρόπερσι έχει βγει στη σύνταξη μα συνεχίζει ακόμα να εξασκεί το επάγγελμα. Καλός άνθρωπος. Και γιατρός από εκείνους που οι ασθενείς τους λογαριάζουν φίλους. Πόσο μάλλον το ζεύγος Φυγετάκη. Που έχει διαβεί το κατώφλι του ιατρείου ουκ ολίγες φορές.

– Καλημέρα γιατρέ μου, θα είσαι στο ιατρείο;
– Χρυσούλα, έλα το βράδυ, πάρε και το Σπύρο να πάμε και για ένα κρασί μετά.

Η κυρία Χρυσούλα έριξε μια ματιά στη χύτρα, να κλείσει τις φακές και να βγει ν’ απλώσει, να στεγνώσουν αυτά μέχρι το μεσημέρι, να απλώσει το επόμενο πλυντήριο, είχε τελειώσει με σεντόνια και πετσέτες, αλλά της έμεναν φόρμες, φανέλες, κάλτσες και εσώρουχα, αυτά τα έβαζε στο μεγάλο πρόγραμμα, σε καυτά νερά. Να κανονίσει και για τον μικρό αν ήθελε να πάει στη γιαγιά του το βράδυ ή να μείνει με τ’ αδέρφια του αφού εκείνη και ο άντρας της μετά την επίσκεψη θα έβγαιναν για φαγητό με τον γιατρό. Είχε δουλειές μπόλικες ακόμα να κάνει και είχε και αυτόν τον άτιμο τον πόνο στη μέση.

Έσβησε τις φακές και όπως ξεχώριζε τα ρούχα για άπλωμα, έπιασε να θυμάται…

Την πρώτη φορά που ένιωσε αυτή τη σουβλιά στη μέση, έκανε πρόβα στο νυφικό της πριν 18 χρόνια. Περίμενε και περίοδο, σκέφτηκε πως θα είναι από αυτό. Εμ, περίοδος δεν ήρθε όμως και ευτυχώς δεν χρειάστηκαν να κάνουν αλλαγές στο νυφικό γιατί τότε ακόμα ήταν πολύ αδύνατη και η κοιλίτσα της μικρή! Μικρούλης ήταν και ο Γιώργης της. 2 κιλά και 400 γραμμάρια γεννήθηκε, φοβόταν να τον πιάσει. Έκλαιγε στη μάνα της, “θα μου πέσει, δε μπορώ να τον κάνω μπάνιο, θα μου γλιστρήσει”. Από κοντά η κυρά Ευαγγέλια, να βοηθάει την κόρη της, μοναχοπαίδι την είχε κιόλας, πάντα κοντά της. Και η πεθερά της το ίδιο, δεν είχε παράπονο η Χρυσούλα. Μεγάλη αδυναμία της είχε της νύφης της, όχι πεθερά, σα μάνα την είχε και αυτή. Πονεμένη γυναίκα. Δυο αγόρια δίδυμα είχε κάνει πριν το Σπύρο μα της πέθαναν στη γέννα. Και μετά το Σπύρο έκανε άλλο ένα αγόρι, μα έφυγε για σπουδές στην Αμερική και έμεινε εκεί, μια φορά το χρόνο τον έβλεπε μόνο και το είχε μαράζι η δόλια.

4 χρόνια μόνος του ο Γιώργης, δεν ήθελε άλλο παιδί η Χρυσούλα, είχε άγχος! Αρρώσταινε κι εύκολα το μωρό, ήταν και πρωτομάνα, φοβόταν να κάνει δεύτερο μην τυχόν και λείψει κάτι από το πρώτο. Κι ας την διαβεβαίωναν μάνα και πεθερά πως θα την βοηθούσαν και στο δεύτερο! Ο Σπύρος της έλεγε πως ήθελε να του κάνει και μια κόρη, μα μόνο όταν ο ίδιος ο Γιωργάκης ζήτησε αδερφάκι, το πήρε απόφαση η Χρυσούλα. Κι έτσι, ο γιατρός ο Παπαδάκης την ξεγέννησε με φυσιολογικό τοκετό παρακαλώ, στον Πρόδρομο. 4 κιλά 200 γραμμάρια ο Πρόδρομος, ζωή να ΄χει!

