Πάνε ήδη είκοσι χρόνια. Είκοσι χρόνια από εκείνη τη στιγμή που πρωτοαντικρίσαμε ο ένας τον άλλον. Παιδιά ήμασταν. Παιδιά που σαν παιχνίδι ξεκινήσαμε να παίζουμε τον έρωτα. Κάθε μέρα καβαλούσα το παπί μου, μόνο για μια αγκαλιά σου. Ψέματα. Ποτέ δεν με ένοιαξε η αγκαλιά. Για την μυρωδιά σου ερχόμουν. Αυτή την μυρωδιά που είχε το μαλλί σου, εκεί, στους κροτάφους. Αυτή η μυρωδιά που με έκανε να αψηφώ το χειμωνιάτικο κρύο και με ξυλιασμένα χεριά να γυρνώ το γκάζι για να κερδίσω ανάσες από τα μαλλιά σου.

Όσο άρωμα και να έβαζες, εγώ εκεί αναγνώριζα την μυρωδιά του ιδρώτα σου. Στο έλεγα και τσαντιζόσουν. Και δώστου κ άλλο άρωμα και απανωτά ντουζάκια. Τα καλοκαίρια στο νησί που κάναμε διακοπές, μοιραζόμασταν ένα δωμάτιο, σαν πρόβα γάμου. Βυθιζόμουν στο κορμί σου και λουζόμουν τους χυμούς της ένωσης μας. Τα στήθη σου ταίριαζαν ακριβώς στη χούφτα μου, το κορμί σου θηλύκωνε με το δικό μου σαν να είχε φτιαχτεί από το ίδιο ακριβώς υλικό. Οι ανάσες μας μπερδεύονταν και το αδειανό δωμάτιο γέμιζε κραυγές έξαψης και λόγια ερωτικά. Χάναμε τον χρόνο και ζούσαμε μόνο για να πεθάνουμε την στιγμή της ολοκλήρωσης αγκαλιά. Αν και οι δυο πρωτάρηδες στον έρωτα, δημιουργούσαμε μια ηδονή που άγγιζε την μαγεία. Κάθε που λαχανιασμένη μετά την ολοκλήρωση μας, σηκωνόσουν να πας στο μπάνιο, έμενα ξέπνοος στα ιδρωμένα σκεπάσματα και έχωνα το πρόσωπο μου στο μαξιλάρι σου, να ανασάνω τη μυρωδιά σου. Γι αυτό κάθε που επέστρεφες με έβρισκες και πάλι έτοιμο για έναν γύρο ακόμα. Ξεκαρδισμένη ερχόσουν στην αγκαλιά μου και χωνόμουν και πάλι στη φωλιά του κορμιού σου για ώρες.

Γελούσαμε πολύ. Μαζί αναπτύξαμε ένα προσωπικό κώδικα αστείων που με συντροφεύει ως σήμερα. Ακούγαμε μουσικές, γνωρίζαμε τον κόσμο και διαμορφώναμε τα γούστα και τις απόψεις μας από κοινού. Εκείνο το άγνωστο τότε γκρουπάκι που σε έτρεχα να το δούμε ζωντανά και μετέπειτα ακολουθούσαμε σε κάθε ευκαιρία, θυμάσαι; Ποτέ δεν ξανάκουσα μουσική όπως τότε μαζί σου. Σαν να την εφευρίσκουμε, σαν να έχει παιχτεί μόνο για τους δυο μας. Ακόμα προτιμώ να ακούω μουσική στη μοναξιά. Αφού δεν είναι μαζί σου. Πλάσαμε παρέα την μετέπειτα προσωπικότητα μας. Σε συναυλίες που σε κρατούσα αγκαλιά. Σε βόλτες που έγερνες το κορμί σου πάνω μου στη μηχανή και ένιωθα το στήθος σου να διαπερνά το μπουφάν και να ανατριχιάζει το δέρμα μου. Δυο κορμιά σε ένα, χωρίς να μας νοιάζει ο προορισμός.

