Μέρες το γυρόφερνε στο μυαλό της. Για την ακρίβεια, με τόσες βόλτες που το είχε κάνει μέσα στο κεφάλι της, ναυτία της ερχόταν. Με μια κίνηση άνοιξε το παράθυρο να μπει λίγος καθαρός αέρας. «Ήμαρτον, Απρίλη μήνα και να έχει τόση ζέστη», διαμαρτυρήθηκε δυνατά και ας μην ήταν κανένας άλλος στο σπίτι. «Ωραία, μιλάω και μόνη μου τώρα», συνέχισε να μονολογεί και με ένα περιοδικό άρχισε να κάνει αέρα.
Αν κάτι εκνεύριζε ακόμα και την ίδια στην εμμηνόπαυση, αυτό ήταν ο χαλασμένος θερμοστάτης της. Ο μόνιμος καβγάς πλέον με τον Αργύρη, αυτό αφορούσε. Πόσα να αντέξει και αυτός ο δόλιος; Ένα χρόνο τώρα που μπαινόβγαινε σαν τρένο στην κλιμακτήριο, μια φούντωνε, μια ξεφούντωνε. «Χαμήλωσε επιτέλους την θέρμανση, ψηθήκαμε!» το ένα λεπτό, «παγώσαμε βρε άνθρωπε, ρίξε μια κουβέρτα» λίγη ώρα αργότερα. Βετεράνος εκείνος πια στην αντιμετώπιση των γυναικείων ορμονών, ήξερε καλά, πως αν αδιαμαρτύρητα έκανε ότι του ζητούσε, θα την έβγαζε και καθαρή. Έτσι που ανεβοκατέβαζαν τον θερμοστάτη του καλοριφέρ όμως, αυτός είχε λασκάρει πλέον σε ένα σημείο, και δεν έκανε καλή επαφή. Και άντε τώρα να βρεις μάστορα. Αγόρασε έτσι, από ένα τηλεμάρκετινγκ , ένα θερμόμετρο δωματίου ακριβείας και κάθε φορά που εκείνη διαμαρτυρόταν για τη θερμοκρασία, της το έχωνε στην μούρη για να της αποδείξει, πως ούτε στη ΝΑΣΑ τέτοια σταθερότητα εσωτερικής θερμοκρασίας. Αυτό φυσικά την έκανε να ξεχνάει το φούντωμα και να την πιάνουν νεύρα. Έτσι ξεκινούσαν οι καυγάδες, που φυσικά δεν έβγαζαν πουθενά. Γιατί στους καβγάδες αυτούς, η Σταθούλα θυμόταν περσινά ξινά σταφύλια. Και μετά από είκοσι πέντε ολόκληρα χρόνια κοινής ζωής είχε μαζεμένα πολλά σταφύλια στο μανίκι της, που σαν κλασσική γυναίκα τα εκσφενδόνιζε προς πάσα κατεύθυνση, όποτε ζοριζόταν. Πως τώρα συνδεόταν η ζέστη στο δωμάτιο, με το γεγονός πως πριν δέκα χρόνια εκείνος είχε πιεί ένα βράδυ λίγο παραπάνω, αυτό ένα Θεός το ήξερε.
Καταπληκτικά λοιπόν περνούσαν τον τελευταίο χρόνο. Μια ζωή περίμεναν να μεγαλώσουν τα παιδιά, να βρουν λίγη ησυχία και πάλι οι δύο τους, και μόλις αυτά είχαν φύγει από το σπίτι, είχε έρθει η κλιμακτήριος να ζήσει μαζί τους. Δεν ήταν χαζή η Σταθούλα. Το ήξερε πως τον παίδευε , αλλά και εκείνη δεν το έκανε και επίτηδες. Τον αγαπούσε και μάλιστα πολύ. Τόσα χρόνια μετά και ακόμα τον αγαπούσε. Καθόλου δεν την ένοιαζε η καράφλα του και η κοιλίτσα του. Για εκείνην παρέμενε το αγόρι της. Ο άντρας της. Ο πρώτος και τελευταίος άντρας της ζωής της.
Και εκείνος όμως τη λάτρευε και ας του έκανε σκωτσέζικα ντους τελευταία. Από το πρώτο λεπτό που την είχε συναντήσει ήξερε πως αυτή η άβγαλτη κοπελίτσα θα γινόταν η μάνα των παιδιών του. Και με υπομονή την πολιόρκησε, μέχρι να την κατακτήσει. Με υπομονή προσπάθησε να εξαφανίσει τη συστολή της και τις ανασφάλειες της. Αυτά άλλωστε ήταν και εκείνα που αρχικά τον είχαν τραβήξει κοντά της.