Ο Πρόδρομος δεν ήταν κακόφαγος σαν τον αδερφό του το Γιώργη που από μωρό έπινε γάλα με το σταγονόμετρο, ο Πρόδρομος βεντουζάριζε στο βυζί της μάνας του και ρούφαγε με τις ώρες, δεν τολμούσε να τον βγάλει η Χρυσούλα, ξεσήκωνε τη γειτονιά στο πόδι από το κλάμα! Και 8 μηνών όταν ήταν, κόπηκε το γάλα της μάνας του, το παιδί παραλίγο να πεθάνει, έσκαγε από το κλάμα, έκλαιγε μαζί του και η Χρυσούλα που της είπε ο Παπαδάκης πως ήταν πάλι έγκυος! “Έλα μωρέ γυναίκα, μαζί θα μεγαλώσουν σα δίδυμα, πως κάνεις έτσι!”. ‘Εμ βέβαια, εσύ λείπεις στο σούπερ μάρκετ όλη μέρα, ρώτα και μένα τι τραβάω!’. Να σκάσει ήταν η Χρυσούλα και καθόλου δεν την ένοιαζε το φύλο του παιδιού, πολύ βαριά της είχε κάτσει αυτή η εγκυμοσύνη. Δεν ήθελε καθόλου! Μέχρι που πήρε στα χέρια της τον Άγγελο. Δεν τα ξεχώριζε τα παιδιά της και τα άλλα τα αγαπούσε, μα αυτό εδώ, Παναγία μου η ομορφιά του από νεογέννητο! Της το ζήτησαν από την κλινική να το βγάλουν φωτογραφία για να έχουν στη διαφήμιση του μαιευτήριου. Άγγελο τον είπαν και άγγελος ήταν!

Το σπίτι των Φυγετάκηδων ήταν γεμάτο τρενάκια, μπάλες, αυτοκινητάκια, ρομπότ και δεινόσαυρους. Και μπουνιές μεταξύ τους. Από ένα σημείο και μετά, όταν άκουγαν φωνές η Χρυσούλα με το Σπύρο, δε ρωτούσαν ποιος το ξεκίνησε, μοίραζαν φάπες αδιακρίτως. Στα ξένα σπίτια, Παναγίες τα αγόρια. Στο δικό τους όμως, όλη μέρα διαγωνισμός κλασίματος και ρεψίματος και ποιος θα κάνει τις περισσότερες ζημιές με τη μπάλα του ποδοσφαίρου, της είχαν ρημάξει την προίκα της. Οι δυο γιαγιάδες αποσύρθηκαν διακριτικά, σου λέει σε βοηθήσαμε, στα ταΐσαμε, στα ξεσκατίσαμε, τώρα που έγιναν θηρία, βγάλτα πέρα μόνη σου.

Ένα καλοκαίρι, 10 χρονών ήταν ο Γιώργης, 6μιση ο Πρόδρομος και 5 ο Άγγελος, βάφτισε το κοριτσάκι της ξαδέρφης της η Χρυσούλα. Με πόση χαρά ψώνισε τα βαφτιστικά! Άλλη χάρη ρε παιδί μου τα κοριτσίστικα ρουχαλάκια, με τις ροζ φουστίτσες και τα τούλια και τις δαντελίτσες!! Και τα σοσονάκια, και τις κορδέλες για τα μαλλιά! Και όπως κρατούσε το μωρό η Χρυσούλα και διάβαζε το Πιστεύω, εκείνο της χάιδευε τα μαλλιά και κάπου εκεί αποφάσισε η Χρυσούλα πως θέλει και άλλο παιδί και μάλιστα θέλει κορίτσι. Τέλος.

