Καθισμένη πάνω σε έναν βράχο κοιτούσε την θάλασσα και έκλαιγε. Πεινούσε, κρύωνε, φοβόταν και το μόνο που μπορούσε να κάνει είναι να κλαίει. Τρεις μέρες τώρα ζούσε μόνο με λούπινα, τόσο αηδιαστικά που στην πατρίδα της θα ήταν τροφή για τα γουρούνια. Αυτός ο τόπος την τρόμαζε. Σκληρός, άνυδρος, πέτρα στην πέτρα και η θάλασσα να χτυπάει ορμητικά στα σκοτεινά βράχια, τόσο απότομα και κοφτερά που σίγουρα όποιος πλησίαζε θα σκοτωνόταν. Δεν μπορούσε να φανταστεί ποιος λογικός άνθρωπος θα επέλεγε να ζήσει εδώ. Στην χώρα της όλα ήταν διαφορετικά. Οπωροφόρα δέντρα γέμιζαν τις αυλές των σπιτιών και το εύφορο έδαφος τα βοηθούσε να έχουν τόσους καρπούς που τα κλαδιά τους λύγιζαν από το βάρος. Πόσο θα ήθελε τώρα να είχε ένα πορτοκάλι. Η μάνα της πάντα την πίεζε να τρώει πορτοκάλια. Κάνουν καλό της έλεγε. Κι εκείνη αρνιόταν πεισματικά.
Της έλειπε η μάνα της. Και ήξερε πως ο μόνος λόγος που ζούσε, ήταν εκείνη. Η εντολή του πατέρα της ήταν αυστηρή. Θάνατος. Όμως η μάνα της έπεσε στα πόδια του και τον παρακάλεσε. « Όχι αφέντη μου, όχι θάνατος». Το αμάρτημά της μεγάλο. Παράκουσε την επιθυμία του κύρη της. Όμως το ίδιο θα έκανε ξανά. Προτιμούσε να πεθάνει παρά να παντρευτεί τον κακάσχημο, κοντόχοντρο μεσήλικα που της έφεραν. Ο πατέρας της επέμενε. Ήταν από μεγάλη οικογένεια της Βενετίας, άκληρος, και έψαχνε μια νέα κοπέλα να του κάνει γιους. Η ένωση των δύο οικογενειών θα σήμαινε ουσιαστικά την οικονομική επικράτησή τους σε ολόκληρη την Φραγκιά. Εκείνη αρνήθηκε. Ακόμα κι όταν την έκλεισαν για μια βδομάδα στο κελάρι, χωρίς φαγητό, εκείνη δεν άλλαξε γνώμη. Και τότε ο πατέρας της αποφάσισε πως πια δεν έχει κόρη. Μόνο τα παρακαλετά της μάνας της τον λύγισαν λίγο και διέταξε αντί να την θανατώσουν να την αφήσουν μόνη στον πιο σκληρό τόπο ολάκερης της οικουμένης. Στη Μάνη. Έτσι βρέθηκε εδώ.
Ο ήλιος άρχισε να ξεπροβάλει και τα κύματα σαν να κόπασαν λίγο. Αποφάσισε να πλησιάσει πιο κοντά. Ήταν βρώμικη και μια βουτιά στην θάλασσα σίγουρα θα την αναζωογονούσε. Έβγαλε όλα της τα ρούχα, τα έπλυνε και τα άπλωσε να στεγνώσουν. Μετά μπήκε και εκείνη στην θάλασσα. Το κρύο νερό έκανε το δέρμα της να ανατριχιάσει. Συνέχισε να κολυμπά. Ο ήλιος έκανε τα ξανθά της μαλλιά να μοιάζουν χρυσαφένια. Κολυμπούσε πολύ ώρα όταν είδε μια σκιά ανάμεσα στα βράχια. «Ποιος είναι εκεί;» ρώτησε. Δεν φοβήθηκε. Άλλωστε είχε γνωρίσει τον θάνατο. Δεν θα την φόβιζε ένας Μανιάτης.
Ο Κυριακούλης βγήκε από την κρυψώνα του. Ψηλός, μελαχρινός, με μπλε μάτια, φάνταζε σαν αρχαίος θεός. «Ποια νεράιδα είσαι εσύ; Και από πότε οι νεράιδες κυκλοφορούν στο φως της ημέρας;». Το μόνο που του απάντησε, το μόνο που ήθελε, ήταν μία λέξη. Φαγητό.
Κάθισαν κάτω από μια ελιά. Εκείνη έτρωγε αχόρταγα το γεύμα που της προσέφερε. Υπό άλλες συνθήκες ούτε που θα το ακουμπούσε, αλλά τώρα της φαινόταν το νοστιμότερο φαγητό που είχε φάει στην ζωή της. Ελιές, τυρί, ψωμί και σύγκλινο. Φτωχικό μα θρεπτικό. Όση ώρα έτρωγε, ο Κυριακούλης της εξιστορούσε τη ζωή του. Ήταν ο μεγαλύτερος γιος του πατέρα του, κι εκείνος τον έπαιρνε μαζί του από μικρό στα μπάρκα του. Μακρινά ταξίδια που κρατούσαν πολύ καιρό. Έτσι έμαθε και την γλώσσα της. Είχε πάει πολλές φορές στην πατρίδα της. Κάθε φορά που γύριζαν, φορτωμένοι λάφυρα, η μάνα του τον παρακαλούσε να μείνει. Ώσπου σκοτώθηκε ο πατέρας του, και η μάνα του ήταν πια απόλυτη. Θα μείνεις εδώ να φροντίζεις τον οίκο σου. Κι εκείνος δεν είχε άλλη επιλογή, παρά να υπακούσει στην επιθυμία της.
Μόλις τελείωσε το φαγητό της, ο Κυριακούλης σηκώθηκε. Της έδωσε το χέρι του. « Σήκω νεράιδα μου. Θα σε πάω στη μάνα μου. Το σπίτι μου θα γίνει το σπίτι σου. Κι αυτόν τον τόπο, που σου φαίνεται τόσο άγριος και σκληρός, θα τον αγαπήσεις. Γιατί είναι τόπος καθαρός και αγνός. Γιατί σε αυτά τα χώματα θα παίζουν τα παιδιά μας και αυτά τα χωράφια θα ταΐζουν την οικογένειά μας. Και ό,τι κι αν μας επιφυλάσσει το μέλλον, εσύ θα είσαι πάντα η Νεράιδα της Μάνης».