Στα χρόνια κατάφερε να την πείσει να μην κάνουν πάντα έρωτα στο απόλυτα σκοτάδι, λες και ήταν τυφλοπόντικες. Την έμαθε να αγαπάει και να ακούει το σώμα της. Την παρότρυνε να ζητάει ό,τι θέλει. Να εκφράζεται ελεύθερα. Αλλά η μεγαλύτερη επιτυχία του ήταν, όταν την κατάφερε να μην είναι εντελώς μουγκή κατά τη διάρκεια. Γιατί γλώσσα δεν έβαζε η Σταθούλα μέσα της γενικά, μόλις όμως έμενε γυμνή, η γλώσσα της δενόταν κόμπος. Καμάρωνε έτσι μέσα του σαν γύφτικο σκερπάνι , πως είχε μετατρέψει την εικοσάχρονη κοπελίτσα, με τη μηδενική εμπειρία, σε μια γυναίκα «περίπου» ιέρεια του σεξ. Καλά εντάξει, όχι γενικά σε ιέρεια του σεξ , στην δική ΤΟΥ ιέρεια του σεξ.
Καλή έτσι ήταν η ερωτική ζωή τους όλα αυτά τα χρόνια. Λίγο συμβατική, λίγο βραχυκυκλωμένη από τη συνήθεια, λίγο καταπιεσμένη από τα παιδιά, αλλά καλή και το βασικότερο ζωντανή.
-Πάλι ζεσταίνεσαι βρε γυναίκα; ρώτησε μπαίνοντας φορτωμένος με τα ψώνια στο σπίτι εκείνη τη μέρα και βρίσκοντας την να έχει ανάψει Απριλιάτικα το κλιματιστικό.
-Υποφέρω Αργύρη μου, υποφέρω!!! παραπονέθηκε εκείνη και έτρεξε να τον βοηθήσει να τακτοποιήσουν τα πράγματα στα ντουλάπια.
-Τι θα κάνουμε απόψε; Σαββατόβραδο είναι. Θες να σε πάω να φάμε κανένα μαριδάκι δίπλα στη θάλασσα, να δροσιστείς κιόλας; πρότεινε γλυκά βάζοντας τη φέτα στο ψυγείο.
-Όχι. Κάτι άλλο θέλω… είπε εκείνη διστακτικά και δίπλωσε τις σακούλες που στοίχιζαν πλέον και αυτές.
-Τι θες; Θες ν πάρω ένα παγωτό και να το φάμε βλέποντας καμία ταινία;
-Σχεδόν…
-Μίλα ρε Σταθουλα, παίζουμε την Πυθία τόση ώρα! διαμαρτυρήθηκε εκείνος.
-Ταινία θέλω να δούμε, χωρίς παγωτό όμως. Πώς να στο πω τώρα… Λοιπόν, θέλω να δούμε την «Παπαρήγα την καλή».
-Την ποια; Άσε μας ρε Σταθούλα που θες να δω κουμμουνιστικές ταινίες. Πρώτη φορά αριστερά και τα είδες τα χαΐρια μας.
-Συγκεντρώσου Αργύρη! Την «Παπαρήγα την καλή» σου λέω, είπε και του έκλεισε το μάτι πονηρά. Και τότε ο Αργύρης θυμήθηκε. Θυμήθηκε το επεισόδιο από τους απαράδεκτους. Θυμήθηκε για τι πράγμα ήταν κωδικός «η Παπαρήγα η καλή». Θυμήθηκε πόσο είχαν γελάσει και οι δύο, όταν είχαν δει αγκαλιά εκείνο το επεισόδιο. Και αφού θυμήθηκε, κοίταξε αποσβολωμένος τη γυναίκα του. Ήταν δυνατόν να του ζητάει να δουν μαζί πορνό και μάλιστα σε αυτή την ηλικία;
-Κορίτσι μου, καλά είσαι; Μήπως έπαθες καμία θερμοπληξία; Κανένα εγκεφαλικό ίσως;; Μου ζητάς να δούμε τσόντα; ρώτησε με περιέργεια.
-Δεν θα δούμε τσόντα. Θα δούμε «την Παπαρήγα την καλή» και άντε μην αλλάξω γνώμη! Που μου το παίζεις και δύσκολος. Τράβα βρες μια, τον διέταξε και καπνός έγινε ο Αργύρης που τσιμπούσε τον εαυτό του μπας και ονειρευόταν.