– Γιατρέ, τι πρέπει να κάνω για να μείνω έγκυος σε κορίτσι; ρώτησε τον Παπαδάκη το γυναικολόγο της.
– Να πεις στο Σπύρο να κοιμάται με τις κάλτσες και να τον ταΐζεις λουκούμι τριαντάφυλλο, της έκανε πλάκα ο γιατρός. Βρε κορίτσι μου, δεν γίνονται κατά παραγγελία αυτά. Δε μπορούμε να κάνουμε κουμάντο στο σπέρμα!

Πρώτη φορά είχε τέτοιο άγχος στον υπέρηχο η Χρυσούλα. Και ο Σπύρος ο καημένος, που τα λάτρευε τα αγόρια του, ε ήθελε κι εκείνος ένα κοριτσάκι, “άλλη χάρη” σου λέει… Έτσι λοιπόν, 7 μήνες μετά από εκείνον τον υπέρηχο, ήρθε στον κόσμο… ο Χρήστος. Και η Χρυσούλα έβαλε ταφόπλακα στα όνειρα της για άλλο παιδί. “Το κλείσαμε το μαγαζί” έλεγε με στόμφο. Έβαλε το μωρό στο στήθος, πήρε και τα άλλα 3 αγόρια της και χώθηκε για άλλη μια φορά στον σωβρακόκοσμο της…

Όλα αυτά συλλογιζόταν η Χρυσούλα και έβαλε να απλώσει τη μπουγάδα της. 2-3 βρακιά δικά της και μετά σώβρακα, σώβρακα, σώβρακα… μέχρι το τέλος του σχοινιού. Μπλε, κόκκινα, γκρι, δίχρωμα, μονόχρωμα, με λάστιχο φαρδύ, με λάστιχο στενό, μποξεράκια, κοφτά, να και το μποξεράκι με τον Ταζ και άλλο ένα με καρδούλες που είχε κάνει δώρο η κοπέλα του στον Γιώργη. Τώρα άρχισε να γκομενίζει και ο Πρόδρομος, είχε και αυτός άποψη, “από μαγαζιά να μου παίρνεις, όχι από τη λαϊκή”, “ναι και μένα” πεταγόταν και ο Άγγελος… Ο Χρηστάκος, πήγαινε κι αυτός να μιλήσει για σώβρακα, μα έκοβε το άγριο βλέμμα της μάνας του και δε μιλούσε… κι ας ήξερε πως ποτέ δεν του χαλούσε χατήρι και τον κανάκευε λίγο παραπάνω τούτο το στερνοπούλι της, από τύψεις που στην αρχή δεν το ήθελε! “ψυχή μου!!!” έλεγε η Χρυσούλα σε τούτο το μικρό και αστράφτανε τα μάτια της. Και το έβλεπε που σιγά σιγά ξεπεταγόταν, 10 χρονών πια και αναστέναζε βαθιά. Του χρόνου, αν πέρναγε στη σχολή που ήθελε ο Γιώργης, θα έφευγε για Αθήνα. Θα άδειαζε το δωμάτιο του.

Είχε πάει 8 το βράδυ, ο Σπύρος και η Χρυσούλα ήταν έτοιμοι να φύγουν, “θα αργήσουμε, θα πάμε για φαγητό μετά, Γιώργη σου έχουμε αφήσει λεφτά στην κουζίνα να παραγγείλετε πίτσα, έχε το νου σου σε λίγο θα γυρίσει ο Άγγελος από τα αγγλικά. Τον μικρό και τα μάτια σου, τα δόντια του να πλύνει πριν πέσει για ύπνο! Θα σας πάρουμε και τηλέφωνο.”

– Πως πάμε; ρώτησε ο Άρης ο Παπαδάκης τη Χρυσούλα.
– Ε ο γνωστός πόνος στη μέση, γιατρέ.
– Χρυσούλα, πάλι θα στα λέω; Είσαι υγιής και όλα θα πάνε καλά αλλά δεν πρέπει να κουράζεσαι. Δεν είσαι 25 χρονών! Είπαμε, αφού το θέλεις, εγώ είμαι μαζί σου αλλά στα 42 μια εγκυμοσύνη θέλει προσοχή!
– Της τα λέω γιατρέ, δεν της τα λέω! Αλλά ακούει; Πάλι όλη μέρα στο πόδι ήταν σήμερα!
– Καλά, καλά, δε πάμε να ξεκινήσουμε; Άντε να δούμε, θα ακούσουμε καρδιά σήμερα; Μ’ έχει φάει η αγωνία που την προηγούμενη φορά δεν ακούσαμε.
Ο γιατρός κοίταξε την οθόνη του υπερήχου. Και σαν να άλλαξε λίγο η όψη του.

