Τεντώθηκα ίσαμε δέκα φορές όση ώρα καθόμουν σκυμμένη πάνω από τη ραπτομηχανή. Προσπαθούσα να αλλάξω μασουράκι, να περάσω κλωστή στη βελόνα, μετά να αλλάξω ποδαράκι. Και όταν πια σηκώθηκα από την καρέκλα μου, κατάλαβα…

«Αχ, αυτή η πλάτη μου…αχ, αυτή η μέση μου…». Κουβέντες που άκουγα μόνιμα μέσα στο σπίτι κάθε φορά που έβγαινε η ραπτομηχανή στο τραπέζι. Τις ίδιες κουβέντες άκουγα και όταν σταματούσε ο θόρυβος από το μοτέρ της παλιάς SINGER… Δεν καταλάβαινα γιατί όποια από τις γυναίκες καθόταν στη ραπτομηχανή μετά διαμαρτυρόταν Χρόνια ολόκληρα, τέσσερις γενιές μεγάλωσαν με τις ραπτομηχανές τους… τρεις αδερφές μοδίστρες κι ένας αδερφός φραγκοράφτης. Παιδιά, εγγόνια, δισέγγονα μεγάλωσαν με τη ραπτομηχανή, με τον ήχο της. Μαγικός ο κόσμος της αλλά κι επώδυνος από πολλές απόψεις.

Και τι δεν πέρασε μέσα από το σπίτι της Τασίτσας κι από το ραφτάδικο του Χαράλαμπου. Από δημάρχους και συζύγους δημάρχων μέχρι την κυρά- Μαρία που δεν ήξερε να ράψει ούτε κουμπί.Με αφορμή την κυρα-Μαρία η γιαγιά Τασίτσα με έβαζε να ράβω κουμπιά πάνω σε ρετάλια από ύφασμα και να κάνω πονταρισιές για να μαθαίνω. «Νοικοκυρά, θα γίνεις. Τι θα κάνεις; Άμα φεύγει ένα κουμπί θα πετάς το ρούχο; Άμα σου ξηλωθεί το στρίφωμα να μην ξέρεις να το μαζέψεις; Αχ, να ΄ξερες τι δουλειά έχει ένα ρούχο…». Σε ένα σκαμνί καθόμουν και τους παρατηρούσα χωρίς να μιλάω. Τα ραφτάδικα είναι λίγο σαν τα κομμωτήρια. Όλοι περνούσαν και άφηναν ένα κομμάτι από την καθημερινότητά τους. Θυμάμαι τον παππού που ρωτούσε τους πελάτες για να ανοίξει κουβέντα για τα ποδοσφαιρικά «Είδες εχθές την ΑΕΚ, Γιώργο;» και άναβε η συζήτηση στο πιτς φιτίλι. Αν πεις για τις κυρίες που πήγαιναν στο σπίτι στην Τασίτσα ….εκεί να σ’ έχω… το κοινωνικό σχόλιο πήγαινε σύννεφο, αλλά και η κόντρα… «Τι έραψες στην Αγλαΐα; Το δικό μου το θέλω ταφταδένιο με δαντέλα. Πάχυνε η Καλλιόπη, ούτε τραπεζομάντιλο δεν θα τη χωράει…».