Λίγη ώρα μετά η ταινία είχε κατέβει στον υπολογιστή και η Σταθούλα με ένα μπολ ποπ κορν καθόταν δίπλα στον Αργύρη αρκετά νευρική.
-Το βάζω, έτοιμη; ρώτησε εκείνος που ακόμα δυσκολευόταν να πιστέψει τι ετοιμαζόντουσαν να δουν.
-Βάλτο! τον πρότρεψε εκείνη αποφασιστικά.
-Ο Χριστός και η Παναγία, ούτε τίτλους έχει, ούτε πλοκή, ούτε τίποτα;;;;; Κατευθείαν έτσι ξεκινάει; είπε και έβαλε το χέρι μπροστά στη μούρη της, ενώ από τα ηχεία η πρωταγωνίστρια έσκουζε ήδη λες και την έσφαζαν.
-Τι πλοκή ρε γυναίκα; Έτσι είναι η «Παπαρήγα η καλή» χωρίς γαρνιτούρες. Τα φρου φρου και τα αρώματα είναι καπιταλιστικά σκουπίδια που θολώνουν την ανθρώπινη κρίση, σχολίασε εκείνος ενώ γελούσε νευρικά με τις αντιδράσεις της.
-Μα είναι ρούχα αυτά που φοράει αυτή; Ταιριάζει αυτό το παπούτσι, με αυτό το σχεδόν βρακί; συνέχισε η Σταθούλα που έβλεπε κλεφτά ανάμεσα από τα δάχτυλα του χεριού της.
-Συγνώμη από όλο αυτό που βλέπεις, εσύ το παπούτσι πρόσεξες;
-Το παπούτσι και τις κουρτίνες από πίσω. Μέσα στη τσαλάκα είναι. Να τη βράσω που δεν ξέρει να σιδερώνει. Όλα τα υπόλοιπα, σιγά τον πολυέλαιο! Εγώ μπορώ να τα κάνω καλύτερα από εκείνη και ξέρω να κάνω και τσακίσεις! δήλωσε, έβγαλε το χέρι από τη μούρη της και άφησε το μπολ με τα καλαμπόκια στο τραπεζάκι μπροστά τους. Για λίγα λεπτά παρακολουθούσε με ενδιαφέρον τα δρώμενα και αφού πήρε μια ιδέα γύρισε στον Αργύρη, τον κοίταξε έντονα και αποφασιστικά του ξεκούμπωσε το παντελόνι.

Μισή ώρα μετά ιδρωμένη μάζευε τα μαλλιά της και προσπαθούσε να ντυθεί. Ο Αργύρης ξαπλωμένος ανάσκελα χαμογελούσε στο ταβάνι. Η τύπισσα στην οθόνη ακόμα έσκουζε.
-Χαμήλωσε το. Εμείς τελειώσαμε πες τους και ας έχουμε τα διπλά τους χρόνια. Αυτοί ακόμα εκεί, παιδεύονται. Επαγγελματίες σου λέει μετά, σχολίασε και πήγε στην κουζίνα να πιεί ένα ποτήρι νερό.
-Δεν στο είχα βρε γυναίκα. Τι μύγα σε τσίμπησε ξαφνικά; τη ρώτησε μπαίνοντας γυμνός μέσα στην κουζίνα.
-Μάλλον η κλιμακτήριος φταίει, απάντησε εκείνη γυρνώντας το βλέμμα της αλλού, λες και τον έβλεπε πρώτη φορά γυμνό.
-Στην υγειά της κλιμακτηρίου! αναφώνησε εκείνος και την τσίμπησε στον πισινό.
-Σεμνά! Μην σου μπαίνουν ιδέες ότι κάθε τρεις και λίγο θα κάνουμε αυτή τη δουλειά, τον μάλωσε δήθεν αυστηρά.
-Προς Θεού! Τι είμαστε είκοσι χρονών; είπε εκείνος κοροϊδευτικά και παίρνοντας το ποτήρι από τα χέρια της έκατσε στην καρέκλα και άρχισε να πίνει νερό
-Σήκωσε τον πισινό σου από τις καρέκλες μου! Πήγαινε ντύσου και μετά, έλα να φάμε τίποτα, ξελιγωθήκαμε. Αλήθεια τι είναι το role playing μιας και το έφερε η κουβέντα; Αυτό αξίζει τίποτα ή σαν την «Παπαρήγα» είναι και αυτό; ρώτησε με φυσικότητα και το νερό βγήκε από τη μύτη του Αργύρη.