Χρόνια μετά, ένα ξημέρωμα, χαμένοι και οι δυο σε νέες αγάπες, αφού σταθήκαμε πολύ λίγοι για να κρατήσουμε την ευτυχία μας, το μήνυμα σου αναβόσβησε στο κινητό. Έγραφε μόλις τρεις λέξεις. Αλλά έλεγε όλα όσα ένιωθε η ψυχή μου. «πάντα σ’αγαπάω». Γνωρίζω πώς το έγραφες. Δεν ζητούσες κάτι. Απλά έδειξες την αλήθεια μας. Περιείχε το θάρρος που δεν έβρισκα να παραδεχτώ τι ήμασταν. Είχε σε τρεις λέξεις –και ένα παραπανίσιο «Α» στο σ ’αγαπώ – την ειλικρίνεια των ψυχών μας. Μου θύμισε ότι και εγώ σε αγαπώ. Όχι πια ερωτικά. Ασήμαντο ήταν αυτό τελικά (αν και η ανάμνηση του κορμιού σου ακόμα κάποια βράδια με κάνει να ριγώ και να ξεσηκώνομαι). Αλλά σαν κομμάτι μου. Σαν την οσμή του έρωτα.
Μπορεί μια άγουρη αγάπη να είναι ο μεγάλος έρωτας; Μπορεί κάτι που χάθηκε στα χρόνια και στις αλλαγές της ζωής να στέκει σύντροφος στην ψυχή παντοτινός; Μπορεί! Όσο λάθος και αν χειριστήκαμε το δώρο που μας δόθηκε, όσο και αν αυτό το αίσθημα μας τρόμαξε και μας έκανε να τα χάσουμε και να χαθούμε σε τσακωμούς, ζήλειες και ματαιωμένα σχεδία, το κέρδος από αυτή την αγάπη είναι εν τέλει ανεκτίμητο. Γιατί γίναμε αυτοί που είμαστε. Αυτοί που άξιζαν και κέρδισαν μετέπειτα την αγάπη και την προσοχή άλλων συντρόφων. Με διαμόρφωσες και σε έπλασα. Σε κάθε μελλοντική σχέση, ακόμα και σε αυτή την απολυτή που επέλεξα ως ταίρι ζωής, εκείνη αγαπά αναγκαστικά και λίγο από τον δικό σου εαυτό. Αυτό το κομμάτι σου που είμαι εγώ. Είσαι εδώ. Υπάρχεις ανάμεσα μας. Υπάρχει κάτι από σένα. Μα και κάτι λείπει. Η μυρωδιά.

Θα σκεφτείς, τι κάθομαι και θυμάμαι τώρα. Τι τα σκαλίζω. Τι με κάνει να σου μιλώ τόσα χρόνια μετέπειτα. Που πια τα κορμιά μας δεν είναι ίδια, γέρασαν και φθάρηκαν. Που πλέον οι ψυχές μας έχουν μεταλλαχτεί από τους τόσους που πέρασαν και τις άγγιξαν, πότε με χάδι και πότε με λεπίδα. Αλλά να, δες! Μάθε! Η ζωή τα φέρνει όλα έτσι που κουμπώνουν μαγικά. Είκοσι χρόνια μετά, σε ένα μαιευτήριο αγκαλιάζω το παιδί μου. Που δεν έχει το DNA σου όμως κοίτα να δεις! Εκεί που έλεγα ότι η μυρωδιά σου ήταν η απόλυτη αγάπη της ζωής μου, σκύβω και φιλώ το ροζ ανθρωπάκι. Εκεί, στον κρόταφο. Μα τι μαγεία! Εκεί ξανά ανακαλύπτω την αγαπημένη μυρωδιά! Χρειάστηκε μισή ζωή για να το καταλάβω. Τελικά δεν ήταν δική σου ποτέ. Ήταν το άρωμα της απόλυτης παράδοσης της καρδιάς μου! Ήταν η έκκριση της αγάπης μου που έλουζε ότι επιθυμούσα πιο πολύ, ότι κρατούσε το κλειδί της ευτυχίας μου. Συγγνώμη που πλέον δεν θα την αποδίδω σε εσένα, αλλοτινή μου αγάπη. Να είσαι πάντα ευτυχισμένη. Εγώ ξέρω πια ότι θα είμαι. Και πια δεν θα μου λείπεις. Γιατί σε κουβαλώ στον εαυτό μου. Αντίο.

 

Στον Π.