Και όταν ησύχαζε πια το βουητό και σταματούσαν τα πηγαινέλα στο σπίτι, τότε άρχιζαν τα θαύματα. Μία- μία άνοιγαν οι τσάντες με το ύφασμα του καθενός. Χρώματα, υφές, σχέδια… Πήγαινα και κολλούσα δίπλα στη γιαγιά (που τότε ακόμα γιαγιά δεν ήταν, ούτε κι ο παππούς Χαράλαμπος ήταν παππούς, αλλά κι αυτή είναι μια ιστορία που θα την πούμε μια άλλη φορά) και άπλωνα τα χέρια μου ίσα για ν’ ακουμπήσω με τις άκρες των δαχτύλων μου το κάθε ύφασμα, ταφτάδες, σατέν, crêpe de chine, τσιτάκια, φόδρες, δαντέλες, μετάξια, μάλλινα ΝΑΘΑΝΑΗΛ, βελούδα… Αγαπημένα μου ήταν ο ταφτάς και το crêpe de chine. Αυτά αξίζουν να τα ράβεις σε μοδίστρα. Η γιαγιά αγαπούσε και τις δαντέλες τις ιταλικές που τις έβαζαν στα μπολερό ή σε μαντώ επίσημα. Εκεί όμως που ευχαριστιόταν να κόβει και να ράβει ήταν τα μάλλινα ΝΑΘΑΝΑΗΛ. «Αυτό μάλιστα, αυτό είναι ύφασμα. Να στέκεται το ρούχο.» Όταν λοιπόν έβαζε σε σειρά τι θα κάμει πρώτο άνοιγε το πατρόν κι άρχιζε να σχεδιάζει κομμάτι-κομμάτι το κάθε τι πάνω στο ύφασμα… πλάτη, μανίκια, στήθος. Όταν τέλειωνε με τα κοψίματα και τα τρυπώματα έπιανε τη ραπτομηχανή. Μαγικά σχεδόν, το μονοκόμματο κομμάτι ύφασμα γινόταν ρούχο. Και μετά πρόβα. Και μετά το στόλισμα!! Λουλούδια από ύφασμα, ζωνάκια, κορδέλες, κουμπιά, κεντήματα. Τα μάτια μου άνοιγαν διάπλατα κάθε φορά που κρέμαγε στις κρεμάστρες ένα τελειωμένο ρούχο. «Μην ακουμπήσεις! Μην έχεις πιάσει τίποτα με τα χέρια σου και το λερώσεις!» μου φώναζε… Έτρεμε η ψυχή της!

Κάπως έτσι ήταν και στο ραφτάδικο του παππού Χαράλαμπου, αλλά εκεί συνήθως ράβονταν άντρες και δεν είχε τόσο ενδιαφέρον. Αυτό που άλλαζε ήταν η κούκλα… Ο παππούς έστηνε τα σακάκια πρώτα πάνω στην κούκλα και μετά άρχιζε να ράβει.

Κοντά σε μοδίστρες και ραφτάδες, σκυφτούς όλη τη μέρα πάνω από τα πατρόν και τα υφάσματα, με άπειρες ώρες, μέρες, μήνες, χρόνια μπροστά στη ραπτομηχανή, που αγαπημένη στάση όλων στο τέλος της ημέρας ήταν το τέντωμα της πλάτης τους, έμαθα να κάνω κι εγώ ψιλοδουλειές. Σίγουρα έμαθα να ράβω κουμπιά και να φτιάχνω στριφώματα…

Ώσπου περιήλθε στην ιδιοκτησία μου μια ραπτομηχανή. Η ραπτομηχανή της γιαγιάς Χριστίνας (α, ναι… από γιαγιάδες το σπίτι γεμάτο, αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία, ωστόσο για να μην μπερδεύεστε η γιαγιά η Χριστίνα είναι η γιαγιά μου η κανονική). Επαγγελματική, με σχέδια και προγράμματα που κάνουν το ράψιμο πολύ ευκολότερο από ότι ήταν για την γιαγιά Τασίτσα. Και ήρθε η ώρα να τη βάλω σε λειτουργία. Μη φανταστείτε τρελές δημιουργίες. Ίσια γαζιά…βρρρρρρρρ… αν νομίζετε ότι είναι εύκολο να κάνεις ένα ίσιο γαζί απλά γελιέστε!!! Τελικά το ψευτοκατάφερα, αλλά, όταν σηκώθηκα … γύρισα στο ράφι της βιβλιοθήκης και κοίταξα τις φωτογραφίες τους. Είδα τις κάπως κυρτές πλάτες τους, θυμήθηκα τον τρόπο που ξαπλώνανε το βράδυ για να «ισιάξουν», και όταν από μόνο του ανέβηκε στο στόμα μου ένα «αχ, η πλάτη μου…» μου φάνηκε σαν να μου έγνεφαν και μου χαμογελούσαν με νόημα…