– Τι συμβαίνει γιατρέ; ρώτησε ανήσυχος ο Σπύρος. Αυτή η επιμονή της γυναίκας του να κάνει κι άλλο παιδί, με το που πέρασε τα 40, πόσο τον είχε ταράξει! Και αν δεν την αγαπούσε τόσο πολύ δεν θα της έκανε το χατήρι… Μα, είχε καταλάβει πως τώρα που έφευγε ο μεγάλος, η γυναίκα του λαχταρούσε ένα ακόμα παιδί, πριν η φύση πλέον της αφαιρέσει την δυνατότητα αυτή. Ήλπιζε πως το μωρό θα ήταν κορίτσι, αχ αυτός ο κρυφός πόθος των Φυγετάκηδων! Μα τώρα δεν τον ένοιαζε αυτό, τον Σπύρο, τώρα έβλεπε συνοφρυωμένο το γιατρό και τρόμαξε.

– Γιατρέ, πες μας! Μη μας κρατάς σε αγωνία! Δεν βλέπεις καρδιά; Δεν βλέπεις έμβρυο; πήγε να ανασηκωθεί από το κρεβάτι η Χρυσούλα, μα την ακούμπησε ο γιατρός στον ώμο και της έκανε νόημα να ξαπλώσει.

– Θέλω να είστε ψύχραιμοι.
– …
– πες μας!
– Δε βλέπω μία καρδιά. Βλέπω 2!!!
– !!!!!!!!!

Το Σεπτέμβρη εκείνης της χρονιάς ο Γιώργης ανέβηκε Αθήνα με τον πατέρα του, για να κανονίσουν τα της σχολής του. Η Χρυσούλα αν και πολύ το ήθελε, δε μπόρεσε να πάει. Έμεινε σπίτι. Να θηλάζει τα δίδυμα. Τον Παναγιώτη και τον Λευτέρη. Να μυρίζει τα κεφαλάκια τους, να φιλάει τον Χρήστο της που ακουμπούσε σα γατάκι στο μπράτσο της κι ας ήταν 11 χρονών σχεδόν παλικαράκι, και να καμαρώνει τον Πρόδρομο και τον Άγγελο που τώρα που έφυγε ο μεγάλος αδερφός τους, σα κοκόρια καμάρωναν και το έπαιζαν προστάτες των μικρών…

Πόσο είχε γελάσει η Χρυσούλα όταν της είπαν πως τα μωρά είναι αγόρια. Γελούσε τόσο δυνατά, που τρόμαξαν ο γιατρός και ο άντρας της. Σου λέει πάει τρελάθηκε, από τη λαχτάρα της για κορίτσι, τρελάθηκε! Και εκείνη, με δάκρυα από τα γέλια στα μάτια, είπε ‘στον αίωνα τον άπαντα να κάνω παιδιά, αγόρια θα κάνω! Το΄χει η μοίρα μου να πλένω σώβρακα! Δε πειράζει, δε με νοιάζει! Καλά να είναι τα αντράκια μου, γερά! Μα άκου να δεις, Φυγετάκη! Θα μου πάρεις στεγνωτήριο! Άκουσες;’ Και ο Σπύρος αγχώθηκε, δεν γελούσε πια η γυναίκα του. “Θα σου πάρω Χρυσούλα μου, ότι θέλεις θα σου πάρω! Αλλά άλλο παιδάκι να μην κάνουμε καρδιά μου, ναι; Θα σου πάρω μια θηλυκή γάτα!”

 

Boys’ mom